1916: Το αιματοβαμμένο πεδίο του Σομ… Άγρια σφαγή για λίγα μέτρα γης (vid.)

Το 1915 είχε εξελιχθεί πολύ άσχημα για την πολεμική προσπάθεια των δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ. Όλες τους οι επιθέσεις στο Δυτικό Μέτωπο είχαν αποκρουστεί με μεγάλες απώλειες και η εκστρατεία των Δαρδανελίων είχε επίσης αποτύχει οικτρά. Ακόμα χειρότερα, τον Φεβρουάριο του 1916, οι Γερμανοί είχαν εξαπολύσει μεγάλης κλίμακας επίθεση στο Βερντέν και πίεζαν ασφυκτικά τους Γάλλους.

Εντός αυτού του πλαισίου εντάσσεται η μεγάλη βρετανική επίθεση στο μέτωπο του ποταμού Σομ την 1η Ιουλίου 1916. Τα σχέδια για την επίθεση είχαν αρχίσει να καταστρώνονται στα τέλη του 1915. Σύμφωνα με αυτά προβλεπόταν κοινή επίθεση Βρετανών και Γάλλων στο μέτωπο βορείως (οι Βρετανοί) και νοτίως (οι Γάλλοι) της κοίτης του ποταμού Σομ.

Σχεδίαση

Η μάχη του Βερντέν όμως διατάραξε τον συμμαχικό σχεδιασμό. Οι γαλλικές δυνάμεις έσπευσαν να ενισχύσουν τον απειλούμενο τομέα του Βερντέν. Μοιραία λοιπόν το βάρος έπεφτε στους Βρετανούς. Τον Απρίλιο του 1916 ο Βρετανός αρχιστράτηγος Στρατάρχης Χέιγκ έλαβε την έγκριση της κυβέρνησης του για την εκτόξευση της επίθεσης στον Σομ.

Μετά τη οριστική λήψη της απόφασης οι στρατιωτικοί άρχισαν να καταστρώνουν τα σχέδια διεξαγωγής της επικείμενης μάχης. Οι Βρετανοί επρόκειτο να επιτεθούν με την ενισχυμένη 4η Στρατιά τους – 21 μεραρχίες πεζικού. Άλλες τρεις μεραρχίες πεζικού και πέντε ιππικού θα τηρούντο στη διάθεση του αρχιστρατήγου και θα ρίχνονταν στη μάχη σε περίπτωση διάσπασης του εχθρικού μετώπου, ως δύναμη εκμεταλλεύσεως της επιτυχίας. Την επίθεση θα ενίσχυαν και οκτώ γαλλικές μεραρχίες πεζικού, στο νότιο άκρο του μετώπου εφόδου.

Υποβοηθητικά της κύριας επίθεσης θα δρούσε επίσης και η Βρετανική 3η Στρατιά στο βόρειο άκρο του μετώπου εφόδου. Οι Βρετανοί επρόκειτο να επιτεθούν στον αναπτύγματος 20 χλμ. περίπου τομέα του μετώπου από το χωριό Γκομεκούρτ στον Βορρά, ως το χωριό Μαρικούρτ στον Νότο. Βάσει του σχεδιασμού του Βρετανού αρχιστρατήγου, τα βρετανικά στρατεύματα ήταν σε θέση να επιτύχουν την πλήρη διάσπαση του γερμανικού μετώπου. Μόλις αυτό επιτυγχάνονταν το βρετανικό ιππικό θα εφορμούσε να εκμεταλλευτεί το ρήγμα!

Αντίθετα με τον Χέιγκ ο διοικητής της 4ης Στρατιάς στρατηγός Ρόλινσον θεωρούσε υπεραισιόδοξες τις προσδοκίες του αρχηγού του. Γνώριζε πως οι Γερμανοί είχαν οργανώσει τρεις γραμμές άμυνας στην περιοχή, η καθεμιά των οποίων αποτελείτο από επάλληλες σειρές χαρακωμάτων και σκυρόδετων πολυβολείων.

Τα γερμανικά τμήματα πεζικού ήταν δε εγκατεστημένα σε ειδικά διαμορφωμένα αμπρί, σκαμμένα σε βάθος 10 μέτρων στο έδαφος. Ακόμα και η ισχυρότερη λοιπόν προπαρασκευή πυροβολικού, την οποία υποσχέθηκε ο Χέιγκ, δεν θα προκαλούσε στους Γερμανούς τόσες απώλειες ώστε το βρετανικό πεζικό να εκτελέσει «περίπατο».

Με εισήγηση του Ρόλινσον το βρετανικό πυροβολικό θα βομβάρδιζε τις γερμανικές θέσεις επί πέντε συνεχόμενα μερόνυχτα έτσι ώστε: «να μην δώσουμε στον εχθρό την ευκαιρία να κοιμηθεί ή να μεταφέρει εύκολα τρόφιμα και πυρομαχικά». Βάσει του σχεδίου πυρός του βρετανικού πυροβολικού τη ώρα Χ – την ώρα εκδήλωσης της εφόδου του πεζικού – θα αίρονταν τα πυρά κατά της πρώτης γερμανικής γραμμής άμυνας και θα άρχιζε να προσβάλλεται η δεύτερη.

Μόλις το πεζικό κυρίευε την δεύτερη θα προσβαλλόταν η τρίτη. Με τον τρόπο αυτό υπολόγιζε ο Χέιγκ να διασπάσει εντελώς το εχθρικό μέτωπο. Κατόπιν τούτου το ιππικό του θα επιτίθεντο εκατέρωθεν των χειλών του επιτευχθέντος ρήγματος έχοντας ως τελικούς αντικειμενικούς σκοπούς το Αρράς και τη Μπαπόμ. Όλο τον Απρίλιο και τον Μάιο οι Βρετανοί προετοιμάζονταν πυρετωδώς για την επίθεση.

Προετοιμασία

Δρόμοι προς το μέτωπο ανοίχτηκαν, ώστε να διευκολυνθεί η μεταφορά ανδρών και εφοδίων στην ζώνη των πρόσω, κατασκευάστηκαν αμπρί και στέγαστρα για τα στρατεύματα, σιδηροτροχιές για τα τρενάκια μεταφοράς πυρομαχικών ως τις θέσεις του πυροβολικού, εγκαταστάθηκαν τηλεφωνικές γραμμές μήκους 12.000 χλμ. και 200 χλμ. υδραγωγών για την παροχή νερού στα στρατεύματα της πρώτης γραμμής και τέλος συγκεντρώθηκαν 1.537 πυροβόλα και οβιδοβόλα τα οποία θα βομβάρδιζαν τις εχθρικές θέσεις.

Κάθε πυροβόλα είχε απόθεμα βλημάτων της τάξης των 3.000 περίπου βολών. Για την προστασία από τα αδιάκριτα μάτια όλων αυτών των τεραστίων προετοιμασιών επιστρατεύτηκε το Βασιλικό Ιπτάμενο Σώμα (RFC), το οποίο και κατόρθωσε να εκτοπίσει από τους άνω του Σομ ουρανούς τα γερμανικά αεροσκάφη. Παρόλα αυτά οι Γερμανοί είδαν τις βρετανικές προετοιμασίες από τα στατικά αερόστατα παρατήρησης που διέθεταν και προετοιμάστηκαν όσο καλύτερα μπορούσαν.

Ο αρχικός σχεδιασμός του Χέιγκ προέβλεπε τον βομβαρδισμό των γερμανικών θέσεων από τις 24 ως τις 28 Ιουνίου. Λίγο πριν την έφοδο του πεζικού, στις 29 Ιουνίου, θα βαλλόταν το τελικό μπαράζ. Η έναρξη της επίθεσης όμως μετατέθηκε για την 1η Ιουλίου και μαζί της επεκτάθηκε ο χρόνος της προπαρασκευαστικής βολής του πυροβολικού. Τα βρετανικά πυροβόλα θα έβαλαν για επτά τελικά συνεχόμενα μερόνυχτα.

Η περιγραφή ενός Γερμανού μαχητή είναι ενδεικτική: «Το εχθρικό πυρ δεν παύει καθόλου. Πλήττει μέρα και νύκτα την πρώτη μας γραμμή, εξοντώνοντας τους αμυνόμενους. Πλήττει όλες τις οδεύσεις προς την πρώτη γραμμή. Είναι η κόλαση». Τα γερμανικά τμήματα στα βαθιά αμπρί τους ήταν ουσιαστικά ασφαλή από τις συνέπειες του βομβαρδισμού.

Ο ψυχολογικός αντίκτυπος όμως ήταν ανυπολόγιστος. Κλεισμένοι στα ανήλιαγα αμπρί, νιώθοντας το έδαφος να τραντάζεται από τις εκρήξεις, άυπνοι και νηστικοί για επτά μέρες, οι Γερμανοί στρατιώτες είχαν μετατραπεί σε ανθρώπινα φαντάσματα. Υπολογίζεται ότι το βρετανικό πυροβολικό έβαλε περισσότερα από 750.000 βολές κατά τη διάρκεια του προπαρασκευαστικού βομβαρδισμού.

Ο Ρόλινσον κατάπληκτος από την ένταση του βομβαρδισμού δήλωσε στους σωματάρχες του πως τίποτα ζωντανό δεν είχε απομείνει. Το πεζικό αρκούσε να βαδίσει ως τις εχθρικές θέσεις για να τις καταλάβει.

Επίθεση

Την 1η Ιουλίου 1916, μετά τον τελικό βομβαρδισμό των γερμανικών θέσεων με άλλες 250.000 βλήματα, το βρετανικό πεζικό άφησε τα χαρακώματα του και άρχισε να διασχίζει τη νεκρή ζώνη μεταξύ των δικών του και των εχθρικών θέσεων.

Σε άψογους σχηματισμούς, παραφορτωμένοι με πυρομαχικά, τρόφιμα και εργαλεία – υπολογίζεται ότι κάθε Βρετανός στρατιώτης έφερε μαζί του εξοπλισμό βάρους 30 τουλάχιστον κιλών – οι Βρετανοί βάδιζαν ατάραχα, πολλές φορές υπό τους ήχους της γκάιντας, κατά των εχθρικών θέσεων που όλοι τους νόμιζαν εγκαταλελειμμένες ή κατεστραμμένες.

Ξαφνικά όμως τα γερμανικά πολυβόλα άρχισαν να βάλουν και να θερίζουν γραμμές ολόκληρες Βρετανών. Ακολούθησε πανδαιμόνιο. Οι άνδρες λόγω του βάρους δεν μπορούσαν να κινηθούν γρήγορα, ούτε να ελιχθούν. Με εξαίρεση τον τομέα του 13ου Βρετανικού Σώματος Στρατού, όπου οι Βρετανοί κέρδισαν έδαφος με υποφερτές απώλειες, στα υπόλοιπα 18 χλμ. του μετώπου αντιμετώπισαν σκληρή αντίσταση από τους απελπισμένους Γερμανούς, οι οποίοι επιτέλους μπορούσαν ύστερα από επτά ημέρες και νύκτες να αντικρίσουν τον εχθρό.

Την πρώτη μέρα της επίθεσης οι Βρετανοί υπέστησαν απώλειες της τάξης τω 60.000 ανδρών, χωρίς ουσιαστικό εδαφικό ή έστω στρατηγικό κέρδος. Επρόκειτο για μια άνευ προηγουμένου σφαγή. Ιδιαίτερα στον βόρειο τομέα και παρά τις ανατινάξεις των εχθρικών θέσεων με υπογείως τοποθετημένα εκρηκτικά («νάρκες» στην ορολογία της εποχής) ένα ολόκληρο βρετανικό σώμα στρατού ουσιαστικά σφαγιάστηκε – 14.000 απώλειες, σχεδόν 50% της αρχικής του δύναμης.

Συνεχείς επιθέσεις

Την επομένη οι Γερμανοί αντεπιτέθηκαν κατά των βρετανικών τμημάτων του νοτίου τομέα, των μόνων που είχαν κερδίσει λίγο έδαφος, για να υποστούν με τη σειρά τους φρικτές απώλειες. Στο μεταξύ η βρετανική διοίκηση, η οποία θεώρησε τον αριθμό των απωλειών λογικό, αποφάσισε να συνεχίσει την επίθεση στον νότιο τομέα, εκεί που είχε να παρουσιάσει μια μικρή έστω επιτυχία.

Οι επιθέσεις συνεχίστηκαν τις δύο πρώτες εβδομάδες του Ιουλίου, παρά την απότομη κακοκαιρία που έπληξε την περιοχή, καθιστώντας ακόμα πιο μίζερη την ζωή των ανδρών. Κάθε βρετανική επίθεση που είχε ως αποτέλεσμα την κατάληξη λίγων τετραγωνικών μέτρων εδάφους, ακολουθείτο από γερμανική αντεπίθεση για την ανακατάληψη των λίγων αυτών τετραγωνικών. Ουσιαστικά η μεγάλης κλίμακας επίθεση διάσπασης του εχθρικού μετώπου που ονειρευόταν ο Χέιγκ είχε εκφυλιστεί σε έναν αιματηρό αγώνα για την κατοχή ενός δάσους, ενός χωριού ή και λίγων μέτρων χαρακωμάτων.

Στις 14 Ιουλίου, κατόπιν τριήμερου βομβαρδισμού οι βρετανικές δυνάμεις, οι οποίες στο μεταξύ είχαν κατορθώσει να απωθήσουν τους Γερμανούς περίπου 2 χλμ. από τις αρχικές τους θέσεις, επιτέθηκαν στον κεντρικό τομέα της δεύτερης γερμανικής γραμμής άμυνας. Υπό την προστασία, για πρώτη φορά, κυλιόμενου φραγμού πυροβολικού, το βρετανικό πεζικό επιτέθηκε και διέσπασε την γερμανική άμυνα σε μήκος μετώπου 6 χλμ.

Τα χωριά Μικρό Μπαζεντίν και Μεγάλο Μπαζεντίν κατελήφθησαν. Αντίθετα οι Γερμανοί άντεξαν στο δάσος της Ντελβίλλ – βρισκόταν λίγες εκατοντάδες μέτρα ανατολικότερα των χωριών. Όσο οι Γερμανοί κρατούσαν το δάσος δεν μπορούσε να υπάρξει εκμετάλλευση της αρχικής επιτυχίας. Κατά των αμυνομένων στο δάσος οι Βρετανοί στρατηγοί αποφάσισαν να στείλουν το ιππικό τους. αυτό όμως, σταθμεύον σε απόσταση 16 χλμ. στα μετόπισθεν δεν έφτασε παρά το βράδυ στην τοποθεσία συγκέντρωσης.

Στο μεταξύ οι Γερμανοί είχαν ισχυροποιήσει την άμυνα τους. Για τις επόμενες πέντε μέρες και νύκτες οι δύο στρατοί πολεμούσαν σκληρά για την κατοχή του δάσους, του οποίου όμως όλα τα δένδρα είχαν ξεριζωθεί από τις οβίδες του πυροβολικού. Τελικά το δάσος κατελήφθη από την Νοτιοαφρικανική Ταξιαρχία με κόστος όμως το 75% της αρχικής της δύναμης! Όλος ο υπόλοιπος Ιούλιος και ο Αύγουστος κύλησαν με μικροεπιθέσεις και συνεχείς βομβαρδισμούς πυροβολικού.

Άρμα μάχης και τελμάτωση

Ο Χέιγκ όμως δεν είχε παραιτηθεί των σχεδίων του. Προετοίμασε τις δυνάμεις τους για ανανέωση της επίθεσης στα μέσα Σεπτεμβρίου. Πραγματικά στις 06.20 της 15ης Σεπτεμβρίου 1916 δύο βρετανικά σώμα εξόρμησαν υπό την κάλυψη κυλιόμενου φραγμού πυροβολικού και υπό την προστασία, για πρώτη φορά στην ιστορία, 34 αρμάτων μάχης. Είχε προηγηθεί τριήμερος βομβαρδισμός των γερμανικών θέσεων.

Τρεις μέρες διήρκεσε η νέα μάχη και είχε ως αποτέλεσμα, πέραν των χιλιάδων απωλειών εκατέρωθεν, την κατάληψη από τους Βρετανούς λίγων τετραγωνικών χιλιομέτρων εδάφους. Παρόλα αυτά το γερμανικό μέτωπο δεν διασπάστηκε. Οι σκληροτράχηλοι Γερμανοί απλώς υποχώρησαν λίγο πιο πίσω και οργάνωσαν νέα αμυντική γραμμή. Τα δε άρματα, στα οποία τόση πίστη έδιδαν οι Βρετανοί στρατηγοί, δεν επέτυχαν πολλά. Τα πρώτα αυτά υποδείγματα αρμάτων Μk I Male και Female, ήταν επιρρεπή σε κάθε λογής μικρές και σοβαρές βλάβες.

Από την άλλη δεν είχαν τη δυνατότητα να διασχίζουν το σεληνιακό, γεμάτο κρατήρες από τις οβίδες των πυροβόλων, τοπίο και είχαν εξαιρετικά μικρή ταχύτητα. Λίγες μέρες αργότερα πάντως οι Βρετανοί επανέλαβαν τις επιθέσεις τους και κέρδισαν ακόμα λίγο έδαφος, χωρίς και πάλι να επιτύχουν την διάσπαση του γερμανικού μετώπου. Και στη γερμανική πλευρά όμως δεν ήσαν όλα ρόδινα.

Η εμμονή του Γερμανού αρχιστρατήγου Φαλκενχάιν στη διενέργεια άμεσων αντεπιθέσεων για την ανακατάληψη του χαμένου εδάφους, είχε οδηγήσει τον Γερμανικό Στρατό σε σοβαρότατο αιμάτωμα, ανάλογο των αντιπάλων του. Ακόμα αρνητικά είχε επιδράσει στο ηθικό των Γερμανών στρατιωτών η συνάντηση τους με τα εχθρικά άρματα μάχης, απέναντι στα οποία αισθάνονταν και ήσαν ανίσχυροι.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες ο Κάιζερ απομάκρυνε τον Φαλκενχάιν από τη θέση του και τον αντικατέστησε με τον  φον Χίντενμπουργκ. Στο μεταξύ ο Χέιγκ ετοίμαζε νέα μεγάλη επίθεση η οποία θα εκτοξευόταν στις 12 Οκτωβρίου, σε συνεργασία με τους Γάλλους αυτή τη φορά. Η νέα αυτή επίθεση υπήρξε μια ακόμα αιματηρότατη αποτυχία, ιδιαιτέρως για τα γαλλικά τμήματα.

Οι επιθέσεις ωστόσο συνεχίστηκαν ως τις 3 Νοεμβρίου, επιτυγχάνοντας μικρά εδαφικά κέρδη με υψηλό όμως σε αίμα κόστος. Η τελική επίθεση εξαπολύθηκε στις 18 Νοεμβρίου, αλλά συνετρίβη εν τη γενέσει της από το γερμανικό πυροβολικό και τα σφοδρά πυρά πολυβόλων.

Απώλειες

Η μάχη του Σομ διήρκεσε συνολικά 140 ημέρες και έμεινε κυρίως γνωστή για τον επταήμερο αρχικό βομβαρδισμό, για την χρήση για πρώτη φορά κυλιόμενου φραγμού πυροβολικού και αρμάτων μάχης και για τις φρικτές απώλειες που υπέστησαν οι αντιμαχόμενοι.

Οι Βρετανοί έλαβαν τη μερίδα του λέοντος αναφορικά με τις απώλειες του συμμαχικού στρατοπέδου, διαγράφοντας 420.000 άνδρες τους από την διάταξη μάχης των στρατιών τους – νεκροί, τραυματίες, αιχμάλωτοι και εξαφανισθέντες. Οι Γάλλοι, παρά τον μικρό σχετικά χρόνο συμμετοχής τους, κατόρθωσαν να υποστούν 180.000 απώλειες. Οι Γερμανοί επίσης υπέστησαν απώλειες της τάξης των 435.00 ανδρών.

Το χειρότερο όμως ήταν η φρικτή μνήμη που απέμεινε στους επιζήσαντες και ο τρόμος τους απέναντι στον βομβαρδισμό και στα εχθρικά άρματα μάχης. «Νιώθουμε ανίσχυροι απέναντι σε αυτά τα σιδερένια τέρατα. Οι χειροβομβίδες μοιάζουν σαν σπίρτα απέναντι τους», έγραφε ένας Γερμανός στρατιώτης.

Μετά την μάχη του Σομ πάντως το δίδυμο Χίντενμπουργκ – Λούντεντορφ, το οποίο ανέλαβε τις τύχες του Γερμανικού Στρατού, εγκατέλειψε την πρακτική των αιματηρών αντεπιθέσεων και υιοθέτησε την τακτική της ελαστικής άμυνας. Λίγο μετά τη μάχη του Σομ ο Γερμανικός Στρατός υποχώρησε πίσω από μια νέα οχυρωματική γραμμή – γραμμή «Χίντενμπουργκ». Εκεί κράτησε τις συμμαχικές επιθέσεις για δύο σχεδόν έτη, πριν αντεπιτεθεί ο ίδιος στο Δυτικό Μέτωπο.