Ιστοί ανθρώπινων “πειραματόζωων” των Ναζί θα ενταφιαστούν

Ανθρώπινοι ιστοί προερχόμενοι από φυλακισμένους που είχαν εκτελεσθεί από το ναζιστικό καθεστώς και χρησιμοποιήθηκαν σε πειράματα ανατομίας θα ενταφιαστούν την Δευτέρα στο Βερολίνο έπειτα από τρία χρόνια ερευνών επί των δειγμάτων που παραδόθηκαν από τους απογόνους του Δρ. Χέρμαν Στίβε, του διευθυντή του Ινστιτούτου Ανατομίας του Πανεπιστημίου του Βερολίνου στα χρόνια του Γ’ Ράιχ.

Από τα σώματα των αντιφρονούντων που εκτελέσθηκαν από το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς δεν μένουν παρά 300 δείγματα ιστών, τοποθετημένα σε εργαστηριακές πλάκες και βρέθηκαν από τους κληρονόμους του Γερμανού ανατόμου τακτοποιημένες σε μικρά κουτιά. Οι ιστοί αυτοί, που διακρίνονται δύσκολα δια γυμνού οφθαλμού, παραδόθηκαν το 2016 στον καθηγητή Ανατομίας Αντρέας Βίνκελμαν για να προσπαθήσει να τους ξαναδώσει μία ταυτότητα.

«Ιστοί τόσο μικρού μεγέθους δεν θεωρούνται συνήθως άξιοι ταφής… αλλά στην περίπτωση αυτή η ιστορία είναι ιδιαίτερης σημασίας αφού προέρχονται από ανθρώπους που στερήθηκαν σκοπίμως έναν τόπο ταφής ώστε οι συγγενείς τους να μη γνωρίζουν πού βρίσκονται», εξηγεί ο Αντρέας Βίνκελμαν.

Αν και του ήταν αδύνατο να προσδιορίσει με ακρίβεια τον αριθμό των ανθρώπων που κρύβονται πίσω από τα 300 δείγματα, ο Αντρέας Βίνκελμαν κατόρθωσε να απομονώσει είκοσι ονόματα και αριθμητικά στοιχεία που αποδεικνύουν σαφή σύνδεση με την φυλακή του Plotzensee, όπου 2.800 άνθρωποι απαγχονίσθηκαν ή αποκεφαλίσθηκαν από τους ναζί ανάμεσα στο 1933 και το 1945.

Με αίτημα των οικογενειών, τα θύματα, τα λείψανα των οποίων θα ενταφιαστούν στις 13 Μαΐου στο κοιμητήριο του Dorotestant του Βερολίνου, δεν θα ταυτοποιηθούν δημόσια. Όμως, είναι γνωστό ότι τα περισσότερα είναι γυναίκες. Διότι, ο Χέρμαν Στίβε, που παρέμεινε διευθυντής του Ινστιτούτου Ανατομίας του Πανεπιστημίου του Βερολίνου από το 1935 μέχρι τον θάνατό του το 1952, είχε μία εξειδίκευση: την μελέτη των αποτελεσμάτων του στρες και του φόβου επί του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος.

«Αντικείμενα»

Για την πρόοδο των ερευνών του, ο Γερμανός επιστήμονας μελετούσε ιστούς του αναπαραγωγικού συστήματος γυναικών που είχαν εκτελεσθεί από το ναζιστικό καθεστώς. Ανάμεσα στα αντικείμενα της μελέτης του, 13 από τους 18 αντιστασιακούς του κατασκοπευτικού δικτύου «Κόκκινη Ορχήστρα» (Rote Kapelle), ανάμεσά τους και η Αμερικανή Μίλντρεντ Φις Χάρνακ, η οποία εκτελέσθηκε δι΄αποκεφαλισμού το 1943 με προσωπική και επείγουσα διαταγή του Χίτλερ.

Αντίθετα με άλλους Γερμανούς επιστήμονες που έγιναν γνωστοί για την ωμότητά τους,  ο Χέρμαν Στίβε δεν ανήκε στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα και δεν έκανε πειράματα σε ζωντανούς ανθρώπους. Αλλά γνώριζε ότι αυτά τα νεκρά πειραματόζωα είχαν βασανισθεί και εκτελεσθεί. «Αυτό δείχνει σε ποιον βαθμό ήταν ψυχρός. Έβλεπε τους ανθρώπους σαν απλά αντικείμενα», λέει ο Αντρέας Βίνκελμαν.

Ο γιατρός «συνεργάσθηκε με το δικαστικό σύστημα του ναζιστικού καθεστώτος για να προχωρήσει τις έρευνές του».

Η γερμανική δικαιοσύνη δεν ασχολήθηκε με τον Χέρμαν Στίβε

Μετά τον πόλεμο, η γερμανική δικαιοσύνη δεν ασχολήθηκε με τον Χέρμαν Στίβε, ο οποίος συνέχισε την καριέρα του, όπως και πολλοί άλλοι Γερμανοί επιστήμονες που εργάσθηκαν με και για τους ναζί. Διότι μόνο υψηλόβαθμοι  αξιωματούχοι του Γ’ Ράιχ καταδικάσθηκαν στο πλαίσιο της «δίκης των γιατρών» στην Νυρεμβέργη.

Σήμερα ακόμη, τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών, παρά τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν, θεωρούνται σημαντικά για την σύγχρονη γυναικολογία. Ο Χέρμαν Στίβε παραμένει μετά θάνατον επίτιμο μέλος της Γερμανικής Εταιρείας Γυναικολογίας και Μαιευτικής.

Η τελετή ενταφιασμού της Δευτέρας, που οργανώνεται από την Μνήμη της Γερμανικής Αντίστασης και το μεγάλο πανεπιστημιακό νοσοκομείο της Charite, του Βερολίνου, διάδοχο του Ινστιτούτου Ανατομίας του Πανεπιστημίου του Βερολίνου του Χέρμαν Στίβε, θα στρέψει τους προβολείς στην επιστημονική του καριέρα.

«Ορισμένα ερωτήματα μένει να απαντηθούν για τον Χέρμαν Στίβε και τον τρόπο με τον οποίο διεξήγαγε τις έρευνές του», επιμένει ο Αντρέας Βίνκελμαν, που μελετά εδώ και χρόνια το έργο του ανατόμου. «Δεν θέλω να κλείσω το κεφάλαιο αυτό της γερμανικής ιστορίας, διότι οι επόμενες γενιές πρέπει να γνωρίζουν τι συνέβη και για ποιον λόγο το θεωρούμε απαράδεκτο».

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ