Αυστριακοί γρεναδιέροι,1792-1815: Οι επίλεκτοι των Αψβούργων

Οι γρεναδιέροι, ως διακριτός τύπος πεζικού, εμφανίστηκε τον 17ο αιώνα αν και οι χειροβομβίδες εμπρηστικές, “βιολογικές” ή εκρηκτικές προϋπήρχαν αιώνες πριν. Στον Αυστριακό Στρατό οι γρεναδιέροι έγραψαν τη δική τους ιστορία ειδικά στη δύσκολη περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης και των Ναπολεόντειων Πολέμων.

Από το 1700 περίπου και μέχρι το 1805 τα αυστριακά συντάγματα πεζικού είχαν την αυτή, σχεδόν, οργάνωση. Κάθε σύνταγμα παρέτασσε δύο τάγματα πεζικού με έξι λόχους μουσκετοφόρων και ένα έμπεδο τάγμα με τέσσερις λόχους. Επίσης κάθε σύνταγμα παρέτασσε και δύο λόχους επίλεκτων γρεναδιέρων.

Οι γρεναδιέροι, όπως μαρτυρά και το όνομά τους, ήταν οι στρατιώτες που χρησιμοποιούσαν χειροβομβίδες (granate στα γερμανικά). Κάθε γρεναδιέρος έφερε 3-5 χειροβομβίδες σε ειδική θήκη, μαζί με φυτίλι και τσακμακόπτερα για να το ανάβει. Ήδη όμως από το 1720 περίπου οι γρεναδιέροι εγκατέλειψαν τις χειροβομβίδες, τις οποίες συνέχισαν να χρησιμοποιούν σε πολιορκητικές επιχειρήσεις μόνο.

Πέραν των χειροβομβίδων οι γρεναδιέροι έφεραν τον τυπικό οπλισμό του πεζικού της εποχής, δηλαδή λειόκαννο μουσκέτο, σπαθί και ξιφολόγχη. Επίσης οι στολές τους δεν ξεχώριζαν αυτών των λοιπών πεζών με εξαίρεση το ψηλό γούνινο καπέλο που έφεραν.

Το 1792 όταν η «δημοκρατική» Γαλλία κήρυξε τον πόλεμο στην Αυστρία, το αυστριακό σύνταγμα πεζικού είχε την ανωτέρω αναφερθείσα οργάνωση. Οι λόχοι γρεναδιέρων παρέτασσαν περί τους 140 άνδρες – έναν λοχαγό, έναν υπολοχαγό, έναν ανθυπολοχαγό, έναν επιλοχία, τέσσερις υπαξιωματικούς, έναν σκαπανέα και 131 γρεναδιέρους. Το οργανωτικό αυτό υπόδειγμα διατηρήθηκε μέχρι το 1805, όταν τέθηκαν σε ισχύ οι μεταρρυθμίσεις του διαβόητου στρατηγού Μακ.

Υπό το νέο οργανόγραμμα κάθε σύνταγμα πεζικού παρέτασσε τέσσερα τάγματα μουσκετοφόρων των τεσσάρων λόχων και ένα τάγμα γρεναδιέρων επίσης των τεσσάρων λόχων, με κάθε λόχο να διαθέτει 160 άνδρες. Μετά τις καταστροφικές ήττες σε Ουλμ και Αούστερλιτς όμως τόσο ο στρατηγός Μακ όσο και οι μεταρρυθμίσεις του κατέληξαν στον κάλαθο των αχρήστων και υπό την ηγεσία του αρχιδούκα Καρόλου των Αψβούργων επανήλθε το προηγούμενο οργανωτικό υπόδειγμα, με εξαίρεση ότι το έμπεδο τάγμα έγινε τώρα ενεργό.

Κατά παράδοση, ήδη από την εποχή των πολέμων του μεγάλου στρατηλάτη πρίγκιπα Ευγένιου της Σαβοΐας οι λόχοι γρεναδιέρων των συνταγμάτων πεζικού αποσπούντο από τα οικεία συγκροτήματα και σχημάτιζαν ανεξάρτητα τάγματα γρεναδιέρων. Κάθε τάγμα αποτελείτο από τέσσερις λόχους.

Η επίλεκτη αυτή δύναμη αποτελούσε συνήθως την εφεδρεία της διοίκησης και ρίχνονταν στη μάχη είτε για να στηρίξει την φίλια παράταξη αν παρουσίαζε σημεία κάμψης, ή για να συντρίψει την εχθρική με μια ισχυρή φανατισμένη έφοδο.

Οι άνδρες που κατατάσσονταν στους λόχους γρεναδιέρων ήταν κατά κανόνα οι πλέον εύσωμοι και εύρωστοι.  Υφίσταντο δε πολύ σκληρή εκπαίδευση και καθίσταντο ικανοί να βάλλουν γρήγορα και ψύχραιμα, αλλά και να μάχονται εκ του συστάδην με το σπαθί και την ξιφολόγχη. Ο συνήθης σχηματισμός μάχης ήταν αυτός της γραμμής τριών ζυγών. Ωστόσο από το 1805 και έπειτα υιοθετήθηκε και ο σχηματισμός της φάλαγγας εφόδου.

Όταν αντιμετώπιζαν αντίπαλο ιππικό είτε σχημάτιζαν ανοικτό τετράγωνο, είτε «μάζα» – έναν πολύ πυκνό σχηματισμό φάλαγγας – είτε, αν το αντίπαλο ιππικό δεν μπορούσε να τους υπερκεράσει, παράμεναν σε σχηματισμό γραμμής αποκρούοντας την επίθεση με πυρά και προτεταμένες ξιφολόγχες.

Οι άνδρες έφεραν την τυπική λευκή στολή του πεζικού με τα χρώματα των οικείων συνταγμάτων στα επιμάνικα, το κολάρο και τις απολήξεις του χιτωνίου. Όπως και οι λοιποί πεζοί οι γρεναδιέροι έφεραν κοντά άρβυλα και μαύρες υψηλές γκέτες που έφταναν σχεδόν έως το ύψος του γονάτου.

Έχοντας εγκαταλείψει τις χειροβομβίδες έφεραν μόνο ξύλινο φυσιγιοθήκη μαύρου χρώματος με μεταλλικό θυρεό με τη φλογοφόρο ροιά, που αποτελούσε το έμβλημά τους η οποία αναρτάτο από τον αριστερό ώμο με δερμάτινο, λευκού χρώματος, ιμάντα. Οι γρεναδιέροι, όπως και οι μουσκετοφόροι, των Ουγγρικών συνταγμάτων έφεραν στενά παντελόνια χρώματος μπλε.

Από τον δεξιό ώμο αναρτάτο επίσης με ιμάντα λευκού χρώματος το σπαθί και η ξιφολόγχη. Επίσης από τον δεξιό ώμο αναρτάτο ο ιμάντας, καφέ χρώματος, που συγκροτούσε το υδροδοχείο. Οι γρεναδιέροι έφεραν το αυτό σακίδιο με τους μουσκετοφόρους επί του οποίου αναρτάτο και η γκρίζου χρώματος χλαίνη. Το σπαθί είχε μήκος λεπίδας περί τα 50 εκ και ήταν ελαφρώς κυρτό. Τα σπαθιά των υπαξιωματικών ήταν μεγαλύτερα.

Οι κατώτεροι αξιωματικοί φορούσαν τις ίδιες στολές με τους άνδρες τους. Το χιτώνιο κούμπωνε εμπρός με μια σειρά μεταλλικών κομβίων. Οι αξιωματικοί έφεραν χρυσοκέντητη ζώνη, μπότες και μακριά κυρτή σπάθη. Στα καπέλα υπήρχε μεταλλικός θυρεός με τον δικέφαλο αετό των Αψβούργων. Υπαξιωματικοί και γρεναδιέροι έφεραν, μέχρι το 1798-1800 το μουσκέτο υποδείγματος 1748 και κατόπιν το μουσκέτο υποδείγματος 1798 διαμετρήματος 17,5mm. και βάρους περίπου 4,55 κιλών.

Οι Αυστριακοί γρεναδιέροι διακρίθηκαν σε όλες τις μάχες που συμμετείχαν, νικηφόρες ή μη, όπως του Ζεμαπέ το 1792, στο Μαρένγκο το 1800, στο Άσπρεν Έσλινγκ, το Βάγκραμ και το Τσνάιμ το 1809, τη Δρέσδη και τη Λειψία το 1813.