Αυστριακός στρατός 1866: Νικά τους Ιταλούς, ηττάται από τα οπισθογεμή Dreyse

Το 1860 ο Αυστριακός Στρατός δεν βρίσκονταν στο απόγειο της ισχύος του. Η ήττα του 1859 από Γάλλους και Ιταλούς του Πεδεμοντίου είχε στοιχίσει υλικά και ηθικά. Παρόλα αυτά ο Αψβούργος αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ δεν τόλμησε να προχωρήσει στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις.

Συνέπεια της ήττας του 1859 ήταν η τοποθέτηση στην αρχιστρατηγία ενός νέου, δημοφιλούς, αλλά παντελώς ανίκανου στη διαχείριση μεγάλων σχηματισμών στρατηγού, του Λούντβιγκ Μπένεντεκ. Υπό τον Μπένεντεκ δεν υπήρξε ουδεμία βελτίωση στη μαχητική ικανότητα του Αυστριακού Στρατού, ο οποίος, ούτως ή άλλως, διακατεχόταν από έναν άκρατο συντηρητισμό.

Ο Μπένεντεκ για να εξασφαλίσει τη θέση του ως αρχηγός του Αυστριακού Στρατού φρόντισε να τοποθετήσει σε καίριες θέσεις φίλους και συνεργάτες του, συνήθως εξίσου ανίκανους με αυτόν. Το 1864 Αυστρία και Πρωσία κήρυξαν τον πόλεμο στη Δανία για το ζήτημα της κατοχής των δουκάτων του Σλέσβιγκ και του Χόλσταϊν.

Στην σύγκρουση αυτή εναντίον μιας μικρής δύναμης και ενός αδύναμου στρατού οι αδυναμίες του Αυστριακού Στρατού και του επικεφαλής του δεν φάνηκαν. Αυτό που φάνηκε ήταν η ισχύς του Πρωσικού Στρατού, του εξοπλισμένου με το οπισθογεμές, βελονοφόρο τυφέκιο Dreyse. Το γεγονός αυτό δεν αξιολογήθηκε όπως έπρεπε από την αυστριακή ηγεσία. Αποτέλεσμα ήταν, το 1866, οι στρατιώτες να θερίζονται, σαν τα στάχυα, από τα σύγχρονα πρωσικά τυφέκια.

Μετά την ήττα του 1859 από Γάλλους και Ιταλούς, ο Αυστριακός Στρατός αποφάσισε να υιοθετήσει το γαλλικό τακτικό δόγμα, το οποίο ήταν απότοκος των αντίστοιχων Ναπολεόντειων, προσαρμοσμένο, ελαφρώς, στα νέα όπλα της εποχής. Το δόγμα αυτό προέβλεπε την ανάπτυξη του πεζικού σε φάλαγγες εφόδου, οι οποίος όφειλαν να επιτεθούν στον αντίπαλο με την ξιφολόγχη, με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα, καλυπτόμενες από τμήματα ακροβολιστών, με το φίλιο πυροβολικό να εξασθενεί, με τα πυρά του το αντίπαλο πεζικό και, ει δυνατόν, να αδρανοποιεί, τουλάχιστον, το αντίπαλο πυροβολικό.

Το ιππικό αναλάμβανε αποστολές αναγνώρισης και πλαγιοφύλαξης, κυρίως, αλλά όταν απαιτείτο και επέλασης κατά του αντιπάλου ιππικού ή πυροβολικού, κατά προτίμηση. Το πεζικό εξοπλισμένο με εμπροσθογεμή τυφέκια ραβδωτής κάννης μπορούσε να επιτύχει μεγαλύτερο όγκο πυρός σε μεγαλύτερη απόσταση και με μεγαλύτερη ακρίβεια σε σχέση με το Ναπολεόντειο πεζικό.

Το αυστριακό πεζικό ήταν εξοπλισμένο με το εμπροσθογεμές τυφέκιο ραβδωτής κάννης Lorenz. Το όπλο αυτό είχε αρχίσει να εξοπλίζει το αυστριακό πεζικό από το 1854. Είχε διαμέτρημα 13,7mm. Το τυφέκιο παρήχθη σε τρεις εκδόσεις, αυτή του πεζικού, μια βραχύτερης κάννης για τους ακροβολιστές και στην έκδοση αραβίδας για το ιππικό.

Η έκδοση του πεζικού είχε μήκος 1,35 μ. και ζύγιζε 4,1 κιλά. Οι πεζοί έφεραν επίσης μακρά ξιφολόγχη. Ένας καλά εκπαιδευμένος στρατιώτης μπορούσε να βάλλει τρεις βολές ανά λεπτό, αλλά γενικά η ταχυβολία του, σε συνθήκες μάχης, ήταν σημαντικά μικρότερη μετά το σταδιακό στόμωμα της κάννης από υπολείμματα πυρίτιδας.

Το αυστριακό πεζικό αναπτύσσονταν για μάχη σε σχηματισμό φάλαγγας μάχης, σε μέτωπο διλοχίας. Έτσι ένα τάγμα παρουσίαζε μέτωπο δύο και βάθος τριών λόχων. Οι σχηματισμοί αυτοί ήταν ογκώδεις και παρουσίαζαν ευμεγέθεις στόχους. Ωστόσο μπορούσαν να διοικηθούν εύκολα, ακριβώς λόγω του ότι ήταν συμπαγείς και μπορούσαν να κινηθούν με ταχύτητα έως και 120 βημάτων ανά λεπτό.

Συνήθως όμως τα τάγματα αναπτύσσονταν για επίθεση σε φάλαγγες ημιταγμάτων. Ενώπιον των φαλαγγών αναπτύσσονταν, σε διάταξη ακροβολισμού, οι επίλεκτοι Κυνηγοί, οι ειδικευμένοι δηλαδή ακροβολιστές του Αυστριακού Στρατού, οι οποίοι με τα πυρά τους κάλυπταν το κοινό πεζικό. Δυστυχώς, σε αρκετές περιπτώσεις τα επίλεκτα αυτά τμήματα χρησιμοποιήθηκαν ως κοινό πεζικό. To αυστριακό πυροβολικό διέθετε σύγχρονα, για την εποχή, οπισθογεμή πυροβόλα ραβδωτής κάννης των 4-12 pdr.

Το ιππικό διακρίνονταν σε μέσο και ελαφρύ. Στην πρώτη κατηγορία ανήκαν τα συντάγματα θωρακοφόρων, που δεν έφεραν πλέον θώρακες, και αυτά των δραγώνων. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκαν τα συντάγματα των ουσάρων και των λογχοφόρων ουλάνων. Οι ουλάνοι έφεραν λόγχες μήκους περίπου 3 μ. Θωρακοφόροι και δραγώνοι έφεραν μακριά ίσια σπάθη, ενώ ουσάροι και λογχοφόροι έφεραν κυρτές σπάθες. Οι δραγώνοι και οι ουσάροι έφεραν επίσης αραβίδες, ενώ οι θωρακοφόροι και οι λογχοφόροι πιστόλια.

Ο στρατός αναπτύσσονταν με το πυροβολικό εμπρός ή επί εδαφικών εξάρσεων, ώστε να έχει ευρύ πεδίο βολής και το πεζικό πίσω, σε ιδιαίτερα πυκνούς σχηματισμούς. Ένα σύνταγμα των τριών ταγμάτων ανέπτυσσε τα τάγματά του σε απόσταση μόλις 4 μ. το ένα από το άλλο. Οι ακροβολιστές αναπτύσσονταν εμπρός από το πεζικό, σε διάταξη ακροβολισμού, δρώντας σε δυάδες. Το ιππικό κάλυπτε τα πλευρά, αλλά και αναλόγως της τακτικής κατάστασης, εκτελούσε αναγνωρίσεις σε βάθος, ή τηρείτο ως εφεδρεία για με σκοπό να ριχτεί στη μάχη όταν το φίλιο πεζικό θα είχε καταφέρει να διανοίξει ρήγματα στην εχθρική διάταξη.

Δύο συντάγματα πεζικού συγκροτούσαν μια ταξιαρχία. Δύο ταξιαρχίες, μαζί με μοίρα πυροβολικού και ενίοτε στοιχεία ιππικού, συγκροτούσαν μια μεραρχία. Δύο μεραρχίες συγκροτούσαν ένα σώμα στρατού και δύο ή περισσότερα σώματα μια στρατιά. Το ιππικό ήταν επίσης οργανωμένο σε ταξιαρχίες των δύο συνταγμάτων και μεραρχίες των δύο ταξιαρχιών, ενισχυμένες με έφιππο πυροβολικό. Το πυροβολικό ήταν οργανωμένο σε συντάγματα, αλλά δρούσε κυρίως σε επίπεδο μοίρας. Οι ακροβολιστές ήταν οργανωμένοι σε ανεξάρτητα τάγματα.

Η μεγάλη αδυναμία του Αυστριακού Στρατού ήταν η ανομοιογένειά του, καθώς οι μονάδες του συγκροτούντο από άνδρες από όλα τα έθνη της Αψβουργικής Αυτοκρατορίας, που σε αρκετές περιπτώσεις, δεν είχαν καμία διάθεση να πεθάνουν για τους επικυρίαρχούς τους. Για να μετατραπεί το ανομοιογενές αυτό σύνολο σε πραγματικό στρατό χρειαζόταν υψηλό πνεύμα μονάδος το οποίο όμως, για να δημιουργηθεί, έπρεπε να καλλιεργηθεί από άξιους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς που δεν ήταν πάντοτε διαθέσιμοι.

Στον πόλεμο κατά των Πρώσων και των Ιταλών συμμάχων τους οι Αυστριακοί πολέμησαν γενναία. Υπό την άξια ηγεσία του αρχιδούκα Αλβέρτου νίκησαν τους Ιταλούς στην Κουστόζα. Υπό την τραγική διοίκηση του Μπένεντεκ – και λόγω των πρωσικών τυφεκιών Dreyse, ηττήθηκαν καταλυτικά στην Σάντοβα.