Χίτλερ: Ένας άρρωστος φανατικός, οι αυλοκόλακες και η γερμανική ήττα (vid.)

Ήδη από το 1943 η κατάσταση της υγείας του Χίτλερ ήταν τραγική. Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές είχαν ήδη αρχίσει να εκδηλώνονται τα συμπτώματα της νόσου του Πάρκινσον, η οποία με τον καιρό τον ταλαιπωρούσε όλο και περισσότερο. Η συγκεκριμένη νόσος επηρεάζει δραματικά και τις εγκεφαλικές λειτουργίες του ασθενή. Η κατάσταση της υγείας του δε, επιδεινώνονταν παράλληλα με την επιδείνωση της στρατιωτικής κατάστασης της Γερμανίας.

Μετά δε και την εναντίον του απόπειρα δολοφονίας (1944), ένιωθε μόνος και προδομένος, από τους στρατηγούς του που υποχωρούσαν, από τους στρατιώτες του που δεν επιδείκνυαν τον αναγκαίο φανατισμό κλπ. Το συναίσθημα αυτό της μοναξιάς ισχυροποιήθηκε σταδιακά. Ο Χίτλερ από κάποια στιγμή και έπειτα ζούσε ουσιαστικά μόνος, χαμένος μέσα σε έναν δικό του κόσμο, τον οποίο ελάχιστοι προσποιούνταν ότι κατανοούσαν, μόνο και μόνο για να εξασφαλίσουν προσωπικά οφέλη.

Πολλοί από τους «αυλοκόλακες», των τελευταίων ειδικά ημερών, τον παρομοίαζαν με τον Μεγάλο Φρειδερίκο και έτρεφαν τις φαντασιώσεις του περί ανατροπής της άσχημης για τη Γερμανία κατάστασης. Όπως και τότε (1763) ο θάνατος της Τσαρίνας της Ρωσίας έσωσε τον Φρειδερίκο και την Πρωσία από την ήττα και την καταστροφή, έτσι και τώρα, του έλεγαν, η διχογνωμία μεταξύ των «υπερκαπιταλιστικών» χωρών (ΗΠΑ, Βρετανία) και της «υπερσοσιαλιστικής» Σοβιετικής Ένωσης, θα έσωζαν τη Γερμανία , έστω και την τελευταία στιγμή. Γεννάτε φυσικά το ερώτημα γιατί ο Χίτλερ διατηρούσε κοντά του τους συγκεκριμένους «αυλοκόλακες», γιατί δεν τους απομάκρυνε.

Ο στρατηγός Χάιντς Γκουντέριαν, σε συνεργασία με τον ψυχρό τεχνοκράτη, τον Υπουργό Εξοπλισμών Άλμπερτ Σπέερ, παρέδωσε μα έκθεση του τελευταίου στον Χίτλερ. Η εισηγητική πρόταση της έκθεσης έλεγε: «Ο πόλεμος έχει χαθεί». Σύμφωνα με τον Γκουντέριαν, ο Χίτλερ μόλις διάβασε την πρόταση αυτή , τοποθέτησε το έγγραφο στο χρηματοκιβώτιο του, χωρίς να πει λέξη. Όταν δεν έλαβε απάντηση, ο Σπέερ επανήλθε ζητώντας συνάντηση με τον Χίτλερ.

Αυτός όμως αρνήθηκε να τον δει, ενώ όταν έλαβε και νέο αντίγραφο της έκθεσης το έκλεισε και αυτό στο χρηματοκιβώτιο του χωρίς και πάλι να το διαβάσει. Παραπονέθηκε μάλιστα στον Γκουντέριαν: «Εκείνο που θέλει να μου πει ο Σπέερ είναι ότι ο πόλεμος έχει χαθεί και πρέπει να τον τερματίσω. Τώρα θα αντιλαμβάνεστε ασφαλώς γιατί αρνούμαι πλέον να δέχομαι οποιονδήποτε μόνος. Ο καθένας που θέλει να μου μιλήσει ενεργεί με τον ίδιο τρόπο, επειδή κάτι δυσάρεστο έχει να μου ανακοινώσει. Αυτό δεν μπορώ να το αντέξω».

Είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς την ψυχική κατάπτωση του ηγέτη που νόμισε εαυτόν κυρίαρχο του κόσμου. Όσο περισσότερο η ήττα και η συνεπαγόμενη Νέμεσις έκρουε τη θύρα του σαθρού ναζιστικού οικοδομήματος, τόσο περισσότερο ο Χίτλερ αποσυρόταν σε έναν δικό του κόσμο , μακριά από την πραγματικότητα που τόσο τον πλήγωνε.

Πολλοί καταλογίζουν τη «φυγή» αυτή του Χίτλερ στον Δρ. Μορέλ, τον γιατρό που τον κουράριζε και στα φαρμακευτικά σκευάσματα που αυτός τον προμήθευε. Μπορεί όμως πραγματικά να ειπωθεί κάτι τέτοιο; Και αν ναι τότε γιατί ο Χίτλερ , όταν ήθελε, διατηρούσε στο ακέραιο τη διαύγεια του; Δεν ήταν ο Δρ. Μορέλ που ευθυνόταν για τη φαντασιοπληξία του Χίτλερ, ήταν οι ίδιες οι δικές του φοβίες που δεν του επέτρεπαν να δει κατάματα την πραγματικότητα.

Ο Χίτλερ δεν φοβόταν για τη ζωή του. Το θάρρος άλλωστε ήταν μια αρετή που δεν τον εγκατέλειψε ποτέ ως το τέλος της ζωής του. Φοβόταν την ήττα και τις συνέπειες της στη Γερμανία και στο κόμμα.

Ως το τέλος υπήρξε ένας φανατικός που πίστευε στην «αποστολή» και στην ιδεολογία του. Ήδη από το 1934 είχε πει: «…αν δεν μπορέσουμε να κατακτήσουμε τον κόσμο, θα μας είναι δυνατό να σύρουμε τον μισό στην καταστροφή μαζί μας και να μην επιτρέψουμε σε κανένα να θριαμβεύσει επί της Γερμανίας. Ποτέ δεν θα συνθηκολογήσουμε, ποτέ! Είναι δυνατό να καταστραφούμε, αν όμως αυτό συμβεί, θα σύρουμε μαζί μας στην καταστροφή έναν ολόκληρο κόσμο, έναν κόσμο φλεγόμενο».

Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ικανός να φτάσει στα άκρα, όπως και τελικά έφτασε. Πως όμως μια τέτοια κυριολεκτικά δαιμονική προσωπικότητα υπέπεσε σε τεράστια στρατηγικά και τακτικά λάθη, τα οποία τελικά επέφεραν και την ήττα και την κατάρρευση του οικοδομήματος που η ίδια αυτή προσωπικότητα είχε κτίσει;

Η απάντηση και στο ερώτημα αυτό είναι μάλλον περισσότερο απλή από ότι θα φανταζόταν κανείς. Επηρεασμένος από τους αρχικούς θριάμβους και τις κολακείες των ανθρώπων της ανατολικού τύπου δεσποτικής «αυλής» που είχε δημιουργήσει, ο Χίτλερ εισήγαγε ένα νέο υπόδειγμα διακυβέρνησης της χώρας και ελέγχου των πολεμικών επιχειρήσεων.

Το υπόδειγμα αυτό ήταν άκρως συγκεντρωτικό ή άκρως αποκεντρωτικό, κατά περίσταση. Για παράδειγμα, όταν ένας στρατηγός στο μέτωπο επιθυμούσε να αναδιατάξει τις μονάδες του έπρεπε να ζητήσει την άδεια του Χίτλερ. Αντίθετα όταν κάποιος από τον στενό του κύκλο επιθυμούσε το οτιδήποτε, εξασφάλιζε την άδεια ή, στη χειρότερη περίπτωση, την ανοχή του «Φύρερ». Οι αξιωματικοί του στρατού που έγιναν μέλη της αυλής του (Κάιτελ, Γιόντλ) προσάρμοσαν τα ορθόδοξα δόγματα της στρατιωτικής τέχνης στις επιθυμίες και τις θελήσεις του «αφέντη» τους.

Η ισχυρογνωμοσύνη του Χίτλερ δεν επέτρεπε τον αντίλογο και όσοι διοικητές αποτόλμησαν να του εκθέσουν ευθαρσώς τις, κατά βάσει σωστές, απόψεις τους , αποπέμφθηκαν , όπως για παράδειγμα ο Μάνσταϊν ή ο Γκουντέριαν. Αντίθετα ο Γκαίρινγκ δεν υπέστη τις συνέπειες που θα έπρεπε ποτέ ούτε για την ήττα του στη μάχη της Αγγλίας, ούτε για την καταστροφική του παρέμβαση στη μάχη του Στάλινγκραντ.

Το ίδιο συνέβη με τον ανίκανο, στα στρατιωτικά, αρχηγό των SS Χάινριχ Χίμλερ ο οποίος όποια πολεμική επιχείρηση ο Χίτλερ του ανέθεσε την διεξήγαγε καταστροφικά είτε στην Αλσατία, είτε στο Ανατολικό Μέτωπο. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι η ανικανότητα του Χίμλερ στη διοίκηση της Ομάδας Στρατιών “Βιστούλας”, έφερε τους Σοβιετικούς στις πύλες του Βερολίνου. Ωστόσο ποτέ ο Χίτλερ δεν τον κατηγόρησε για αυτό. Αντίθετα κατηγορούσε για δειλία αξιωματικούς και στρατιώτες που πέθαιναν για χάρη του στο μέτωπο…

Ανήκε βέβαια στην «παλαιά συντροφιά» των ιδρυτικών στελεχών του κόμματος και για αυτό βρισκόταν στο απυρόβλητο. Ακόμα και όταν προσπάθησε να «εκθρονίσει» τον Χίτλερ, τον Απρίλιο του 1945, δεν αντιμετώπισε το εκτελεστικό απόσπασμα, όπως τόσοι άλλοι πριν από αυτόν το αντιμετώπισαν, για πολύ πιο επουσιώδεις λόγους. Όπως ήταν φυσικό το αλλοπρόσαλλο αυτό μοντέλο κατεύθυνσης της πολεμικής προσπάθειας της χώρας έφερε την ήττα.

Ο Χίτλερ με τον Γκέρινγκ, τον στρατάρχη πειθήνιο στρατάρχη Κάιτελ (αριστερά) και τον Μάρτιν Μπόρμαν (δεξιά).