ΧΟΥΝΤΑ 1967: Η μαρτυρία του Αμερικανού πρέσβη για την 21η Απριλίου

Οι Αμερικανοί αρχικά είδαν επιφυλακτικά το κίνημα των συνταγματαρχών. Οι διαβεβαιώσεις Παπαδόπουλου, μερικές μέρες αργότερα, τους έπεισαν να αφήσουν την κατάσταση να εξελιχθεί. Οι αναφορές του Αμερικανού πρεσβευτή στην Αθήνα Φίλιπ Τάλμποτ είναι ενδεικτικές.

Ο Τάλμποτ, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Εθνικός Κήρυξ» ανέφερε τα εξής : «Ακούσαμε ότι υπήρχε μία ομάδα αξιωματικών που έδειχνε ότι θα αποπειραθεί να προχωρήσει σε πραξικόπημα κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας του Απριλίου. Δεν ξέραμε ποιοι πραγματικά ήταν, αλλά ότι ήταν συνταγματάρχες. Δεν ήταν οι στρατηγοί. Αυτό μας ανησύχησε, αλλά η ημερομηνία που μας έδωσε μία από τις πηγές μας ήταν στις αρχές Απριλίου.

“Φυσικά παρακολουθήσαμε την κατάσταση πολύ προσεκτικά, αλλά η ημέρα αυτή ήρθε και παρήλθε χωρίς να συμβεί τίποτα…Στις 21 Απριλίου, περίπου στις 3 π.μ. έλαβα ένα τηλεφώνημα από το φρουρό της πύλης ότι με ζητούσε ο ανεψιός του πρωθυπουργού Κανελλόπουλου. Μου είπε ότι ο θείος του είχε ανατραπεί από μία ομάδα ανδρών ντυμένων με στρατιωτικά. Χτύπησαν την πόρτα και στο τέλος έσπασαν την κλειδαριά και έτσι εισήλθαν. Είπα ‘ας τηλεφωνήσουμε στην πρεσβεία να δούμε τι συμβαίνει’.

“Προσπάθησα να τηλεφωνήσω αλλά η γραμμή ήταν νεκρή. Έτσι πήγαμε με το αμάξι στην πρεσβεία. Έστειλα ειδοποίηση στην Ουάσιγκτον με όλα όσα ήξερα μέχρι στιγμής. Είπα στον ανιψιό: ‘Κοίταξε, δεν ξέρω τι συμβαίνει. Εσύ θα οδηγήσεις το αυτοκίνητό σου και θα σε ακολουθήσω με το υπηρεσιακό. Αν βρούμε στο δρόμο στρατιωτικούς ή οτιδήποτε άλλο θα κάνω το γύρο και θα επιστρέψω’. Πήγαμε να δούμε τη θεία του. Δεν ήξερε αν ήταν στρατιωτικοί ή κομμουνιστές που φορούσαν στρατιωτικές στολές.

“Δεν ήξερε πού ήταν ο σύζυγός της, τον οποίο είχαν πάρει μαζί τους. Είχαν πει: ‘Ο βασιλιάς θέλει να σας δει άμεσα’ κι εκείνος είχε απαντήσει: ‘Αν θέλει να με δει μπορεί να μου τηλεφωνήσει και θα έρθω’. Κι εκείνοι είπαν τότε: ‘Όχι, θέλει να σας δει’. Αυτά ήταν όσα γνωρίζαμε μέχρι στιγμής. Δεν ήξερα πώς να ειδοποιήσω το προσωπικό της πρεσβείας, καθώς οι περισσότεροι έμεναν στο Ψυχικό.

“Ήμουν στην πρεσβεία με έναν φρουρό πεζοναύτη και έναν υπάλληλο του τομέα επικοινωνίας. Μέσω του τελευταίου μπορούσα να στέλνω ειδοποιήσεις στην Ουάσιγκτον. Μετά από δύο ή τρεις ώρες κάποιοι από το προσωπικό της πρεσβείας άρχισαν να καταφθάνουν και ήθελα να γνωρίζω πως το είχαν μάθει. Ο αξιωματούχος του ελληνικού γραφείου στην Ουάσιγκτον ήταν κάποιος που βρισκόταν στην πρεσβεία στην Αθήνα μέχρι πρόσφατα.

“Είχε τον κατάλογο με τα τηλέφωνα της πρεσβείας στην Αθήνα, την οποία προσπάθησε να καλέσει. Όταν δεν μπορούσε να πιάσει γραμμή, ήταν αρκετά έξυπνος ώστε να σκεφθεί να τηλεφωνήσει στα προάστια, καθώς ήταν πιθανόν να είχαν μπλοκάρει το κεντρικό τηλεφωνικό κέντρο αλλά όχι τα άλλα. Έτσι από την Ουάσιγκτον μπορούσε να ειδοποιήσει άτομα που δεν μπορούσα εγώ.

“Ήρθε το πρωί και τα στρατεύματα ήταν στην πόλη. Υπήρχε μία ομάδα του Πενταγώνου που είχε επισκεφθεί την Αθήνα και υπήρχαν στρατεύματα μπροστά από το Χίλτον όπου διέμεναν. Έστειλαν κάποιον από το προσωπικό του ξενοδοχείου να μεταφέρει ένα σημείωμα στην πρεσβεία. Έλεγε ότι επρόκειτο να αναχωρήσουν σε τρεις ώρες και δεν ήξεραν τι να κάνουν.

“Μου πήρε όλη αυτή την ημέρα για να μάθω ποιος εμπλεκόταν στο πραξικόπημα και τι συνέβαινε. Οι στρατιωτικοί μας ακόλουθοι πήγαν στο ελληνικό Πεντάγωνο για να εξακριβώσουν τι συνέβαινε. Διαπίστωσαν ότι ο βασιλιάς ήταν όντως στο Πεντάγωνο και βρισκόταν εκεί σχεδόν όλη τη νύχτα. Προσπαθούσα να επικοινωνήσω μαζί του ανεπιτυχώς. Ο Έλληνας Πρωθυπουργός ήταν ανενεργός, έτσι δεν είχαμε καμία πρόσβαση και επαφές. Οι ακόλουθοί μας τελικά αναγνώρισαν δύο στρατιωτικούς που εμπλέκονταν. Τα ονόματά τους συνέπιπταν με εκείνων για τους οποίους υπήρχαν οι φήμες.

“Ήταν απόγευμα όταν τελικά κατάφερα να επικοινωνήσω τηλεφωνικώς με το βασιλιά και να τον ρωτήσω αν μπορώ να τον δω. Ήταν θυμωμένος και ταραγμένος. Είπε ότι το έκαναν αυτό χωρίς την έγκριση και τη συγκατάθεσή του και δεν θα έπρεπε να συμβαίνει αυτό. Δεν έδειχνε να γνωρίζει αυτούς τους αξιωματούχους. Έλεγε επίσης ότι από το απόγευμα είχαν πάρει τον έλεγχο και αποφάσισε ότι, προκειμένου η Ελλάδα να συνεχίσει, θα πρέπει να τους ορκίσουμε υπουργούς.

“Η πρώτη του ιδέα ήταν να τους καλέσει στο παλάτι και είπε ‘Επρόκειτο να τους πυροβολήσω’, αλλά ήρθαν με τανκς. Δεν τους πυροβόλησε, τους όρκισε. Ως επικεφαλής του κράτους, τους όρκισε και έγιναν επίσημη κυβέρνηση. Εθλίβην από την εξέλιξη αυτή. Ανέφερα όλα αυτά στην Ουάσιγκτον… Ακόμα και αν δεν τους είχε ορκίσει, θα είχαν πάρει την εξουσία. Πιθανόν θα εξεδίωκαν αμέσως τη βασιλική οικογένεια, οπότε δεν νομίζω ότι το γεγονός πως τους όρκισε έκανε κάποια διαφορά.

“Από την άλλη πλευρά υπήρξαν συνέπειες μερικές από τις οποίες δεν ήταν κακές. Οι άνθρωποί μου τελικά κατάφεραν να έρθουν σε επαφή με τους συνταγματάρχες που ήθελαν να με δουν. Ήταν τα μεσάνυχτα της πρώτης νύχτας. Για πρώτη φορά συνάντησα τον Παπαδόπουλο… Εξέφρασαν ανοικτά την υποστήριξή τους στο ΝΑΤΟ και στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

“Έλεγαν ότι ενεργούσαν για να σώσουν την Ελλάδα, καθώς ο Ανδρέας Παπανδρέου θα ήταν καταστροφή. Πραγματικά δεν άκουσαν όταν τους είπα πόσο ανέλπιδο το θεωρούσα αυτό και ότι η Ουάσιγκτον ήταν πολύ, πολύ δυσαρεστημένη», ανέφερε ο Τάλμποτ.

Αυτό όμως που έσωσε κυριολεκτικά τη χούντα ήταν η ένταση στη Μέση Ανατολή, η οποία ξεκίνησε τον Μάιο του 1967 και εξελίχθηκε στον Πόλεμο των Έξι ημερών.

Αναφέρει ο Τάλμποτ : «Ο Πόλεμος των Έξι Ημερών ξεκίνησε τον Ιούνιο. Από την 21η Απριλίου έως τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, η θέση μας (απέναντι στη χούντα) ήταν να είμαστε τυπικοί και να τηρούμε αποστάσεις. Μετά από αυτή τη συνάντηση με τους στρατιωτικούς, δεν τους ξαναείδα κατά τη διάρκεια όλων αυτών των εβδομάδων.

“Είχαμε χαμηλού επιπέδου επαφές στην πρεσβεία προκειμένου να εξακριβώνουμε τι συνέβαινε, αλλά εκδηλώναμε την αμερικανική δυσαρέσκεια για ότι συνέβαινε. Μετά ήρθε ο Πόλεμος των έξι Ημερών… Μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, περάσαμε διάφορες φάσεις, όχι τις πλέον ψυχρές, αλλά ούτε τυπικές. Αρχίσαμε να συνεργαζόμαστε μαζί τους. Εκείνη την εποχή ήταν ξεκάθαρο ότι δεν υπήρχε πραγματική εναλλακτική λύση για την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας».

Ο Φίλιπ Τάλμποτ.