Δαρείος, Σκύθες, περσικό προγεφύρωμα στην Ευρώπη και προδότες Έλληνες

Έχοντας επικρατήσει των εσωτερικών αντιπάλων του, ο Πέρσης βασιλιάς Δαρείος αποφάσισε να συνεχίσει την επεκτατική πολιτική των προκατόχων του. Η Περσική Αυτοκρατορία ήταν εκ των πραγμάτων μια δύναμη επεκτατική. Κάθε υποταγμένος λαός σήμαινε για τον εκάστοτε Πέρση βασιλέα νέους φόρους, άρα έσοδα για τη συντήρηση του πολυδάπανου κρατικού μηχανισμού, χιλιάδες νέους δούλους, άρα δωρεάν εργατικά χέρια, νέες επιπλέον στρατιωτικές δυνάμεις και νέο επιπλέον ζωτικό χώρο.

Με αυτό το σκεπτικό λοιπόν, αλλά και με τη λογική εξασφάλισης σταθερού επί ευρωπαϊκού εδάφους προγεφυρώματος, ο Δαρείος απεφάσισε να επιτεθεί στους Σκύθες. Τα διάφορα σκυθικά φύλα κατοικούσαν τότε στις παρυφές της Περσικής Αυτοκρατορίας από τις εκβολές του Προύθου, στη σημερινή Ρουμανία και Μολδαβία, έως και το σημερινό Αφγανιστάν.

Εάν πάντως επιθυμούσε απλώς να πλήξει τους Σκύθες, περιορίζοντας τις κατά του κράτους του ληστρικές τους επιδρομές, θα ήταν λογικό να το επιχειρήσει μέσω Αρμενίας και Γεωργίας και όχι μέσω Ελλησπόντου και Θράκης, όπως τελικώς έπραξε.

Αντιθέτως , ο Δαρείος είχε συνυπολογίσει και άλλους παράγοντες στην επικείμενη εκστρατεία. Περνώντας για πρώτη φορά στην Ευρώπη, υπολόγιζε να υποτάξει τη Μακεδονία και τη Θράκη, εξασφαλίζοντας εκεί μια σταθερή βάση για περαιτέρω επιχειρήσεις. Προφανής στόχος του δεν ήταν άλλος από την υποταγή ολόκληρης της Ελλάδος, εφόσον μόνο οι Έλληνες είχαν απομείνει ελεύθεροι από όλα τα γειτονικά με τους Πέρσες έθνη.

 Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο , ο Δαρείος φιλοδοξούσε να κυριεύσει όλες τις χώρες από το Βυζάντιο έως και την λίμνη Αράλη. Στις αρχές της άνοιξης του 513 π.Χ. , μια περσική στρατιά δυνάμεως 100.000 ανδρών διέσχισε τα στενά του Βοσπόρου, μέσω της πλωτής γέφυρας που είχε κατασκευάσει ο Έλληνας Μανδροκλής. Παράλληλα , 600 πολεμικά σκάφη έπλευσαν εντός του Ευξείνου Πόντου παρακολουθώντας από θαλάσσης τις κινήσεις του στρατού.

Κάτω από το βάρος της τεράστιας περσικής δυνάμεως όλες οι πόλεις και οι λαοί υποτάχθηκαν και ο Δαρείος έφτασε χωρίς να συναντήσει αντίσταση έως τον ποταμό Ίστρο (Δούναβης). Μόνο όταν η στρατιά του διέσχισε τον ποταμό, με τη συνδρομή Ιωνικών πλοίων, αντιμετώπισε για πρώτη φορά αντίσταση από το θρακικό φύλο των Γετών. Σύντομα οι Γέτες κατατροπώθηκαν από τους χιλιάδες αντιπάλους των.

Ακολούθως , οι πηγές δεν αναφέρουν τίποτε για τη συνέχεια της εκστρατείας. Ο Ηρόδοτος μόνο αναφέρει ότι οι Πέρσες έφτασαν μέχρι τον ποταμό Όαρο, τον οποίο κάποιοι ταυτίζουν με τον σημερινό Βόλγα. Ωστόσο θεωρείται απίθανο να έφτασαν τόσο μακριά. Επειδή ταλαιπωρούνταν συνεχώς από τις επιθέσεις των ταχύτατων Σκυθών ιπποτοξοτών και επειδή βάδιζαν σε μια εντελώς άγνωστη χώρα με ανύπαρκτο οδικό δίκτυο, οι Πέρσες πλήρωσαν πολύ ακριβά τις όποιες προόδους τους.

Με τον στρατό του να υφίσταται απώλειες και να καταπονείται συνεχώς από τους Σκύθες, ο  Δαρείος διέταξε την εγκατάλειψη της εκστρατείας και την επιστροφή μέσω της ιδίας οδού. Το γεγονός αυτό αποτελεί μια επιπλέον απόδειξη ότι οι Πέρσες ούτε κατά διάνοια δεν είχαν φθάσει στον Βόλγα. Γιατί απλούστατα εάν είχαν φθάσει θα μπορούσαν να υποχωρήσουν βαδίζοντας κατά μήκος της ανατολικής όχθης της Κασπίας και να βρεθούν ταχύτατα στην περσική γη.

Δε θα χρειαζόταν να κάνουν ολόκληρο κύκλο και να επιστρέψουν μέσω Θράκης και Ελλησπόντου. Ο Δαρείος είχε αφήσει τους Έλληνες υπηκόους του ως φρουρούς των γεφυρών του Δουνάβεως. Ευκόλως γίνεται αντιληπτό ότι στην κρίσιμη φάση της υποχωρήσεως, εάν οι Έλληνες κατέστρεφαν τις γέφυρες, ολόκληρη η περσική στρατιά θα παγιδευόταν στην ανατολική όχθη του ποταμού και θα αφανιζόταν από τους Σκύθες.

Ο Ηρόδοτος μάλιστα αναφέρει ότι Σκύθες πρέσβεις προσέγγισαν τους Έλληνες φρουρούς και τους ζήτησαν να καταστρέψουν τις γέφυρες. Ο επικεφαλής της φιλοπερσικής μερίδας όμως, ο τύραννος της Μιλήτου Ιστιαίος, απέρριψε τις σκυθικές προτάσεις και έπεισε και τους λοιπούς να τις απορρίψουν. Όπως δήλωσε, τυχόν καταστροφή των Περσών θα είχε ως συνέπεια την απώλεια της εξουσίας και των ιδίων, εφόσον κυβερνούσαν ως εντολοδόχοι του Μεγάλου Βασιλέως.

Μόνο ένας άρχοντας αντιστάθηκε στις προδοτικές εισηγήσεις του Ιστιαίου, ο Αθηναίος στην καταγωγή, άρχοντας της Καλλιπόλεως Μιλτιάδης.  Παρόλα αυτά πολλοί Έλληνες της περιοχής εξεγέρθηκαν ανοικτά κατά των Περσών. Το Βυζάντιο, η Πέρινθος, η Χαλκηδόνα, οι πόλεις της Τρωάδας και οι ορεσίβιοι Παίονες, μαζί με τον βασιλέα Αμύντα της Μακεδονίας εξεγέρθηκαν κατά των Ασιατών.

Ο Δαρείος δεν ασχολήθηκε με την κατάπνιξη των επαναστατών. Άφησε τον στρατηγό του Μεγάβαζο, επικεφαλής 80.000 ανδρών, να ασχοληθεί με το ζήτημα. Ο ίδιος επέστρεψε πικραμένος στην πρωτεύουσά του. Ο Μεγάβαζος κατόρθωσε να κάμψει την αντίσταση των πόλεων της Προποντίδας. Κατέστρεψε μάλιστα την Πέρινθο.

Απέναντι στους Μακεδόνες και στους Παίονες όμως αντιμετώπισε δυσκολίες. Αντικαταστάθηκε λοιπόν από τον στρατηγό Οτάνη, ο οποίος με φωτιά και σίδηρο κατάφερε τελικώς να αναγκάσει σε υποταγή τους αδούλωτους Έλληνες του Βορρά.  Οι Πέρσες κατέλαβαν επίσης την Ίμβρο και τη Λήμνο. Αν και η εκστρατεία κατά των Σκυθών απέτυχε , ο Δαρείος είχε καταφέρει να δημιουργήσει εκτεταμένο προγεφύρωμα στη βόρεια Ελλάδα.