ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΕΞΙ: Η σύγκρουση των δύο αρχιστρατήγων Χατζανέστη – Παπούλα

Η δίκη των Έξι αποτελεί ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα γεγονότα της νεώτερης ελληνικής ιστορίας. Το αποτέλεσμα πιστεύεται πως ήταν εν πολλοίς αποφασισμένο. Στην πολύκροτη εκείνη δίκη υπήρξαν πολλά συμβάντα άξια λόγου. Ωστόσο η σύγκρουση των δύο αρχιστρατήγων, του Αναστάσιου Παπούλα και του Γεωργίου Χατζανέστη.

Ο Παπούλας ήταν φανατικός της παράταξης του βασιλιά Κωνσταντίνου κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού. Είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στα «Νοεμβριανά» το 1916 και είχε αποταχθεί από τους «Βενιζελικούς», το 1917. Παρέμεινε στη φυλακή για τρία χρόνια ώσπου απελευθερώθηκε την 1η Νοεμβρίου 1920 και στάλθηκε αρχιστράτηγος της Στρατιάς Μικράς Ασίας.

Παρέμεινε επικεφαλής μέχρι τον Μάρτιο του 1922 όταν αντικαταστάθηκε από τον επίσης οπαδό του Κωνσταντίνου Χατζανέστη. Ο Παπούλας ήταν και αυτός στον κατάλογο των υποψήφιων κατηγορουμένων, αλλά αντ’ αυτού βρέθηκε μάρτυρας κατηγορίας.

«Μέχρι της ημέρας που αναχώρησα, κατ’ εμέ, το ηθικό του στρατού ήταν καλό», ανέφερε στον πρόεδρο του στρατοδικείου στρατηγό Οθωναίο. Ο ίδιος κατέθεσε επίσης ότι η επίθεση προς την Άγκυρα δεν ήταν αναγκαία στρατιωτικά και ότι απέτυχε διότι δεν του εστάλησαν 5.000 επιπλέον άνδρες που είχε ζητήσει.

«Για να γίνει η επιχείρηση αυτή θα υπήρχε λόγος πολιτικός, θα είχε κάποιο όφελος. Για να γίνει μια επιχείρηση και να καταστραφούν 100.000 στρατιωτών για να χαλάσουμε μια σιδηροδρομική γραμμή δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω», κατέθεσε ο Παπούλας, ο οποίος όμως ήταν αυτός που εκτέλεσε την εν λόγω επιχείρηση. Αν δε δεν συμφωνούσε με μια επιχείρηση που του επιβλήθηκε γιατί δεν παραιτείτο;

Συνεχίζοντας, επιτέθηκε στον Χατζηανέστη γιατί διοικούσε από την Σμύρνη, 600 χλμ. μακριά από το μέτωπο και κατέθεσε πως αν ο τελευταίος είχε μεταβεί ως τα Ουσάκ θα προλάβαινε την καταστροφή. Επίσης τον κατηγόρησε ότι είχε χρόνια να ασκήσει διοίκηση και δεν είχε πείρα.

Ο Χατζανέστης όμως αντέδρασε και ρώτησε αν ο ίδιος ο Παπούλας απέκτησε χρόνο διοίκησης από τη φυλακή όπου βρισκόταν για τρία χρόνια. «Νομίζετε ότι όταν είναι κανείς στη φυλακή έχει περισσότερη πείρα παρά όταν είναι στην Ελβετία», ρώτησε (ο Χατζανέστης ήταν στην Ελβετία το ίδιο διάστημα).

Έξαλλος ο Παπούλας απάντησε: «Εγώ υπηρέτησα 45 χρόνια στο στράτευμα και βρέθηκα σε τόσες μάχες και σεις δεν υπηρετήσατε σε μάχες τον χρόνο εκείνο τον οποίο εγώ υπηρέτησα για να έχετε την πείρα που έχω». Ο Παπούλας συνέχισε κατηγορώντας τον Χατζανέστη για διάφορα επεισόδια της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας.

Ο Χατζανέστης τότε τον ρώτησε αν η ήττα ήταν προϊόν της δικής του διοίκησης ή αυτής του Παπούλα. «Της δικής σας, διότι επί της δικής μου (διοίκησης) έγιναν επιχειρήσεις που φόρτωσαν το στράτευμα με τιμή και δόξα», απάντησε ο Παπούλας. Ο Χατζανέστης τότε τον ρώτησε πόσο καιρό ήταν διοικητής στη Μικρά Ασία.

«Σχεδόν 20 μήνες», ήταν η απάντηση. «Πόσους ήμουν εγώ;», ξαναρώτησε ο Χατζανέστης. «Δύο και μισούς περίπου», απάντησε ο Παπούλας. «Αποδίδετε επομένως την επελθούσα καταστροφή σε φθοροποιούς αιτίες των δύο και μισών αυτών μηνών; Αυτή τη μεγάλη καταστροφή την αποδίδετε στους δύο και μισούς μήνες;», ρώτησε ο Χατζανέστης.

«Μάλιστα την αποδίδω στη διάλυση του συγκροτήματος και στην αφαίρεση δυνάμεων», απάντησε ο Παπούλας, εννοώντας την αφαίρεση δυνάμεων από τη Μικρά Ασία προς ενίσχυση της Στρατιάς Θράκης που αποφασίστηκε ως μέσο πίεσης προς τους Αγγλογάλλους.

Εκ του αποτελέσματος μπορεί να λεχθεί ότι αμφότεροι οι Παπούλας και Χατζανέστης δεν διακρίθηκαν ως διοικητές στη Μικρά Ασία. Ωστόσο το ελληνικό μέτωπο ήταν τόσο εκτεταμένο, με τα πλευρά του κυριολεκτικά στον αέρα, ώστε οι Τούρκοι μπορούσαν να χτυπήσουν κατά το δοκούν. Επίσης οι Τούρκοι υπερείχαν σε ταχυκινησία, διαθέτοντας μεγάλη δύναμη ιππικού και ελαφρύτερους σχηματισμούς πεζικού.

Τα ελληνικά στρατεύματα παραταγμένα γραμμικά σε ένα υπέρ-εκεταμένο μέτωπο, με τεράστια κενά που δεν μπορούσαν να καλυφθούν ούτε καν με πυρά πυροβολικού, δεν είχαν απλά την απαραίτητη στρατηγική ευελιξία για να αντέξουν. Στρατιωτικά η μόνη λύση ήταν η σμίκρυνση του μετώπου.

Όπως είναι γνωστό ο Χατζανέστης καταδικάστηκε σε θάνατο. Το πρωί πριν την εκτέλεση αρκέστηκε να αγκαλιάσει και να φιλήσει για τελευταία φορά την σύζυγό του και την κόρη του, χωρίς να πει τίποτα. Κατά τη μεταφορά του από το κελί στο αυτοκίνητο που θα τον μετέφερε στον τόπο της εκτέλεσης χαιρέτισε στρατιωτικά τους παρόντες. Όταν βρέθηκε απέναντι στο απόσπασμα αρνήθηκε να του δέσουν τα μάτια όπως και οι άλλοι πέντε άλλωστε.

Λίγο πριν δοθεί το παράγγελμα φώναξε τον επαναστατικό επίτροπο συνταγματάρχη Νεόκοσμο Γρηγοριάδη και του έδωσε τη βέρα του με την εντολή να την δώσει στην κόρη του. Ο παρευρισκόμενος ιερέας διάβασε την νεκρώσιμη ακολουθία. Οι μελλοθάνατοι έκαναν τον σταυρό τους. Ο Χατζανέστης φώναξε: “Η μόνη μου εντροπή είναι ότι υπήρξα αρχιστράτηγος φυγάδων”. Λίγο αργότερα τα τυφέκια βρόντηξαν.

Για την ιστορία, αξίζει να αναφερθεί πως ο Αναστάσιος Παπούλας εκτελέστηκε το 1935 για την συμμετοχή του στο βενιζελικό κίνημα.