Ελιγμός επί εσωτερικών γραμμών, πλήρης ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΙΤΑΛΙΚΟΥ ΗΘΙΚΟΥ

Το 1848 ήταν μια ταραγμένη χρονιά για όλη την Ευρώπη. Κινήματα ξέσπασαν σε Γαλλία, Ουγγαρία, Ιταλία, αλλά και αλλού. Στην Ουγγαρία μερίδα του πληθυσμού ξεσηκώθηκε κατά των Αυστριακών επικυρίαρχων. Το αυτό συνέβη και στα αυστροκρατούμενα ιταλικά εδάφη.

Στην Ιταλία πάντως τα επαναστατικά κινήματα στηρίζονταν από το ανεξάρτητο ιταλικό βασίλειο του Πεδεμοντίου – Σαρδηνίας που φιλοδοξούσε να ενώσει την ιταλική χερσόνησο υπό το στέμμα του Οίκου της Σαβοΐας.

Τον Μάρτιο του 1848 οι κάτοικοι του Μιλάνου ξεσηκώθηκαν και ζήτησαν την ενίσχυση του Ιταλού βασιλιά Καρόλου Αλβέρτου. Ο τελευταίος όχι απλώς υποσχέθηκε βοήθεια αλλά κήρυξε τον πόλεμο στους Αυστριακούς εκμεταλλευόμενος την εμπλοκή στους στην Ουγγαρία και κινητοποίησε τον στρατό του.

Απέναντί του, ο Αυστριακός στρατάρχης Ραντέτσκι, ο εμπνευστής του σχεδίου που οδήγησε στην ήττα του Ναπολέοντα στη Λειψία, διαθέτοντας μικρότερες δυνάμεις, αποφάσισε να ενεργήσει με περίσκεψη, τηρώντας αρχικά αμυντική στάση. Οι αυστριακές δυνάμεις συγκεντρώθηκαν στις οχυρές πόλεις Βερόνα, Μάντουα, Πεσιέρα και Λενιάνο.

Οι Ιταλοί πάντως κινήθηκαν γρήγορα και κατέλαβαν την Πεσιέρα. Στο μεταξύ ο Ραντέτσκι ενισχύθηκε και αποφάσισε να αντεπιτεθεί ελισσόμενος επί εσωτερικών γραμμών.

Ο Αυστριακός στρατάρχης εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι οι ιταλικές δυνάμεις είχαν υπέρ-επεκταθεί σε όλη την περιοχή και με 33.000 άνδρες επιτέθηκε στο ιταλικό ΙΙ Σώμα Στρατού (ΣΣ) του στρατηγού Ετόρε ντε Σονάζ, στις 23 Ιουλίου.

Κατόπιν αυτού ο Ραντέτσκι πέρασε τον ποταμό Μίντσιο και «έκοψε» τις ιταλικές δυνάμεις στα δύο σκοπεύοντας να ενεργήσει επί εσωτερικών γραμμών, πλήττοντας διαδοχικά τις εκατέρωθεν ιταλικές δυνάμεις. Οι Ιταλοί αντέδρασαν και επιχείρησαν να πλήξουν τα νώτα της αυστριακής στρατιάς στο Σταφάλο. Η μια αυστριακή ταξιαρχία που βρισκόταν εκεί δεν μπόρεσε να αντέξει στην πίεση ολόκληρου του ιταλικού Ι ΣΣ και υποχρεώθηκε να υποχωρήσει.

Ο Ραντέτσκι αντέδρασε άμεσα και έστρεψε τον όγκο των ιταλικών δυνάμεων. Οι Ιταλοί δεν ανέμεναν μια τέτοια αντίδραση και η ηγεσία τους διέταξε επίθεση κατά των Αυστριακών με δύο ΣΣ. Λόγω κακού συντονισμού όμως μόνο το ένα βρέθηκε ενώπιον των αντιπάλων.

Αντί όμως να είναι οι επιτιθέμενοι, οι Ιταλοί σύντομα βρέθηκαν χωρίς να το περιμένουν απέναντι σε δύο εχθρικά ΣΣ και αντί για μια ένδοξη προέλαση βρέθηκαν να δίνουν μάχη επιβίωσης στην Κουστόζα, στις 25 Ιουλίου.

Έτσι αν και ο ιταλικός στρατός υπερείχε αριθμητικά, στο πεδίο της Κουστόζα βρέθηκε με 22.000 άνδρες, έναντι άνω των 30.000 του Ραντέτσκι. Η μάχη συνεχίστηκε μέχρι το απόγευμα όταν τελικά το ιταλικό ηθικό κατέρρευσε και δόθηκε το σύνθημα για υποχώρηση, παρά το γεγονός ότι είχαν μικρότερες απώλειες από τους αντιπάλους τους.

Οι Ιταλοί είχαν απώλειες περί τους 2.500 νεκρούς τραυματίες και αιχμαλώτους, στο τριήμερο 23-26 Ιουλίου, έναντι διπλάσιων αυστριακών. Ωστόσο οι Ιταλοί είχαν χάσει εντελώς το ηθικό τους, από τον βασιλιά τους, που συνόδευε τον στρατό, μέχρι τον τελευταίο μάγειρο.

Τότε προτάθηκε ο ουσιαστικά άθικτος ιταλικός στρατός να κινηθεί προς το Μιλάνο βοηθώντας τους επαναστάτες. Μετά όμως από μια μικρή αψιμαχία κοντά στην πόλη, οι Ιταλοί ζήτησαν ανακωχή.

Αξίζει να σημειωθεί πάντως πως το επόμενο έτος οι Ιταλοί παραβίασαν την ανακωχή και επιχείρησαν νέα επίθεση. Στη Νοβάρα όμως, αν και διέθεταν 75.000 άνδρες έναντι 47.500 Αυστριακών, ηττήθηκαν και πάλι. Μόνο τότε παραδέχτηκαν την ήττα τους.