Ελλάδα και προστάτες… Πολιτική κανονιοφόρων, αποκλεισμοί, πείνα, εξευτελισμοί

Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια και τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε, οι μεγάλες δυνάμεις επενέβησαν και πάλι, επιλέγοντας τον μονάρχη της Ελλάδας, τον πολιτικά ακίνδυνο πρίγκιπα της Βαυαρίας, Όθωνα. Από το 1832 που ανέλαβε την εξουσία στην Ελλάδα, ο Όθωνας επιχείρησε να ισορροπήσει μεταξύ των πολιτικών των τριών, κυρίως, «προστάτιδων» δυνάμεων, εκμεταλλευόμενος τους μεταξύ τους ανταγωνισμούς και βασιζόμενος στα εν Ελλάδι ενεργούμενα των δυνάμεων αυτών, τους εκπροσώπους των τριών ξενικών κομμάτων.

Ωστόσο όταν ο Όθωνας επιχείρησε να απεμπλακεί από τον ασφυκτικό βρετανικό εναγκαλισμό, αναπτύσσοντας την ελληνική ναυτιλία, ανταγωνιζόμενος τους Βρετανούς στη Μεσόγειο, οι τελευταίοι αντέδρασαν δυναμικά, εφαρμόζοντας, για πρώτη, αλλά δυστυχώς όχι τελευταία φορά, κατά της Ελλάδας, την πολιτική των «κανονιοφόρων».

Το πρώτο σημείο τριβής που ανακάλυψαν οι Βρετανοί ήταν οι εδαφικές διεκδικήσεις τους επί των νησιών Ελαφονήσου και Σαπιέντζας, τα οποία, όπως υποστήριζαν, ανήκαν στο σύμπλεγμα των Ιονίων νήσων και κατά συνέπεια κακώς είχαν ενσωματωθεί στο ελληνικό βασίλειο. Οι Βρετανοί έθεσαν για πρώτη φορά το θέμα των νησιών το 1938. Επανήλθαν δυναμικά, μέσω του πρεσβευτή τους Λάιονς, το 1843 και έκτοτε συνέχισαν τις πιέσεις μέχρι το 1850.

Φίνλεϊ, Πατσίφικο, Παρκερικά

Υπό αυτές τις συνθήκες, ξέσπασε και η διαμάχη μεταξύ του ελληνικού δημοσίου και του φιλέλληνα και γνωστού ιστορικού Τζορτζ Φίνλεϊ, ο οποίος διεκδικούσε από την Ελλάδα το απίστευτο για την εποχή ποσό των 45.000 δραχμών, ως αποζημίωση για την απαλλοτρίωση κτημάτων του, για την δημιουργία του Βασιλικού Κήπου.

Τρίτη και εντελώς κατασκευασμένη αφορμή για την βρετανική επέμβαση αποτέλεσαν τα επεισόδια σε βάρος του Βρετανού υπηκόου Δαβίδ Πατσίφικο, το σπίτι του οποίου στην Αθήνα λεηλατήθηκε πράγματι από τον όχλο το Πάσχα του 1849.

Ο Πατσίφικο, ενεργώντας προφανώς σε συνεννόηση με τη βρετανική πρεσβεία, απαίτησε αποζημίωση από το Ελληνικό δημόσιο ύψους 887.000 δραχμών, ποσού απίστευτα υψηλού για την εποχή – για να γίνει αντιληπτό το ύψος του ποσού αναφέρεται ότι το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας της Ελλάδος που είχε ιδρυθεί το 1841ανερχόταν σε 5 εκ. δραχμές!

Δηλαδή ο Πατσίφικο, υπό βρετανική καθοδήγηση, ζητούσε να τινάξει την ελληνική οικονομία στον αέρα! Φυσικά η ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε να ικανοποιήσει το παράλογο αίτημα του Πατσίφικο, ο οποίος κατέφυγε στην Βρετανική πρεσβεία, όπου όχι μόνο εισακούστηκε, αλλά για χάρη του Ο Βρετανικός Στόλος Μεσογείου, υπό τον ναύαρχο Πάρκερ, απέκλεισε τα κυριότερα ελληνικά λιμάνια – τον Πειραιά, την Ερμούπολη της Σύρου, την Πάτρα, την Κόρινθο- απαιτώντας την ικανοποίηση των απαιτήσεων του Πατσίφικο και του Φίνλεϊ και την επιστροφή των δύο νησιών στη Βρετανία.

Η Ελλάδα, αδυνατώντας να αντιμετωπίσει τους Βρετανούς αρκέστηκε να απαντήσει με έγγραφη διαμαρτυρία. Το έγγραφο που απέστειλε ο τότε υπουργός Εξωτερικών Ανδρέας Λόντος στον ναύαρχο Πάρκερ ανέφερε: «Απέναντι των πράξεων οι οποίες έλαβαν χώρα εν μέρους μιας δύναμης, την οποία η κυβέρνησή μου δεν έχει ούτε τον τρόπο ούτε τη θέληση να αντικρούσει, διαμαρτύρομαι εν ονόματι του Μεγαλειότατου Βασιλιά της Ελλάδας, του σεβαστού μου κυρίου και εν ονόματι των ιεροτέρων αρχών του δικαίου των εθνών, εναντίον της βίας, που διαπράττετε κατά τις διαταγές σας στην Ελληνική χώρα. Σας καθιστώ δε υπεύθυνο κάθε συνέπειας αυτής της προσβολής που διαπράττετε εν καιρώ ειρήνης στην ανεξαρτησία της πατρίδος μου και την αξιοπρέπεια του ηγεμόνος μου».

Η Ελλάδα όμως, παρά την ισχύ του αντιπάλου και το μέγεθος της προσβολής, δεν υπέκυψε στις βρετανικές πιέσεις. Σύσσωμος ο Ελληνικός λαός αντιμετώπισε την προσβολή. Οι φοιτητές του Πανεπιστημίου σχημάτισαν ομάδες περιφρούρησης της τάξης. Οι αξιωματικοί παραιτήθηκαν από τη μισθοδοσία τους και έθεσαν τους μισθούς τους στη διάθεση το κράτους.

Οι οπαδοί του Αγγλικού κόμματος το εγκατέλειψαν μαζικά. «Γίνεται μεταβολή στη Γαλλία, πέθανε και ο Κωλέττης πρωτύτερα, τότε ο Πάλμερστον (ο τότε Βρετανός πρωθυπουργός) ετοιμάζει έναν σημαντικό στόλο με βάτζελα (δίκροτα), με φεργάδες, με μπρίκια και στρατεύματα και ο Πάρκερ ο ναύαρχος κι έρχονται εις τον Πειραιά και Αμπελάκι (Σαλαμίνα) και μας κάνουν στενόν μπλόκο, με τον λόγο ότι ζημιώσαμεν τον Οβραίον και τον Φίνλεϊ.

“Και παίρνουν όλα τα εθνικά πλοία και τα εμπορικά και αφανίζουν το εμπόριον γενικώς και τους δυστυχισμένους τους νησιώτας. Και μας έφκιασαν όλους νοικοκυραίους. Και φοβέριζαν σήμερα θα κινηθούν δια την πρωτεύουσα και αύριο θα κινηθούν. Το κόμμα το αγγλικό αδύνατο. Νέκρωσε από το μίσος των ανθρώπων.

“Και ενώθη όλον το έθνος αναντίον τους. Και ο Θεός όπου μας γλίτωσε τόσες φορές, μας έσωσε και τότε», ανέφερε στρατηγός Μακρυγιάννης, που έζησε τα γεγονότα. Τελικά επενέβησαν οι Γάλλοι και οι Ρώσοι, των οποίων το εμπόριο πλήττονταν επίσης και πίεσαν διπλωματικά τους Βρετανούς, υποχρεώνοντάς τους να άρουν τον αποκλεισμό. Ο Πατσίφικο αποζημιώθηκε με 3.850 δραχμές.

Κριμαϊκός Πόλεμος

Ο πρώτος στυγνός και αποκαλυπτικός για πολλούς Έλληνες που εξακολουθούσαν να πιστεύουν σε «προστάτιδες δυνάμεις και σε ξένους φιλέλληνες» εκβιασμός του 1848-50 θα είχε, δυστυχώς, συνέχεια και μάλιστα χειρότερη. Το 1853 ξέσπασε, με αφορμή την προστασία των Ορθοδόξων στους Αγίους Τόπους, ένας νέος Ρωσοτουρκικός Πόλεμος, ο οποίος εξελίχθηκε στον λεγόμενο Κριμαϊκό Πόλεμο.

Οι Ρώσοι σύντριψαν τον τουρκικό στόλο στη Σινώπη, τον Σεπτέμβριο του 1853, προκαλώντας την έντονη αντίδραση Βρετανών και Γάλλων, οι οποίοι για κανένα λόγο δεν επιθυμούσαν ήττα των Οθωμανών, η οποία θα συνεπαγόταν ισχυροποίηση της Ρωσίας και ίσως κυριαρχία της στα Στενά των Δαρδανελίων.

Έτσι προειδοποίησαν αρχικά τη Ρωσία να σταματήσει τον πόλεμο με τους Τούρκους. Όταν ο τσάρος αρνήθηκε του κήρυξαν τον πόλεμο, συμμαχώντας με τους Τούρκους και τους Ιταλούς του Βασιλείου του Πεδεμοντίου. Οι Έλληνες, από τον Όθωνα, μέχρι τον τελευταίο βοσκό είδαν στην έκρηξη τους πολέμου την χρυσή ευκαιρία για την συνέχιση του αγώνα για την απελευθέρωση της Πατρίδας που είχε αρχίσει το 1821.

Ωστόσο υπολόγιζαν χωρίς τους ξένους «προστάτες». Από την αρχή του πολέμου, μόλις οι Βρετανοί και Γάλλοι αντιλήφθηκαν τις προθέσεις των Ελλήνων προειδοποίησαν τον Όθωνα να σταματήσει κάθε κίνηση. Οι Έλληνες όμως είχαν ήδη επαναστατήσει σε Θεσσαλία, Ήπειρο και Μακεδονία και είχαν τρέψει σε φυγή τους Τούρκους. Τότε επενέβησαν οι «προστάτιδες» δυνάμεις.

Αρχικά απέκλεισαν με τους στόλους τους τον Πειραιά, έχοντας εξασφαλίσει και τη συγκατάθεση της Αυστρίας, η οποία επίσης φοβόταν την ισχυροποίηση της Ρωσίας. Στις 12 Μαΐου 1854 γαλλικά και βρετανικά στρατεύματα – περίπου 4.000 άνδρες – κατέλαβαν αμαχητί τον Πειραιά και υποχρέωσαν τον Όθωνα να αποκηρύξει τους Έλληνες επαναστάτες και να διακηρύξει την ελληνική ουδετερότητα!

Τον υποχρέωσαν επίσης να σχηματίσει νέα κυβέρνηση, το «Υπουργείο Κατοχής», όπως ονομάστηκε, τοποθετώντας πρωθυπουργό των αρχηγό του Αγγλικού κόμματος, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ο οποίος και εργάστηκε «φιλότιμα» για την καταστολή των επαναστάσεων που είχαν ξεσπάσει στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία, Ήπειρο και Θεσσαλίας.

Μαζί του συνεργαζόταν και ο άνθρωπος των Γάλλων στην Ελλάδα, ο συνταγματάρχης Καλλέργης, ο εκτελεστής της «αυθόρμητης» επανάστασης του 1843, ο οποίος τώρα είχε εξελιχθεί σε πραγματικό δικτάτορα της Ελλάδας, στηριζόμενος στις γαλλικές ξιφολόγχες. Όταν μάλιστα ο Όθων προσπάθησε να αντιδράσει ο Καλλέργης δεν δίστασε να εισηγηθεί στους Γάλλους την κατάληψη και της Αθήνας!

Στο μεταξύ οι Βρετανοί, αλλά κυρίως οι Γάλλοι στρατιωτικοί φρόντιζαν να γίνουν όσο το δυνατό αντιπαθέστεροι τους Έλληνες με την προκλητική τους συμπεριφορά και τις συνεχείς τους προκλήσεις. Η κατάσταση χειροτέρεψε όταν μετέφεραν στον Πειραιά αρρώστους με χολέρα άνδρες τους από την Κριμαία.

Σε λίγο η επιδημία έπληξε και τους Έλληνες. Τουλάχιστον το 10% των κατοίκων του της Αθήνας πέθαναν από την ξενόφερτή χολέρα. Στον Πειραιά η θνησιμότητα ήταν υψηλότερη! Τελικά, αν και ο Κριμαϊκός Πόλεμος έληξε, επίσημα, στις 18 Μαρτίου 1856, με την υπογραφή της Συνθήκης των Παρισίων, τα στρατεύματα κατοχής παρέμειναν στην Ελλάδα μέχρι τον Φεβρουάριο του 1857.

Ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων που πέθαναν από την χολέρα και τις συνέπειες του αποκλεισμού στην περίοδο αυτή δεν είναι γνωστός. Σίγουρα όμως ανέρχεται σε αρκετές χιλιάδες – μόνο 3.000 πέθαναν στην Αθήνα από τη χολέρα.

Το χειρότερό όμως ήταν ότι φάνηκε ξεκάθαρα ότι η Ελλάδα ήταν εκτεθειμένη στις ορέξεις των μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες την ήθελαν απλώς ένα κράτος πελάτη και τίποτα άλλο. Το θετικό από την φρικτή εμπειρία της κατοχής ήταν η κατάρρευση των ξενικών κομμάτων. Ωστόσο οι Έλληνες ταγοί δεν έλαβαν το μήνυμα.

Ο βασιλιάς Όθων.