ΕΜΦΥΛΙΟΣ: Μάχη Μεταξάδων το 1949… το Πεζικό κρατά, η Αεροπορία σώζει

Η μάχη των Μεταξάδων δεν ήταν παρά ένας σοβαρός αντιπερισπασμός που εκτέλεσαν τα τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) στη Θράκη για να προσελκύσουν τμήματα του Ελληνικού Στρατού (ΕΣ) στην περιοχή. Η μάχη στο μικρό χωριό του Έβρου αποτέλεσε την τελευταία απόπειρα του ΔΣΕ να επιχειρήσει εκτός των οχυρωμένων συγκροτημάτων στο Γράμμο και το Βίτσι.

Για την πραγματοποίηση της επιχείρησης συγκεντρώθηκαν τμήματα δυνάμεως 800 περίπου μαχητών, μετά βαρέως οπλισμού, τα οποία από το εσπέρας της 14ης Μαΐου είχαν καταλάβει αιφνιδιαστικά και ισχυρώς την γραμμή των υψωμάτων γύρω από το χωριά Μεταξάδες, Παλιούρι, Αβδέλλα και Πόλια. Οι μισοί αναπτύχθηκαν με σκοπό να επιτεθούν στα χωρά και ιδίως στους Μεταξάδες, ενώ οι άλλοι μισοί ανέλαβαν αποστολές κάλυψης της επιχείρησης και την διενέργεια αποκοπών.

Την όλη περιοχή κάλυπτε ένας λόχος ανιχνευτών με δύναμη μόλις δύο αξιωματικών και 32 ανδρών. Επικεφαλής του λόχου ήταν ο έφεδρος υπολοχαγός Λάλος. Η δε παρουσία των ανταρτικών τμημάτων στην περιοχή υποχρέωσε τους κατοίκους των αναφερομένων χωριών και τα εγκαταλείψουν και να καταφύγουν στην προστασία του σημείου στηρίγματος του λόχου, σε ένα χαμηλό γήλοφο, νότια του χωριού Μεταξάδες.

Συνολικά συγκεντρώθηκαν εκεί περισσότεροι από 800 κάτοικοι των γύρω χωριών εκεί, από τους οποίους η συντριπτική πλειοψηφία ήταν άμαχοι, γέροι, γυναίκες και παιδιά. Ο λόφος ήταν δε εντελώς άνυδρος. Ο διοικητής του λόχου πάντως ανέφερε, μέσω ασυρμάτου, ότι το ηθικό του ιδίου και των ανδρών του ήταν υψηλότατο και ανέμενε την επίθεση του ΔΣΕ με θάρρος.

Το μόνο που τον απασχολούσε ήταν οι ελλείψεις σε πυρομαχικά, τρόφιμα και νερό. Η διοίκηση πάντως του 81ου Ελαφρού Συντάγματος Πεζικού, στο οποίο ο λόχος ανήκε, δεσμεύτηκε να πράξει ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για να άρει την πολιορκία του, το συντομότερο δυνατό.

Στο μεταξύ ο ΔΣΕ εξαπέλυσε το ίδιο βράδυ – γύρω στις 20.30 – την πρώτη του επίθεση κατά της αμυντικής περιμέτρου των πολιορκημένων. Τα τμήματα των ανταρτών έπληξαν την αμυντική περίμετρο στο σύνολό της, εκτελώντας και υπερκερωτικούς ελιγμούς. Οι φρουρά τους άφησε να πλησιάσουν, ώστε να μη «λαθεύει» καμία σφαίρα και κατόπιν άνοιξε πυρ.

Επί μία ώρα οι αντάρτες προσπαθούσαν να πλησιάσουν σε απόσταση εφόδου αλλά απέτυχαν με απώλειες και τελικά πείστηκαν να αποσυρθούν για να δοκιμάσουν ξανά αργότερα. Η επίθεση επαναλήφθηκε περί τις 23.00 και μετά άλλες δύο φορές τις πρώτες πρωινές ώρες της 16ης Μαΐου. Οι ηρωικοί φρουροί όμως, αν και υστερούσαν αριθμητικά σε αναλογία άνω του 10 προς 1, αντιμετώπισαν με θάρρος τις απανωτές εφόδους των ανταρτών.

Ωστόσο οι απανωτές νυκτερινές επιθέσεις των ανταρτών είχαν ήδη καταστήσει κρίσιμη την κατάσταση των αμυνομένων. Όπως αναφέρθηκε ο κατ’ ευφημισμό λόχος της φρουράς αντιμετώπιζε ήδη έλλειψη πυρομαχικών, πριν την έναρξη της μάχης. Το πρωί της 16ης Μαΐου ο διοικητής του λόχου απέστειλε επείγον σήμα στον συνταγματάρχη του, αναφέροντας ότι αν δεν εφοδιάζονταν με πυρομαχικά το μόνο που απέμενε ήταν να ενεργήσει έξοδο με τη λόγχη, για να «περισώσει την τιμή των όπλων του και των ανδρών του».

Ο διοικητής του συντάγματος, αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Βλάσης, απαγόρευσε ρητά στον Λάλο την διενέργεια της ένδοξης αυτής αυτοκτονίας. Τον διέταξε αντίθετα να κρατήσει το ύψωμα «ακόμα και με τα δόντια», όπως του είπε χαρακτηριστικά. Ο ίδιος θα φρόντιζε να τους απελευθερώσει.

Αναφέρει ο αντισυνταγματάρχης Βλάσης : «Την πρωία της 16ης και αφού μελέτησα καλώς την κατάσταση διέταξα όπως μετακινηθεί ταχύτατα εκ Μικρού Δέρειου στην περιοχή Μεταξάδων ουλαμός πεδινού πυροβολικού (2 πυροβόλα) και ένας λόχος του 551ΤΠ, ταυτοχρόνως δε ζήτησα ενίσχυση μιας διλοχίας προς αντιμετώπιση της καταστάσεως». Ο ουλαμός του πυροβολικού έφτασε στις 10.30 το πρωί της 16ης Μαΐου στο ύψος του χωριού Λάδη και άρχισε αμέσως πυρά παρενοχλήσεως κατά των ανταρτών.

Ο λόχος του 551ΤΠ διατέθηκε όμως στο 40ο Τάγμα Εθνοφυλακής (ΤΕ), ενώ για την ενίσχυση της φρουράς Μεταξάδων η Στρατιωτική Διοίκηση Θράκης (ΣΔΘ) διέθεσε έναν λόχο του 39ου ΤΕ, με επίσης ελάχιστα πυρομαχικά. Ο Βλάσης αμέσως διαμαρτυρήθηκε στη διοίκηση, η οποία μάλλον δεν είχε αντιληφθεί την σοβαρότητα της κατάστασης. Η ΣΔΘ πάντως αντί άλλης απάντησης διέθεσε στο 81ο ΕΣΠ και το 38ο ΤΕ. Ο Βλάσης τότε αποφάσισε να ρίξει το 38ο ΤΕ στα νώτα των ανταρτών, στη βουλγαρική μεθόριο, με σκοπό να τους αποκόψει την οδό διαφυγής τους, εκμεταλλευόμενος τις πληροφορίες του λόχου Μεταξάδων.

Όμως τα τάγματα εθνοφυλακής, πέραν των γνωστών τους αδυναμιών, αντιμετώπιζαν επίσης και έλλειψη πυρομαχικών και αδυνατούσαν να αναλάβουν άμεσα επιθετικές ενέργειες. Ο Βλάσης έξαλλος από θυμό και αφού «στόλισε» τη διοίκηση με άφθονα «γαλλικά» απαίτησε τουλάχιστον τον από αέρος ανεφοδιασμό του λόχου του. Η Αεροπορία (τότε ΕΒΑ) ενημερώθηκε αμέσως και αν και θεώρησε ότι η απόπειρα ανεφοδιασμού των πολιορκημένων από αέρος θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, λόγω της διαμόρφωσης του εδάφους.

Το αεροπλάνο που θα αναλάμβανε μια τέτοια αποστολή είχε απλά ελάχιστες πιθανότητες να επιστρέψει καθώς θα ήταν απολύτως εκτεθειμένο στα πυρά των ανταρτών από τους γύρω λόφους. Παρόλα αυτά οι Έλληνες αεροπόροι, με την γνωστή τους αυταπάρνηση ανέλαβαν την επιχείρηση. Το βράδυ της 16ης Μαΐου ένα αργοκίνητο Dakota, συνοδευόμενο από δύο Spitfire εκτέλεσε την πρώτη ρίψη, από σχετικά ασφαλές, για τα αεροσκάφη ύψος. Πολύ λίγα όμως από τα κιβώτια των πυρομαχικών έπεσαν μέσα στην περιορισμένη αμυντική περίμετρο. Έπρεπε να πετάξουν χαμηλότερα.

Στο μεταξύ στο έδαφος, οι αντάρτες δεν αποτόλμησαν νέες μεγάλης κλίμακας εφόδους. Αρκέστηκαν στην πολιορκία των αμυνομένων, σίγουροι ότι η δίψα θα τους κατέβαλε. Την επομένη, 17η Μαΐου, ο Βλάσης, γνωρίζοντας την τραγική κατάσταση των πολιορκημένων, αποφάσισε να επισπεύσει τις ενέργειες για την απελευθέρωση τους. Ζητώντας πάντα την συνδρομή της Αεροπορίας, οργάνωσε την επιχείρηση απεγκλωβισμού, σε στενή συνεργασία μετά του διοικητού του 40ΤΕ ταγματάρχη Αποστολάκη οργάνωσε την επιθετική ενέργεια.

Βάσει του σχεδίου ένας λόχος του 39ου ΤΕ θα σχημάτιζε τη βάση πυρός, με την υποστήριξη της οποίας θα εξορμούσε ο λόχος του 551ΤΠ για να σπάσει τον κλοιό των ανταρτών στους Μεταξάδες. Ο ίδιος ο Βλάσης, μαζί με τον Αποστολάκη εγκαταστάθηκαν σε ένα προκεχωρημένο πολυβολείο για να διευθύνουν την επίθεση. Ωστόσο ο λόχος του 39ου ΤΕ με τα πρώτα πυρά των ανταρτών «έσπασε» και υποχώρησε, αφήνοντας του δύο αξιωματικούς μόνους τους να αγωνίζονται στο πολυβολείο ως απλοί πεζοί!

Μοιραία η επίθεση δεν εκδηλώθηκε ποτέ. Παρόλα αυτά ούτε οι αντάρτες μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν την επιτυχία τους, αφού τα ελληνικά φτερά σκέπασαν το πεδίο της μάχης, σκορπώντας τον θάνατο. Μόνο τη νύκτα οι αντάρτες πίεζαν τους πολιορκημένους. Γράφει ο αντισυνταγματάρχης Βλάσης : «Η αεροπορία εξετέλεσε πλήρως το καθήκον της και πολλάς χάρες και ευγνωμοσύνη οφείλουμε εις αύτη, κατά δε τας εσπερινές ώρας έγινε λίαν επιτυχώς ο ανεφοδιασμός του Λόχου από αέρος».

Το ίδιο βράδυ η ΣΔΘ ενημέρωσε τον Βλάση ότι του έστελνε επιτέλους σοβαρές ενισχύσεις, μια διλοχία τακτικού στρατού του 77ου ΕΤΠ (Ελαφρύ Τάγμα Πεζικού), υπό τον ταγματάρχη Διμήδη. Ο Βλάσης περιχαρείς εισηγήθηκε την εκτόξευση επίθεσης με την διλοχία του 77ου ΕΤΠ στα νώτα των ανταρτών με ταυτόχρονη κατά μέτωπο επίθεση από το 40ο ΤΕ. Η επίθεση θα εκτοξευόταν την 18η Μαΐου.

Τελικά η επίθεση εκτελέστηκε στις 17.15 της 18ης Μαΐου, χωρίς όμως τη συμμετοχή της διλοχίας του 77ου ΕΤΠ, λόγω καθυστέρησης άφιξής του από το Διδυμότειχο. Το σχέδιο επίθεσης κατόπιν τούτου τροποποιήθηκε και το κύριο βάρος της επίθεσης ανέλαβε τώρα ο λόχος του 551ΤΠ, ενισχυμένος με έναν ουλαμό θωρακισμένων οχημάτων (επικεφαλής ο ανθυπασπιστής Ντόκος), υποστηριζόμενος από τον ουλαμό πεδινού πυροβολικού και ενισχυμένος και με ένα τμήμα 16 εθελοντών, υπό τον υπολοχαγό Ζερβουδάκη.

Η επίθεση πάντως εκτοξεύτηκε κανονικά στην προβλεπόμενη ώρα και εντός 30 λεπτών το αριστερό των ανταρτών (υψ. Ασβεσταριές) είχε καταρρεύσει. Έντρομοι οι αντάρτες τράπηκαν σε φυγή, αφήνοντας την λεία τους. Οι άνδρες του 551ΤΠ ενώθηκαν με τους αδούλωτους πολιορκημένους, οι οποίοι είχαν επιζήσει τέσσερις μέρες χωρίς φαγητό και κυρίως νερό, πίνοντας ακόμα και τα ούρα τους!

Παρόλα αυτά άντεξαν στις επιθέσεις των ανταρτών, πολεμώντας όλοι, στρατιώτες, γέροι, γυναίκες και παιδιά, ακόμα και με πέτρες και ξύλα. Σημαντικό ρόλο στη σωτηρία τους έπαιξε η Αεροπορία, που στις κρίσιμες αυτές μέρες κατάφερε να απομονώσει το πεδίο της μάχης. Η αντεπίθεση του ΕΣ συνεχίστηκε μέχρι και τις 20 Μαΐου, υποχρεώνοντας τα υπολείμματα των τμημάτων του ΔΣΕ να αναζητήσουν καταφύγιο στην «αδελφή» Βουλγαρία.