Ένας καλόγερος δεκανέας ολμιστής στον πόλεμο του ’40… Θεόκτιστος – 68ο ΣΠ

Ο αρχιμανδρίτης Θεόκτιστος, κατά κόσμον Βασίλειος Αλεξόπουλος γεννήθηκε το 1909 στο μικρό χωριό της νοτιοανατολικής Γορτυνίας Σύρνα. Μετά την αποφοίτησή του από το Δημοτικό σχολείο εργάστηκε ως στιλβωτής υποδημάτων. Κατόπιν έμαθε την τέχνη του υποδηματοποιού. Η αγάπη του για τον Χριστό όμως τον οδήγησε στην απόφαση να μονάσει.

Σε ηλικία 17 ετών μετέβη στην Ι.Μ. Ζωοδόχου Πηγής «Λογγοβάρδας», της Πάρου. Έμεινε δύο χρόνια δόκιμος μοναχός, αλλά το 1928 παρουσιάστηκε κανονικά στον στρατό και υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία προαγόμενος μάλιστα σε δεκανέα. Απολύθηκε το 1930 και επέστρεψε στη μονή όπου και εκάρη μοναχός λαμβάνοντας το όνομα Θεόκτιστος.

Ήταν από παιδί φιλάσθενος με ασθενική κράση υποφέροντας χρόνια από ενοχλήσεις στους πνεύμονες. Παρόλα αυτά το 1940 εκλήθη και πάλι στον στρατό. Αν και ασθενής, αν και μοναχός, ο Θεόκτιστος παρουσιάστηκε κανονικά, παρότι μπορούσε να αποφύγει την υπηρεσία και μάλιστα στάλθηκε στο μέτωπο, υπηρετώντας στον λόχου όλμων του 68ου Συντάγματος Πεζικού της Χ Μεραρχίας Πεζικού.

Ο Θεόκτιστος κατάγραψε τις πολεμικές του εμπειρίες σε ημερολόγιο. Ιδού χαρακτηριστικά αποσπάσματα από αυτό που δείχνουν τον αγώνα των Ελλήνων στρατιωτών στα βορειοηπειρωτικά βουνά, τις κακουχίες, μα και τη λεβεντιά τους, μέχρι την οπισθοχώρηση: «Πρωί πρωί άρχισε να κτυπά το κανονίδι και να πίπτουν πάλι κοντά μας. Ομοίως κτυπούσε εντατικότερα σήμερον το πολυβόλο. Αεροπλάνα χαλούσαν τον κόσμο από τον βόμβο. Πέρασαν πολλές φορές. Το απόγευμα είχαν εξέλθει μερικοί στρατιώτες, ενδεδυμένοι αλβανικά, και βρήκαν προκηρύξεις ιταλικές στην ελληνική γλώσσα.

«Έλεγαν: “Έλληνες Αξιωματικοί και στρατιώτες. Η Βουλγαρία προσχώρησε στον Άξονα. Τριάντα γερμανικές μεραρχίες είναι έτοιμες να εισβάλουν στην Ελλάδα, οπότε θα καταστραφείτε. Η κυβέρνησή σας, που κάλεσε τους Άγγλους κ.τ.λ.». Όλοι όμως οι στρατιώτες αισθανθήκαμε αηδία μόλις τας αναγνώσαμε. Ο Ανθυπασπιστής μου λέγει: «Τι βγάζεις και παρατηρείς από την προκήρυξη;». Του απάντησα: «Ιταμότητα και τραχύτητα».

«Στην κορυφή έπεσαν δύο ομοβροντίες. Ο όλμος μας όμως τους έβαζε. Έβαζαν και οι όλμοι του 3ου Τάγματος και εστράφησαν εκεί οι Ιταλοί. Θα διήρκεσε η μονομαχία όλμων και ιταλικού πυροβολικού περί το τέταρτον της ώρας, ώστε όλοι οι ολμίστες φοβήθηκαμε, οι δε πολυβολητές περιφέρονταν όρθιοι.

«Διατί τούτο; Μου έλυσε την απορία ο λοχίας Φράγκος: Το μέρος, που είμεθα, έχει απυρόβλητο, δηλαδή δεν δύναται να μας εύρη οβίς πυροβολικού, ή θα πίπτουν όπισθέν μας ή θα κτυπούν στην κορυφή, όπως και έγινε. Δια τούτο δεν εφοβήθησαν ούτοι, καθότι το εγνώριζον. Όλμος όμως δύναται να μας εύρη, διότι πίπτει απολύτως καθέτως.

«Ώστε το πυροβολικό δεν πρέπει να το φοβούμεθα, διότι εδώ, που είμεθα, δεν μας ευρίσκει. Το συμπέρασμά μας είναι ότι οι Ιταλοί είδαν τους έμπροσθέν μας στρατιώτες και τους έριξαν με όλμους. Μόλις τους κτυπήσαμε εμείς και έπεσε ο όλμος στο πυροβολείο, θα τους εφόνευσε τινάς και εξεμάνησαν»…

«Κατά τας 9 π.μ. Άρχισαν και μας έριχναν οι Ιταλοί. Έρριξαν αρκετές οβίδες, μας διέταξαν όμως και τους αποστείλαμε και εμείς μερικά βλήματα. Τα πολυβόλα κακάριζαν όλη την ημέρα. Έγραψα στον Μπιλάλη, Αργυράκην και Μαύρη. Το εσπέρας έπεσα δια να υπνώσω ενωρίς, αλλά μόλις κατεκλίθην, μας ειδοποιεί ο Ταγματάρχης ότι έχει σαφείς πληροφορίας ότι οι Ιταλοί είναι έτοιμοι όπως μας επιτεθούν απόψε, καθ’ ότι ο καιρός βοηθούσε, ων ομίχλη.
«Όθεν πρέπει να προσέξουμε πολύ.

“Μας έδωσε τα στοιχεία δια τας φωτοβολίδας, με τας οποίας θα μας εζητείτο η ενίσχυσίς μας κ.τ.λ. Εμείς εδώ πάντοτε ρίχνομε με τον έναν όλμο, «Νίκη» αριθ. 255. Τον έτερον τον ονομάζομε «Ελευθερία», έχει δε αριθ. 126.Απόψε μας είπε ότι πρέπει να βάλλουμε προς το μέρος, που είναι εστραμμένη η “Ελευθερία” (ούτος ήταν ο ημέτερος όλμος).

«Διότι δεν της είχαμε εις την βάση της βάρος και μόλις θα ρίχναμε, θα μετακινείτο, με όλον δε το σκότος, που ήταν, καταφέραμε με έναν στρατιώτη και σχίσαμε ένα τσουβάλι, το γεμίσαμε χώμα και το θέσαμε επάνω στην βάσιν και δεν είχαμε πλέον φόβο να μας πέση προς τα εμπρός. Ορίσαμε φρουρούς και περίπολο να προσέχουν κ.τ.λ.

«Οι πολυβολητές είχαν και ούτοι ετοιμάσει τα πολυβόλα τους. Κατά το μεσονύκτιον άρχισαν να κτυπούν κατ’ αρχάς τα πολυβόλα και αμέσως οι όλμοι και οι χειροβομβίδες. Πυροβολικό δεν ηκούσθη. Εμείς ήμεθα έτοιμοι και αναμέναμε φωτοβολίδας, μας λέγει όμως ο Ταγματάρχης: «Εμπρός, τι αναμένετε; Γιατί δεν τους ρίχνετε;».

«Είπε όμως και ερίξαμε πάλι με την «Νίκην» και όχι με την «Ελευθερίαν», διότι από το μέρος, που βάζει η “Νίκη”, ρίχνουν οι Ιταλοί. Για 5-7 λεπτά τους ρίξαμε περί τα τριάντα βλήματα και μόνον με τον έναν όλμον. Μόλις παύσαμε, δεν ηκούγετο τίποτα από τους Ιταλούς. Ο Ταγματάρχης ήταν όλο χαρά και μας συνεχάρη. Του είπαμε αν μας δώσει νέον τι του Μακεδονικού Μετώπου, δεν γνωρίζει όμως τίποτα. Κακός οιωνός»…

«Έπεσε οβίδα εις απόστασιν δέκα μέτρων και δεν έσκαζε; Όλοι κάναμε τον σταυρόν μας και εδοξάσαμε τον Θεόν. Ολίγον πιο επάνω είχε γύρει το ζώον, το είχαν παραμερίσει και περνούσαν ο άλλος κόσμος. Προσευχόμην και άρχισα να το ξεφορτώνω. Αν είναι να έρθη καμιά, ας έρθη»… «Δηλαδή εβαδίζαμε συνεχώς σχεδόν 34 ώρες. Ευτυχώς όμως ότι ο Λεόντιος είχε ψωμί και τρώγαμε».

“Το πρωί εγώ με τον Ευστράτιον ψάλαμε. Στην Λειτουργίαν ήλθε και ένας συνάδελφος εκ Χαλκίδος. Είχε πολύ ωραίαν και δυνατήν φωνήν, αλλά δεν ήταν πολύ καλός τεχνίτης. Ο ιερεύς μας παρεκάλεσε και εψάλαμε πάλι τας “Καταβασίας”. Δεν είχε ακούσει άλλοτε τόσο καλά. Ψάλαμε όμως μαζί και ήταν ωραία. Ο Λεόντιος ωμίλησε. Πριν του “Κοινωνικού” διαδόθη ότι έρχονται οι Γερμανοί να μας συλλάβουν. Σε 5 λεπτά δεν έβλεπες στρατιώτη στο χωριό, εφοβήθησαν και έφυγαν”…

Πάντως ο φιλάσθενος Θεόκτιστος επέζησε του πολέμου. Απεβίωσε σε ηλικία 100 ετών, υπηρετώντας για πολλά χρόνια ως ηγούμενος της Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου Γορτυνίας.