Γερμανική εισβολή: Κλειδί 1941, οι Βρετανοί εγκαταλείπουν τους Έλληνες

Η συνεργασία Ελλήνων και Βρετανών ήδη από την 28η Οκτωβρίου 1940, μέχρι και την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς δεν ήταν άψογη. Οι Βρετανοί, ευθύς εξαρχής είδαν την ακούσια εμπλοκή της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως μια χρυσή ευκαιρία διάνοιξης ενός νέου Βαλκανικού μετώπου, στα πρότυπα του αντιστοίχου του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Από την αρχή οι Βρετανοί επέμεναν να αποστείλουν στρατεύματά τους στην Ελλάδα, ώστε να εδραιώσουν την παρουσία τους. Ο τότε πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς όμως, με τη σύμφωνη γνώμη του αρχιστρατήγου Παπάγου, αρνήθηκαν να αποδεχτούν την αποστολή των πενιχρών βρετανικών δυνάμεων, η παρουσία των οποίων στη χώρα μόνο την γερμανική εισβολή θα μπορούσε να επισπεύσει, χωρίς να συμβάλουν στην άμυνα της χώρας. Μόνο μετά τον απροσδόκητο θάνατο του Μεταξά επέβαλαν τις απόψεις τους.

Έτσι αποφασίστηκε η αποστολή στην Ελλάδα Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, αποτελούμενο από μια Αυστραλιανή και μια Νεοζηλανδική μεραρχία πεζικού και την 1η Τεθωρακισμένη ταξιαρχία με περίπου 100 άρματα, κυρίως ελαφρά. Ο Παπάγος επέμενε οι δυνάμεις αυτές να καλύψουν το αριστερό της Γραμμής «Μεταξά» στην περιοχή Κρουσίων- Δοϊράνης.

Οι Βρετανοί όμως αρνήθηκαν και τελικά τάχθηκαν στην τοποθεσία Βέρμιο- Όλυμπος, με μέτωπο βορειοανατολικά. Το κενό που υπήρχε μεταξύ του Βερμίου και των ελληνικών θέσεων στην Βόρεια Ήπειρο θα το κάλυπτε το ελληνικό Τμήμα Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας (ΤΣΚΜ) και οι Γιουγκοσλάβοι, είτε με την ουδετερότητά τους, είτε με την εμπλοκή τους υπέρ των Ελλήνων και Βρετανών, στον πόλεμο.

Ακολούθησαν τα γνωστά γεγονότα της προσχώρησης της Γιουγκοσλαβίας στον ‘Άξονα, της εσωτερικής επανάστασης και της αλλαγής στάσης της Γιουγκοσλαβίας έναντι του Άξονα, η οποία προκάλεσε αίσθημα ανακούφισης σε Έλληνες και Βρετανούς.

Οι ελληνοβρετανικές δυνάμεις αναπτύχθηκαν τελικά σε δύο τοποθεσίες, στην τοποθεσία Μπέλες- Νέστος (Γραμμή Μεταξά) και στην τοποθεσία Βέρμιο-Όλυμπος (δύο Βρετανικές μεραρχίες πεζικού του Συγκροτήματος W, δύο Ελληνικές μεραρχίες πεζικού του ΤΣΚΜ (Καράσσος) και ως προφυλακή η 1η Βρετανική Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία). Οι βρετανικές δυνάμεις τάχθηκαν προς τη θάλασσα και οι ελληνικές στο εσωτερικό (βορειοδυτικό) πλευρό της αμυντικής διάταξης.

Οι ελληνικές δυνάμεις του ΤΣΚΜ, η 12η και η 20η Μεραρχία Πεζικού ήταν οι πλέον πρόσφατα συγκροτημένες, είχαν σοβαρές ελλείψεις σε υλικό και οπλισμό, αλλά είχαν οργανώσει άριστα την αμυντική τους τοποθεσία.  Ωστόσο η ταχύτατη γιουγκοσλαβική κατάρρευση που ακολούθησε, υποχρέωσε τον Έλληνα αρχιστράτηγο Αλ. Παπάγο να αναδιατάξει τις δυνάμεις του ΤΣΚΜ, ώστε να σχηματίσουν μέτωπο προς Βορρά.

Παράλληλα έστειλε την Μεραρχία Ιππικού (ενισχυμένη με την 21η Ταξιαρχία Πεζικού) να καλύψει την περιοχή Φλώρινας –Πισοδερίου- Πρεσπών. Οι δυνάμεις του ΤΣΚΜ έπρεπε να λάβουν επαφή με τις δυνάμεις του ΤΣΔΜ (Τσολάκογλου) και να σχηματίσουν ενιαίο μέτωπο. Η Βρετανική 1η Τθ. Ταξιαρχία κινήθηκε προς Μοναστήρι για να δώσει μάχη οπισθοφυλακών, κερδίζοντας χρόνο για την αναδιοργάνωση. Η Ελληνική 20η ΜΠ τάχθηκε μεταξύ των λιμνών Πετρών και Βεγορίτιδας.

Εκεί βρισκόταν η διάβαση Κλειδίου, την άμυνα της οποίας ανέλαβε η Αυστραλιανή 19η Ταξιαρχία, με τέσσερα τάγματα πεζικού και μια μοίρα πεδινού πυροβολικού. Αριστερά τάχθηκε η  – 21η, κατ’ όνομα, Ταξιαρχία, η οποία διέθετε μόλις 850 μάχιμους άνδρες, (χωροφύλακες, τραυματίες του Αλβανικού Μετώπου που μόλις είχαν αναρρώσει κλπ) ενταγμένους σε δύο τάγματα του 88ου Συντάγματος Πεζικού και οπλισμένους με παλαιό οπλισμό. Το τρίτο τάγμα της 21ης παρέμενε υπό τη διοίκηση της Μεραρχίας Ιππικού.

Η 21η Ταξιαρχία ανέλαβε να καλύψει μέτωπο μήκους 8 χλμ. Δεξιά των Αυστραλών τάχθηκε το Σύνταγμα Δωδεκανησίων της 20ης ΜΠ. Παρά τον τίτλο του, μόνο το 1ο Τάγμα και μέρος του 2ου ήταν επανδρωμένο από Δωδεκανήσιους που είχαν δραπετεύσει από τα ιταλοκρατούμενα τότε Δωδεκάνησα για να πολεμήσουν.

Τα άλλα δύο τάγματα ήταν επίσης επανδρωμένα με άνδρες παλαιότερων κλάσεων, αντικαταστάτες από το Πολεμικό Ναυτικό, αναρρώνοντες τραυματίες κλπ). Το Σύνταγμα τάχθηκε στην τοποθεσία της Άρνισσας, χωρίς να έχει όμως προλάβει να οργανώσει το έδαφος, υποστηριζόμενο από τέσσερις πυροβολαρχίες (15 πυροβόλα).

Οι Βρετανοί πάντως δεν ήταν και τόσο χαρούμενοι με την νέα τους διάταξη. Έτσι ο στρατηγό Γουίλσον σκεφτόταν να υποχωρήσει από την τοποθεσία Κλειδίου, πριν καν δώσει μάχη. Στις 9 Απριλίου έγινε σύσκεψη του Γουίλσον με τους διοικητές των μεγάλων μονάδων του και τη συμμετοχή του υποστράτηγου Καράσσου. Οι Βρετανοί επιθυμούσαν να υποχωρήσουν άμεσα, αλλά ο Καράσσος τους είπε ότι τα πεζοπόρα του τμήματα δεν θα είχαν καμία τύχη έναντι των Γερμανών.

Έτσι αποφασίστηκε η αποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων να ξεκινήσει τη νύχτα της 11ης Απριλίου, με βρετανικά οχήματα. Στις 13 Απριλίου οι ελληνικές και βρετανικές δυνάμεις όφειλαν να καταλάβουν τη γραμμή Όλυμπος- Βούρινος – Σινιάτσικο.

Η μάχη στο Κλειδί

Οι Γερμανοί επιτέθηκαν στην τοποθεσία Κλειδίου επί τριών αξόνων, πλήττοντας το σύνολο του ελληνοβρετανικού μετώπου ταυτόχρονα, στις 10 Απριλίου. Η πρώτη κρούση τους πάντως απέτυχε, αιματηρότατα μάλιστα στον τομέα του Συντάγματος Δωδεκανησίων.

Την επομένη, 12η Απριλίου, επανέλαβαν την επίθεση με συντριπτικά μέσα. Αυτή τη φορά επικέντρωσαν την προσπάθειά τους κατά των Βρετανικών δυνάμεων στη διάβαση Κλειδίου καθαυτή. Η μάχη συνεχίστηκε όλη την ημέρα, με τους Γερμανούς να καθηλώνονται, αν και κατόρθωσαν να λάβουν επαφή με την κύρια βρετανική γραμμή άμυνας. Αντίθετα το Σύνταγμα Δωδεκανησίων δεν ενοχλήθηκε.

Παρά την μέχρι τότε επιτυχή αντίσταση των ελληνο-βρετανικών δυνάμεων, ο στρατηγός Γουίλσον αποφάσισε να υποχωρήσει, εγκαταλείποντας στην ουσία τις ελληνικές δυνάμεις στη τύχη τους, αφού ήταν αδύνατο τα ελληνικά τμήμα, τα οποία βρίσκονταν σε επαφή με τον εχθρό, να καταφέρουν να συμπτυχθούν.

Η απόφαση του Γουίλσον ήταν καταστροφική και για τις δικές του δυνάμεις, οι οποίες βρίσκονταν επίσης σε στενή επαφή με τους Γερμανούς, οι οποίοι προφανώς δεν θα επέτρεπαν την άνετη σύμπτυξη των Βρετανών. Την ώρα λοιπόν που ο Γουίλσον είχε αφήσει μόνο ένα τάγμα στην τοποθεσία, ως οπισθοφυλακή, οι Γερμανοί επιτέθηκαν και ύστερα από σύντομη μάχη διέλυσαν τρία από τα τέσσερα βρετανικά τάγματα.

Όσοι άνδρες του Γουίλσον δεν σκοτώθηκαν ή δεν αιχμαλωτίστηκαν παράτησαν όπλα και υλικό και τράπηκαν σε άτακτη φυγή προς Νότο. Τα εκατέρωθεν μαχόμενα ελληνικά τμήματα πλήρωσαν επίσης το τίμημα της ανοησίας του Γουίλσον. Το 88ο Σύνταγμα Πεζικού διαλύθηκε, καθώς πλαγιοκοπήθηκε από το ακάλυπτο δεξιό του. Ο ήρωας διοικητής του, αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Χονδρός, σκοτώθηκε πολεμώντας τα Πάντσερ με το περίστροφό του!

Το Σύνταγμα Δωδεκανησίων κράτησε τους Γερμανούς και άρχισε να υποχωρεί με τάξη, σε δύο φάλαγγες. Τη μια φάλαγγα όμως την πρόλαβαν τα Πάντσερ και την διέλυσαν. Άλλωστε το Σύνταγμα είχε υποχρεωθεί να εγκαταλείψει τα πυροβόλα που το υποστήριζαν. Μέρος του Συντάγματος κατάφερε να φτάσεις στο Αμύνταιο με τα πόδια. Από εκεί οι Βρετανοί του διέθεταν οχήματα και υποχώρησε στην Πτολεμαΐδα.

Η βρετανική αποχώρηση από την τοποθεσία, την οποία επάνδρωναν αποκλειστικά βρετανικά τμήματα, στο πλέον ζωτικό σημείο της, θα μπορούσε να θεωρηθεί τουλάχιστον εσπευσμένη.