Γκετς φον Μπερλιχίνγκεν: Η σιδηρά χειρ… Ο “βιονικός” ιππότης-πολεμιστής

Ο Γκετς φον Μπερλιχίνγκεν είναι γνωστός ως ο ιππότης με το σιδερένιο χέρι. Επαναστατικό πνεύμα, αθυρόστομος και υπερήφανος, ληστής, αλλά και υπέρμαχος της αυτοκρατορίας, προστάτης των αδυνάτων, αλλά και κακοποιός, κατέστη ένας είδος Ρομπέν των Δασών της Γερμανίας μαχόμενος την τάξη του υπέρ των πτωχών.

Γόνος της ευγενούς οικογένειας των Μπερλχίνγκεν, γεννήθηκε το 1480. Ήταν το 10ο παιδί της οικογένειας. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο οικογενειακό κάστρο, κατόπιν στο μοναστήρι του Νιεντερχάλ, όπου έλαβε κάποια παιδεία και κατόπιν στάλθηκε στον θείο του Κόνραντ μέσω του οποίου ανέλαβε υπηρεσία στην ακολουθία του Μαγκραβού (μαρκήσιου) του Άνσμπαχ.

Σύντομα όμως αποφάσισε να εγκαταλείψει την σιγουριά για χάρη της περιπέτειας. Σε ηλικία 17 μόλις ετών έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις του Γερμανού αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού στη Βουργουνδία, τη Λωρραίνη, τη Βραβάντη και την Ελβετία.

Το 1500, μαζί με τον αδερφό του Φίλιππο συνάντησε τον Τάλακερ φον Μάσενμπαχ, έναν επίσης περιπλανώμεο, τυχοδιώκτη ιππότη, ο οποίος είχε πλουτίσει με ληστείες, απαγωγές και λεηλασίες. Σε μια από τις επιχειρήσεις μαζί του ο Γκετς παραλίγο να βρει τον θάνατο στην Σουαβία.

Το 1502 επέστρεψε στη νόμιμη δραστηριότητα και εντάχθηκε στην υπηρεσία του Μαγκραβού του Βρανδεμβούργου ο οποίος πολεμούσε κατά της πόλης της Νυρεμβέργης. Δύο χρόνια αργότερα πολεμούσε υπό την σημαία του Δούκα της Βαυαρίας.

Κατά την πολιορκία του Λάντσουτ μια οβίδα πυροβόλου του διέλυσε το δεξιό χέρι. Μετά από αρκετές επίπονες εβδομάδες που ακολούθησαν τον ακρωτηριασμό του ο Γκετς ανέθεσε σε έναν σιδερά να του κατασκευάσει ένα σιδερένιο χέρι. Έτσι ο ακρωτηριασμένος ιππότης ξανάγινε μάχιμος!

Δεν είναι γνωστό πάντως κατά πόσο μπορούσε να πολεμά κρατώντας το σπαθί ή τη λόγχη με το σιδερένιο χέρι, ή απλώς κρατούσε με αυτό τα χαλινάρια του αλόγου και υποχρεωτικά έγινε αριστερόχειρας για να οπλομαχεί.

Αργότερα όμως απέκτησε ένα τελειότερο σιδερένιο χέρι με αρθρωτά δάκτυλα που πιθανότατα του επέτρεπε να χειρίζεται στο σπαθί. Το χέρι αυτό εκτίθεται σήμερα στο μουσείο του Γιογκστχάουζεν.

Στα επόμενα επτά χρόνια, με το σιδερένιο χέρι, κατάφερε να κερδίσει 15 φέουδα, βοηθώντας φίλους αλλά απλούς ανθρώπους προστατεύοντάς τους από κακοποιούς. Ωστόσο το 1512 δεν άντεξε στον πειρασμό να επιτεθεί σε καραβάνι με 95 εμπόρους για να τους ληστέψει. Ο αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός τον συνέλαβε και τον φυλάκισε. Όταν τελικά απελευθερώθηκε απήγαγε τον κόμη του Βάλντεκ τον οποίο απελευθέρωσε μόνο αφού έλαβε λύτρα. Η πράξη του αυτή εξόργισε τον αυτοκράτορα ο οποίος τον εξόρισε.

Παρόλα αυτά ο Γκετς δεν έφυγε αλλά συνέχισε την κακοποιό δράση του. συνελήφθη το 1519 και έμεινε τρία χρόνια στη φυλακή, ώσπου απελευθερώθηκε με χρήματα φίλου και αφού ορκίστηκε να αποσυρθεί στα κτήματά του και να σταματήσει οριστικά την κακοποιό του δράση.

Το 1525 ξέσπασε η επανάσταση των αγροτών κατά ων ευγενών στη Γερμανία. Ο Γκετς συντάχθηκε με τους επαναστάτες και ανέλαβε διοίκηση τμήματός τους. Φαίνεται πως ο Γκετς είχε ιδεολογικά κίνητρα. Σε κάποια περίπτωση έντυσε βοσκό τον κόμη του Λόβενσταϊν και τον υποχρέωσε να βοσκάει ένα κοπάδι πρόβατα.

Σύντομα όμως απογοητεύτηκε καθώς διαπίστωσε ότι οι εξεγερμένοι ήταν απλώς ένας απειθάρχητος όχλος που αρέσκονταν στις λεηλασίες και τις κλοπές, ακόμα και πτωχών όπως οι ίδιοι. Έτσι μετά από λίγες εβδομάδες αποσύρθηκε και πάλι στα κτήματά του. Επανήλθε στη δράση, πάλι υπέρ των αγροτών, αλλά στη μάχη του Άουσμπουργκ, το 1528, αιχμαλωτίσθηκε. Έμεινε δύο χρόνια φυλακισμένος σε ένα μπουντρούμι και απελευθερώθηκε ορκιζόμενος ότι δεν θα φύγει ποτέ από τα κτήματά του.

Έχοντας φτάσει τα 50 και όντας πατέρας 10 παιδιών ηρέμησε και τήρησε την υπόσχεσή του. Το 1542 εντάχθηκε στον στρατό του αυτοκράτορα Καρόλου Ε’ και πολέμησε κατά των Τούρκων στην Ουγγαρία. Το 1544 έλαβε μέρος στον πόλεμο κατά των Γάλλων. Ο Γκετς επέστρεψε κατόπιν στο κάστρο του όπου έζησε ήσυχα τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Πέθανε σε ηλικία 82 ετών το 1562. Η ιστορία του ξεχάστηκε για καιρό μέχρι που της ξανάδωσε ζωή ο μεγάλος Γκαίτε.