Η άγρια τειχομαχία… Οι Ρώσοι τσακίζουν μουσουλμάνους στον Καύκασο

Μετά την απόφαση του τσάρου της Ρωσίας Παύλου να προσαρτήσει τη Γεωργία, το 1800, ο διάδοχός του Αλέξανδρος Α’ ακολούθησε την αυτή επεκτατική πολιτική στον Καύκασο. Στόχος του ήταν η κατάλυση των διαφόρων μουσουλμανικών κρατιδίων της περιοχής που υποστηρίζονταν από την Περσία.

Ένα από τα κρατίδια αυτά ήταν το χανάτο της Γκαντζά. Ο κυβερνήτης του κρατιδίου Τζαβάντ χαν αψηφούσε τους Ρώσους. Το κρατίδιό του είχε ιδρυθεί το 1747 με κέντρο την Γκαντζά στο σημερινό βορειοδυτικό Αζερμπαϊτζάν. Το «απόστημα» ανέλαβε να καθαρίσει ο στρατηγός Πάβελ Τσιστιάνοφ, επικεφαλής μιας μικρής δύναμης μεγέθους μεραρχίας.

Ο Τσιστιάνοφ διέθετε μόλις έξι τάγματα πεζικού (1 γρεναδιέρων, δύο μουσκετοφόρων και τρία κυνηγών), ένα σύνταγμα δραγώνων (τρεις ίλες), δύο ίλες Κοζάκων (165 άνδρες), 700 Τατάρους ελαφρούς ιππείς και 12 πυροβόλα. Η φρουρά της πόλης αποτελείτο από 1.700 στρατιώτες με τέσσερα πυροβόλα. Ωστόσο στην επικείμενη μάχη έλαβαν μέρος και οι περισσότεροι κάτοικοι.

Στις 10 Νοεμβρίου 1803 η ρωσική δύναμη αφίχθη έξω από την πόλη. Ο Ρώσος στρατηγός ζήτησε από τον Τζαβάντ χαν να παραδοθεί. Ο τελευταίος όμως αρνήθηκε. Κατόπιν αυτού οι Ρώσοι ξεκίνησαν την πολιορκία. Ήταν μια δύσκολη επιχείρηση μέσα στην καρδιά του χειμώνα.

Τελικά ο Τσιστιάνοφ βλέποντας την πολιορκία να τραβά σε μάκρος και φοβούμενος την άφιξη ενισχύσεων αποφάσισε να επιτεθεί. Η επίθεση ορίστηκε για τις 3 Ιανουαρίου 1804. Ο Τσιστιάνοφ χώρισε τις δυνάμεις του σε δύο φάλαγγες. Η μια υπό τον υποστράτηγο Πορτνιάγκιν θα εφορμούσε κατά της πύλης του Καραμπάχ και η άλλη, υπό τον συνταγματάρχη Καριάγκιν θα εφορμούσε την πύλη της Τυφλίδας.

Ασταμάτητη ρωσική έφοδος

Νωρίς το πρωί της 3ης Ιανουαρίου η φάλαγγα του Πορτνιάγκιν πλησίασε την πύλη του Καραμπάχ. Οι άνδρες του Ρώσου υποστρατήγου εφόρμησαν κατά των τειχών με τη βοήθεια κλιμάκων. Δύο φορές οι Ρώσοι επιτέθηκαν και δύο φορές αποκρούστηκαν. Ύστερα από αυτό ο Πορτνιάγκιν τέθηκε ο ίδιος επικεφαλής των ανδρών του με το ξίφος στο χέρι και ανέβηκε στο τείχος. Το ακολούθησε ένας υπολοχαγός που όμως θερίστηκε από τα εχθρικά πυρά.

Ακολούθησε ο ταγματάρχης Μπαρτένεφ που επίσης σκοτώθηκε. Αμέσως εφόρμησαν οι Ρώσοι γρεναδιέροι που αδιαφορώντας για τις απώλειες κατάφεραν να ανέβουν στο τείχος βοηθώντας τον υποστράτηγο που πολεμούσε απεγνωσμένα μόνος.

Την ίδια ώρα η φάλαγγα του Καριάγκιν κατάφερε επίσης να ανέβει στο τείχος και να κυριεύσει έναν πύργο στην πύλη της Τυφλίδας. Οι κυνηγοί του κυρίευσαν κατόπιν άγριας μάχης με τις ξιφολόγχες άλλους δύο πύργους. Ο Τζαβάντ χαν πολεμούσε εκεί απεγνωσμένα. Τον πλησίασε ο λοχαγός Καλόβσκι. Ο Ρώσος κατάφερε ένα καλό χτύπημα στον μουσουλμάνο ηγέτη αφήνοντας τον νεκρό.

Οι φρουροί του Τζαβάντ επιτέθηκαν με οργή και φανατισμό και κυριολεκτικά κομμάτιασαν τον γενναίο Ρώσο αξιωματικό. Παρόλα αυτά η απώλεια του Τζαβάντ αποτέλεσε σημείο καμπής για τους αμυνόμενους. Σύντομα η άμυνα κατέρρευσε και επικράτησε πανικός. Ένοπλοι και άμαχοι έτρεχαν αλλόφρονες στους δρόμους με τους Ρώσους στρατιώτες να «εκκαθαρίζουν» το πεδίο με τις ξιφολόγχες.

Οι αμυνόμενοι πρόβαλαν την τελευταία αντίσταση στο τζαμί Τζουμά όπου είχαν οχυρωθεί 500 από αυτούς. Σφαγιάστηκαν όλοι καθώς οι περισσότεροι ήταν από το Νταγκεστάν και υπήρχε βαθύ μίσος μεταξύ αυτών και των Ρώσων.

Σύμφωνα με ιρανικές πηγές η σφαγή στην πόλη διήρκεσε επί τρεις ημέρες και είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο 10.000 συνολικά ανθρώπων κάθε ηλικίας και φύλου. Ρωσικές πηγές κατεβάζουν τον αριθμό στις 3.000. Στην σύγκρουση σκοτώθηκε και ο μεγάλος γιος του Τζαβάντ ενώ η υπόλοιπή του οικογένειά του αιχμαλωτίσθηκε.

Ο Τσιστιάνοφ ευχαρίστησε επίσημα και δημόσια τους άνδρες του για τη μεγάλη και όντως δύσκολη νίκη τους που επετεύχθη χάρη στο υψηλό ηθικό τους και την αφοσίωσή τους στο καθήκον.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Τζαβάντ είχε ζητήσει βοήθεια από τον Ιρανό σάχη ο οποίος έστειλε δύναμη 30.000 ανδρών προς άρση της πολιορκίας. Ωστόσο οι Πέρσες δεν κατάφεραν να φτάσουν λόγω του χειμώνα.

Η έφοδος των Ρώσων κυνηγών.

Ο Ρώσος στρατηγός Πάβελ Τσιστιάνοφ.