Η εκπαραθύρωση της Πράγας… Η αφετηρία ενός τρομακτικού πολέμου

Ο Τριακονταετής Πόλεμος ξέσπασε, επίσημα, το 1618. Ωστόσο οι ρίζες του μπορούν να ανιχνευτούν ήδη από την Συνθήκη του Άουσμπουργκ του 1555. Ο τότε αυτοκράτορας των Αψβούργων Κάρολος Ε’, αντιμετωπίζοντας το φάσμα ενός ενδογερμανικού, θρησκευτικού πολέμου μεταξύ ρωμαιοκαθολικών και λουθηρανών, επέτρεψε στους προτεστάντες ορισμένες θρησκευτικές ελευθερίες. Το κυριότερο, δε, επέτρεψε στους τοπικούς ηγεμόνες των γερμανικών κρατών να καθορίζουν οι ίδιοι το θρήσκευμα των υπηκόων τους.

Ωστόσο οι προτεστάντες σύντομα διασπάστηκαν και από τις τάξεις τους ξεπήδησαν και άλλα δόγματα, όπως αυτό των καλβινιστών, για τα οποία η Συνθήκη του Άουσμπουργκ δεν είχε κάνει καμία πρόβλεψη. Παράλληλα το Βατικανό, με την ενίσχυση της Ισπανίας, η οποία πολεμούσε, ήδη από το 1568, κατά των επαναστατημένων εναντίον της, προτεσταντών Ολλανδών, επιχείρησε να επιβάλει τη λεγόμενη Αντιμεταρρύθμιση.

Αν και το υπόβαθρο της σύγκρουσης ήταν θρησκευτικό, εντούτοις, το να χαρακτηρίσει κανείς τον Τριακονταετή Πόλεμο ως θρησκευτικό πόλεμο θα απείχε πολύ από την πραγματικότητα. Όπως κάθε πόλεμος και αυτός είχε αίτια πολιτικά. Οι αντιμαχόμενοι ηγέτες απλώς εκμεταλλεύτηκαν το εκατέρωθεν θρησκευτικό αίσθημα προς όφελος των πολιτικών τους επιδιώξεων.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Γαλλίας, η οποία, αν και είχε ως επίσημη θρησκεία τον ρωμαιοκαθολικισμό, εντούτοις πολέμησε στο πλευρό των προτεσταντών, διότι το μόνο που την ενδιέφερε ήταν η αποδυνάμωση της Ισπανίας και της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Η προτεσταντική επίσης Σαξωνία πότε συμμαχούσε με τους Αψβούργους και πότε συντάσσονταν με τους προτεστάντες Σουηδούς. Το αυτό έπραξαν και πάμπολλοι Γερμανοί ηγεμόνες και ηγεμονίσκοι της κατακερματισμένης, τότε, πολιτικά, Γερμανίας.

Το 1593 η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η οποία, παραδοσιακά, βρισκόταν υπό την εξουσία των Αψβούργων, ενεπλάκη στον λεγόμενο «Μακρύ Πόλεμο», με τους Οθωμανούς. Για να αντιμετωπίσει τους Τούρκους ο τότε αυτοκράτορας Ροδόλφος Β’ ζήτησε την οικονομική και στρατιωτική συνδρομή όλων των Γερμανών ηγεμόνων, ανεξαρτήτως δόγματος. Ο πόλεμος αυτός διήρκεσε μέχρι το 1606 και άφησε την Αυτοκρατορία εξαντλημένη οικονομικά, ενώ έδωσε το δικαίωμα στους προτεστάντες ηγεμόνες που μετείχαν υπέρ του αυτοκράτορα, να ελπίζουν πως οι υπηρεσίες τους θα ανταμείβονταν με περισσότερη ελευθερία, πολιτική και θρησκευτική.

Την εποχή εκείνη το συμβούλιο των επτά εκλεκτόρων της Αυτοκρατορίας αποτελείτο από τέσσερις ρωμαιοκαθολικούς εκλέκτορες (δούκας Βαυαρίας, αρχιεπίσκοποι Μάιντς, Τρίερ και Κολωνίας), δύο καλβινιστές (εκλέκτορες του Παλατινάτου και τους Βρανδεμβούργου) και έναν λουθηρανό (δούκας της Σαξωνίας). Συνέπεια αυτού ήταν να γεννηθούν φόβοι στους Αψβούργους και τους ρωμαιοκαθολικούς εκλέκτορες ότι οι προτεστάντες θα μπορούσαν ακόμα και να καταλάβουν τον αυτοκρατορικό θρόνο.

Η πολιτική αυτή ανησυχία εκδηλώθηκε ως θρησκευτική, με τον δούκα της Βαυαρίας Μαξιμιλιανό Β’ να πρωτοστατεί στον αγώνα κατά των προτεσταντών εκλεκτόρων και ιδίως κατά του γείτονά του, Φρειδερίκου του Παλατινάτου, εδάφη του οποίου άλλωστε διεκδικούσε. Ο Φρειδερίκος του Παλατινάτου θεωρείτο ο ισχυρότερος εκλέκτορας της Αυτοκρατορίας και φρόντισε να ενισχύσει ακόμα περισσότερο τη θέση του εμφανιζόμενος ως πρόμαχος και προστάτης των προτεσταντών της Αυτοκρατορίας, τιθέμενος επικεφαλής της Προτεσταντικής ή Ευαγγελικής Ένωσης, μια πολιτικής οντότητας στην οποία εντάχθηκαν όλοι οι προτεστάντες Γερμανοί ηγεμόνες.

Απέναντί του ο Φρειδερίκος είχε όχι τόσο τον Αψβούργο αυτοκράτορα, ο οποίος, λόγω του Μακρού Πολέμου με τους Τούρκους, αλλά και των νέων συγκρούσεων μαζί τους (1615-17), δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να τον αντιμετωπίσει, αλλά τον ανταγωνιστή του Μαξιμιλιανό Β’ της Βαυαρίας, ο οποίος, από την πλευρά του, αναδείχτηκε σε πρόμαχο της Αντιμεταρρύθμισης και υπερασπιστή του ρωμαιοκαθολικισμού στη Γερμανία, εξυπηρετώντας έτσι τις πολιτικές του φιλοδοξίες. Ο Μαξιμιλιανός ίδρυσε την Καθολική Λίγκα, ως αντίβαρο στην Προτεσταντική Ένωση και άρχισε να συγκεντρώνει στρατεύματα, όπως άλλωστε έπραττε και ο αντίπαλός του. Ήδη ο σπόρος του πολέμου είχε φυτευτεί.

Βοημική επανάσταση

Μετά τον θάνατο του Αψβούργου αυτοκράτορα Ροδόλφου B, το 1612, στον αυτοκρατορικό θρόνο ανέβηκε ο αδελφός του εκλιπόντος, Ματθίας, ο οποίος επιβεβαίωσε τα προνόμια και τις θρησκευτικές ελευθερίες των προτεσταντών. H εφεκτική πολιτική του Ματθία δεν ικανοποίησε τους συντηρητικούς ρωμαιοκαθολικούς, όπως ήταν ο Μαξιμιλιανός της Βαυαρίας και ο ανεψιός του και μετέπειτα διάδοχός του Φερδινάνδος.

Σύντομα ο Ματθίας έχασε τον έλεγχο. Υποχρεώθηκε δε να ορίσει τον ανεψιό του βασιλιά της Βοημίας το 1617. Ο νέος βασιλιάς – κυβερνήτης ουσιαστικά – αμέσως μετά την εκλογή του, έστειλε στην Πράγα δύο Τσέχους, ρωμαιοκαθολικούς συμβούλους του, ως εκπροσώπους του στην συνέλευση των ευγενών του βασιλείου. Οι δύο αυτοί, ο Βίλεμ Σλαβάτα και ο Γιάροσλαβ Μπορζίτα, θα κυβερνούσαν, ουσιαστικά, τη Βοημία, εξ ονόματός του. Ωστόσο οι λοιποί ευγενείς, με επικεφαλής τον κόμη Χάινριχ Ματίας φονΤουρν, αντέδρασαν. Ο Τουρν ειδικά είχε προσωπικούς λόγους να αντιδράσει, καθώς έχανε τη θέση του από τον Σλαβάτα, ως επικεφαλής του συμβουλίου των ευγενών της Βοημίας.

Η κίνηση του Φερδινάνδου να στείλει τους δύο ρωμαιοκαθολικούς απεσταλμένους, θεωρήθηκε προσβλητική και ως εσκεμμένη προσπάθεια υπονόμευσης της προτεσταντικής ηγεσίας του βοημικού συμβουλίου των ευγενών. Ο Τουρν, τον Μάρτιο του 1618, συγκάλεσε σε συνέλευση τους προτεστάντες ευγενείς και τους εκπροσώπους των πόλεων της Βοημίας. Εκεί είπε πως τα προνόμια των προτεσταντών που τους είχαν δοθεί από την Συνθήκη του Άουσμπουργκ, ο Φερδινάνδος είχε σκοπό να τα καταργήσει.

Αυτό φυσικά ήταν ψέμα, καθώς ο Φερδινάνδος, όταν χρίστηκε βασιλιάς της Βοημίας είχε δεσμευτεί να τηρήσει τη «Βασιλική Επιστολή», τη χάρτα των προνομίων και δικαιωμάτων των προτεσταντών, δηλαδή. Παρόλα αυτά ο Τουρν κατάφερε να πείσει τους λοιπούς ευγενείς και εκπροσώπους και να κερδίσει την υποστήριξή τους.

Η προτεσταντική συνέλευση εξέδωσε σχετικό ψήφισμα το οποίο και έστειλε στον αυτοκράτορα Ματθία, ζητώντας την επέμβασή του εναντίον του ανεψιού και διαδόχου του. Ο Ματθίας φάνηκε και πάλι συγκαταβατικός, απαντώντας πως θα πήγαινε ο ίδιος στη Βοημία για να τακτοποιήσει το ζήτημα, το ανύπαρκτο στην πραγματικότητα ζήτημα. Την ίδια ώρα όμως, ο μετριοπαθής, κατά τα άλλα πρωθυπουργός του Ματθία, ο καρδινάλιος Μελχιόρ Κλεζλ, εκνευρισμένος από τις ενέργειες του Τουρν, έστειλε μια επιστολή γραμμένη σε έντονο ύφος. Ο Τουρν χρησιμοποίησε αυτή την επιστολή και όχι αυτή του αυτοκράτορα, για να πείσει απολύτως, πλέον, τους προτεστάντες ευγενείς ότι απειλούνται.

Μιλώντας δε στους προτεστάντες ευγενείς είπε πως πρέπει να πετάξουν τους εκπροσώπους του Φερδινάνδου από τα παράθυρα του κάστρου της Πράγας, «όπως είναι καθιερωμένο». Η πρώτη εκπαραθύρωση της Πράγας είχε γίνει το 1419, όταν ο τότε δήμαρχος της πόλης, μαζί με τους συμβούλους του είχαν πεταχτεί από τα παράθυρα του κάστρου Χραντσάνι, όπου ήταν και η έδρα της καγκελαρίας της Βοημίας, από τους επαναστατημένους Ουσίτες. Στις 23 Μαΐου 1618 ο Τουρν και οι ομοϊδεάτες του πέταξαν από το παράθυρο του κάστρου, από ύψος 21μ. τους δύο εκπροσώπους του Φερδινάνδου και τον γραμματέα τους, οι οποίοι επέζησαν της πτώσης, καθώς έπεσαν στην γεμάτη απορρίμματα τάφρο του κάστρου.

Μαζί με τους τρεις που πετάχτηκαν από τα παράθυρα, έπεσε στο κενό και κάθε προσπάθεια αποφυγής ενός πολέμου που μπορούσε και έπρεπε να έχει αποφευχθεί. Δύο μέρες μετά το επεισόδιο αυτό οι προτεστάντες ευγενείς συγκρότησαν τη δική τους δίαιτα και εξέλεξαν ένα δωδεκαμελές διευθυντήριο, τα μέλη του οποίου αποτέλεσαν την «βοημική καγκελαρία». Κατόπιν αυτών οι επαναστάτες ζήτησαν από τον αυτοκράτορα Ματθία την παραίτηση του Φερδινάνδου από τον θρόνο της Βοημίας. Το αστείο ήταν ότι σχεδόν όλα τα νυν μέλη του διευθυντηρίου, είχαν ψηφίσει υπέρ της εκλογής του Φερδινάνδου, ελάχιστους μήνες πριν.