Η επίθεση και κατάληψη του υψώματος Καλαμπάκι… Κύπρος 1974 – ΜΕΡΟΣ 3ο

Θα πρέπει να ήταν γύρω στις 3:00 μ.μ. όταν ο 3ος λόχος, υπό την διοίκηση του υπ/γού Αθανάσιου Μάμαλη ξεκίνησε για να ταχθεί στις θέσεις εφόρμησης μπροστά από το ύψωμα Καλαμπάκι για επίθεση και κατάληψη του υψώματος που «ξεκλείδωνε» τον Τουρκικό θύλακα Αγύρτας – Κιόνελι από τα δυτικά. Μαζί με τον Υπ/γό Δαμιανίδη Χρήστο βρεθήκαμε σε προκεχωρήμένη θέση πάνω στον Πενταδάκτυλο, μπροστά από την έδρα του 3ου λόχου, και με θέα το ύψωμα Καλαμπάκι, όπου ο Υπ/γός κατεύθυνε μέσω ασυρμάτου, τις βολές των όλμων που έβαλλαν προπαρασκευαστικά πυρά για την προετοιμασία της επίθεσης του 3ου λόχου.

Θυμάμαι να πέφτουν ομοβροντίες βλημάτων από τρείς όλμους – οι δύο όλμοι έπλητταν κανονικά τον στόχο κτυπώντας πάνω στις οχυρώσεις του υψώματος ενώ ο τρίτος όλμος πρέπει να ήταν ελαττωματικός γιατί κτυπούσε συνεχώς σε αρκετά κοντινότερο – εκτός στόχου – βεληνεκές. Σε κάποια στιγμή άρχισαν, μαζί με τους όλμους, να βάλλουν και δύο πολυβόλα από τις θέσεις εξόρμησης του 3ου λόχου… Έβλεπα τις αναλαμπές από τις σφαίρες των πολυβόλων που προσέκρουαν πάνω στους βράχους του υψώματος μπροστά από τα Τουρκικά πολυβολεία. Μετά από ένα καταιγισμό πυρών δόθηκε εντολή παύσης πυρός και τότε δεν θα ξεχάσω ποτέ… άκουγες την φωνή «Αέραααα….. Αέραααα» να δονεί την ατμόσφαιρα και τους άνδρες του 3ου λόχου να εφορμούν και να ανεβαίνουν πάνω στο ύψωμα Καλαμπάκι… Η πολεμική κραυγή που τόσες φορές χρησιμοποιούσαμε στην εκπαίδευση εμείς οι πεζικάριοι ήταν τώρα πέρα για πέρα αληθινή, μέσα σε συνθήκες πραγματικής μάχης!

Από την θέση του παρατηρητηρίου που είμασταν, ταυτόχρονα με την αναρρίχηση του 3ου λόχου στο ύψωμα, είδαμε στον χωματόδρομο πίσω από το ύψωμα ένα λαντ-ρόβερ να εγκαταλείπει το Καλαμπάκι και να φεύγει με μεγάλη ταχύτητα ακολουθώντας τον χωμάτινο δρόμο που οδηγούσε στο Πυλέρι και το Κιόνελι… προφανώς οι Τούρκοι εγκατέλειπαν το ύψωμα. Το 231 ΤΠ κατήγαγε την πρώτη του πολεμική νίκη!

Οι επόμενες μέρες στον Πενταδάκτυλο

Δεν θυμάμαι πως, αλλά χώρισα από τον Υπ/γό Δαμιανίδη, και το βράδυ της 20ης Ιουλίου βρέθηκα μαζί με άλλους να φυλάμε το πέρασμα προς την Γομαρίστρα (και κατ΄ επέκταση προς το Πυλέρι όπου επιχειρούσε ο 3ος Λόχος). Θυμάμαι μέσα στην νύχτα τις κόκκινες αναλαμπές των βολών των πυροβόλων της ΕΦ ταγμένων δυτικά της Λευκωσίας που έβαλλαν προς τον θύλακα της Αγύρτας – Κιόνελι, και τις τροχιοδεικτικές βολές των πολυβόλων. Βολές θανάτου μεν – φαντασμαγορικές δε… Την επομένη, Κυριακή 21/07/74 μαζί με άλλους μεταφέραμε πυρομαχικά από την έδρα του 3ου Λόχου στην Γομαρίστρα για να επιστρέψουμε μετά και πάλι στο παρατηρητήριο – αυτοσχέδιο φυλάκιο που κάλυπτε το πέρασμα της Γομαρίστρας.

Δευτέρα 22/07/1974

Είχε ανακοινωθεί εκεχειρία Δευτέρα για αργότερα το απόγευμα της ίδιας μέρας, και είχαμε λάβει αυστηρές οδηγίες να μην πυροβολούμε προς τον εχθρό. Την Δευτέρα μέσα στο πρωινό αντιληφθήκαμε στρατιώτες να ανεβαίνουν από το μονοπάτι της Γομαρίστρας… μετά από αναγνώριση διαπιστώσαμε πως ήταν δικοί μας Λοκατζήδες. Ήταν η Διμοιρία ΛΟΚ του Υπ/γού Καραχάλιου που ενεργώντας από την Γομαρίστρα, απώθησαν από τα βόρεια τους Τούρκους αλεξιπτωτιστές που είχαν περικυκλώσει τον 3ο Λόχο στο Πυλέρι, ανοίγοντας έτσι δίοδο διαφυγής για τους εγκλωβισμένους στο Πυλέρι άνδρες του 3ου Λόχου υπό τον Υπ/γό Μάμαλη.

Ήταν νωρίς το απόγευμα, εν ώρα εκεχειρίας, που η τουρκική αεροπορία άρχισε να βομβαρδίζει τις θέσεις μας στο πέρασμα του Αγ. Παύλου. Θυμάμαι οι 4-5 άντρες που φυλάγαμε το πέρασμα της Γομαρίστρας, βρεθήκαμε μέσα σ΄ ένα κούφωμα των βράχων για να προστατευθούμε από την αεροπορία. Δεν υπήρχε χώρος για μένα κι έτσι έμεινα εκτός, καθισμένος χάμω, ακουμπώντας με την πλάτη σ΄ ένα βράχο, και βλέποντας προς Βορρά… Είδα τότε το τουρκικό μαχητικό να κάνει βύθιση προς την πλευρά μας. Το ασημί του χρώμα αντανακλούσε τις ακτίνες του ήλιου και ήταν εκτυφλωτικό.

Είδα τότε την μακρόστενη ασημιά βόμβα που άφησε το τουρκικό αεροπλάνο να στριφογυρίζει αντανακλώντας τις αχτίδες του ήλιου και να πέφτει προς τις θέσεις μας. Θυμάμαι ακόμα και σήμερα ότι ήμουν τόσο κουρασμένος από την αϋπνία, που έβλεπα την βόμβα να πέφτει και να στριφογυρίζει αργά στον αέρα, θαρρείς θα έπεφτε στο κεφάλι μου, να αντανακλά τις ακτίνες του ήλιου και να πέφτει θαρρείς πάνω μου, την κοίταζα σαν υπνωτισμένος, χωρίς να έχω την δύναμη να κινηθώ… Η βόμβα έπεσε τελικά λιγότερο από εκατό μέτρα στα αριστερά μας, σε ένα ανυψωμένο σημείο…

Θυμάμαι ένα θόρυβο τον οποίο δεν περίμενα… ένα «πάαφφφφφ» και όχι έκρηξη και εκτόνωση αερίων, και μετά ένοιωσα κομμάτια από πολλές μικρές ζεστές πέτρες που εκσφενδονίστηκαν κι έπεφταν πάνω μου… Μετά είδα κάποιον να τρέχει στον κατήφορο ολόγυμνος, φορώντας άρβυλα και να φωνάζει… στη βάση του υψώματος τον σταμάτησαν δυο – τρείς έφεδροι και τον τύλιξαν με μια κουβέρτα. Ήταν ο Λοχίας Αντώνης Μανώλη, και είχε μόλις χτυπηθεί από τη ναπάλμ, που εξαΰλωσε τα ρούχα του, και κατέκαψε όλο το δέρμα του… Μεταφέρθηκε στην έδρα του 3ου Λόχου και από εκεί στο Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου και απεβίωσε μετά από λίγο…

Αργότερα, την Δευτέρα το απόγευμα κατέβηκα στην έδρα του 3ου Λόχου, όπου ο Διοικητής μου ανέθεσε μαζί με δύο εφέδρους, να κατεβούμε με αυτοκίνητο στον Αγ. Ερμόλαο και να φέρουμε νερό για τους άνδρες. Μπήκαμε μαζί με δύο εφέδρους σε ένα από τα επιταγμένα αυτοκίνητα και κατεβήκαμε στον Αγ. Ερμόλαο… Όλες οι πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών ήταν κλειστά, αλλά μόλις οι κάτοικοι αντιλήφθηκαν ότι ήμασταν εθνοφρουροί, βγήκαν έξω τρέχοντας προς το μέρος μας κι άρχισαν να μας αγκαλιάζουν… Τους είπαμε ότι θέλαμε νερό και αμέσως πήραν τα μπιτόνια που είχαμε μαζί μας και τα γέμισαν νερό.

Γυναίκες έτρεχαν κοντά μας και μας έφερναν φαγητό, σε μαγείρισσες, σε ταψιά τα οποία μόλις που χωρούσαν στο αυτοκίνητο μας. Ήταν μια πάρα πολύ συγκινητική σκηνή, εκείνη των κατοίκων του Αγ. Ερμόλαου που έτρεξαν να μας αγκαλιάσουν, να μας φιλήσουν και να μας δώσουν φαγητό και νερό. Στην επιστροφή μας, στα μισά του ανηφορικού χωματόδρομου προς το πέρασμα του Αγ. Παύλου, είδαμε σμήνος τουρκικών μαχητικών να κάνουν διαδοχικές βυθίσεις και να βομβαρδίζουν την έδρα του 3ου Λόχου.

Αποβιβαστήκαμε από το αυτοκίνητο που γυάλιζε αντανακλώντας τον ήλιο δίνοντας έτσι στόχο, και καλυφθήκαμε πίσω από βράχους παρακολουθώντας τα τουρκικά μαχητικά που έκαναν βυθίσεις «σταυρωτά» ανά ζεύγη… μόλις σηκωνόταν το ένα από την βύθιση, άρχιζε από τα πλάι την βύθισή του το άλλο δημιουργώντας έτσι ένα νοητό «σταυρό», μη δίνοντας την ευκαιρία στους αμυνόμενους ν΄ αντιδράσουν ή να καλυφτούν. Όταν ο βομβαρδισμός τέλειωσε, επιβιβαστήκαμε στο αυτοκίνητο και φτάσαμε στην έδρα του 3ου Λόχου. Λίγο πριν φτάσουμε στην έδρα, βρέθηκε μπροστά μας ο ΔΕΑ Άχλης Νικόλαος που φώναζε ότι οι τούρκοι τα κατέστρεψαν όλα, ότι δεν έμεινε τίποτα κι ότι έπρεπε να φύγουμε…

Συνεχίσαμε για λίγο ακόμα και φτάσαμε στην έδρα του 3ου Λόχου… καταστροφή, ερείπια και αποκαΐδια… Η αποθήκη πυρομαχικών και η αποθήκη βασικών φόρτων είχαν ανατιναχθεί… Μια από εκείνες τις τελευταίες ημέρες στο πέρασμα του Αγ. Παύλου στον Πενταδάχτυλο, θυμάμαι ένα κληρωτό στρατιώτη κάποιας ηλικίας που ήταν Αγγλο-Κύπριος, ήταν νοσοκόμος και καταγόταν από το Κάρμι – ένα χωριό στην πλαγιά του Πενταδάκτυλου με μέτωπο προς την θάλασσα της Κερύνειας, όχι μακριά από το πέρασμα το Αγ. Παύλου…

Καθόταν κατάχαμά με τους δικούς του, οι οποίοι ανέβηκαν πεζή στο βουνό για αποφύγουν τους τούρκους που μπήκαν στο χωριό τους… Θυμάμαι μια γριούλα που ανησυχούσε γιατί φεύγοντας βιαστικά από το σπίτι της ξέχασε να κλειδώσει την ερμαρόλλα της κουζίνας, και έτσι οι γάτοι θα έτρωγαν τα τρόφιμα που ήταν εκεί μέσα… Καημένη γριούλα… δεν θα ήταν οι γάτοι που θα άρπαζαν τα τρόφιμα και το βιός της αλλά οι τούρκοι, και δεν συνειδητοποιούσε (όπως κανένας μας δεν συνειδητοποιούσε τότε ακόμα) ότι δεν θα ξανάβλεπε το σπίτι της, και ότι μια νέα λέξη γεμάτη πόνο θα έμπαινε πια στην ζωή μας… «πρόσφυγας»…

Μια από κείνες τις μέρες θυμάμαι ότι βρέθηκα με κάποιους παλιούς γνωστούς από άλλες μονάδες που είχαν ανεβεί περαστικοί στο πέρασμα του Αγ. Παύλου. Θυμάμαι ότι είχα δώσει ένα μικρό χειρόγραφο σημείωμα σε κάποιον που γνώριζα από το Δημοτικό και που υπηρετούσε στο ΓΕΕΦ, και του είχα ζητήσει να το μεταβιβάσει με όποιο τρόπο μπορούσε στην μάνα μου στην Λεμεσό. Πολλά χρόνια μετά η μάνα μου μου είχε δείξει εκείνο το μικρό χειρόγραφο σημείωμα (της έλεγα ότι ήμουν καλά), το οποίο φύλαγε από τότε σαν ιερό κειμήλιο.

Μετά την Δευτέρα 22 Ιουλίου (όπου είχε κηρυχθεί εκεχειρία – την οποία η ΕΦ τηρούσε ευλαβικά εν αντιθέσει με τους Τούρκους), ο διοικητές αναδιοργάνωσε τους διαθέσιμους άνδρες στο πέρασμα του Αγ. Παύλου, και θυμάμαι ότι με τοποθέτησε μαζί με άλλους του Λόχου Διοικήσεως, σε θέσεις που επέβλεπαν τον στενό χωματόδρομο που κατέβαινε προς Λάπηθο. Από εκεί βλέπαμε καθαρά την ακτή στο Πέντε Μίλι όπου είχε γίνει η απόβαση, και βλέπαμε οχήματα να μετακινούνται ανατολικά προς Κερύνεια.

Βγάζαμε διπλοσκοπιές και ελάχιστα κοιμόμασταν. Παρόλο που ήταν κατακαλόκαιρο, το υψόμετρο και η υγρασία σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ξαπλώναμε κατάχαμα προκαλούσαν κρύο και ευκοιλιότητα, με σκηνές απείρου κάλλους όταν κάποιος πεταγόταν στ΄ άγρια χαράματα για «λόγους ανωτέρας βίας» – όπως έτυχε και σε μένα. Θυμάμαι τέλος κάποιους από τους άνδρες το 1ου Λόχου που είχαν ανακαταλάβει το Φ. «Αετοφωλιά» από τους Τούρκους αλεξιπτωτιστές που εξόρμησαν από το Κοτζιάκαγια μετα την αποχώρηση των Λοκατζήδων, και που μας επιδείκνυαν τα λάφυρα τους: τυφέκια FN (καμμιά σχέση με τα δικά μας «χατζημάρτινα»), φορητούς εκτοξευτές ρουκετών μιας χρήσης, οπλοβομβίδες, και ένα περίστροφο 45άρι – το τελευταίο τελικά κατέληξε στον διοικητή. Εκείνο πάντως που με εντυπωσίασε ήταν η ξιφολόγχη του FN… μια μακριά, αμφίπλευρη μάχαιρα… που σε έκανε ανατριχιάζεις όταν φανταζόσουν εκείνο το σιδερικό να μπαίνει στα σωθικά σου.

Παρασκευή 26/07/1974

Νωρίς το απόγευμα ενώθηκα με τους άνδρες του 3ου Λόχου υπό τον Υπ/γό Μάμαλη, και ανεβήκαμε στην κορυφογραμμή στα δυτικά του περάσματος του Αγ. Παύλου – και ανατολικά από την κορυφή του Κυπαρισσόβουνου. Ακροβολιστήκαμε στην κορυφογραμμή, για να επιτηρούμε τον στενό χωματόδρομο που ανεβαίνει από τον Αγ. Ερμόλαο στο πέρασμα του Αγ. Παύλου. Ξέραμε ότι η γραμμή είχε σπάσει (εν καιρώ εκεχειρίας – την οποία οι Τούρκοι ουδέποτε τήρησαν) και ότι είχαν επανακταλάβει το ύψωμα Καλαμπάκι και προωθήθηκαν στον Αγ. Ερμόλαο, χρησιμοποιώντας άρματα μάχης και πεζικό.

Δεν θυμάμαι τι ώρα ήταν, αλλά νομίζω ότι το απόγευμα είχε προχωρήσει για καλά… και τότε ακούσαμε τον βρυχηθμό των μηχανών των αρμάτων μάχης χωρίς όμως ακόμα να τα βλέπουμε, λόγω του ανάγλυφου του εδάφους. Σε κάποια στιγμή φάνηκε σε 200 περίπου μέτρα ευθεία απόσταση και χαμηλότερα από την κορυφογραμμή το προπορευόμενο άρμα καθώς και η υπόλοιπη φάλαγγα που περιλάμβανε και στρατιωτικά φορτηγά στην ουρά.

Αρχίσαμε να βάλλουμε στην φάλαγγα και τότε θυμάμαι κάποια πράγματα να συμβαίνουν σχεδόν ταυτόχρονα: Ακούστηκε κάτι σαν έκρηξη και το προπορευόμενο άρμα σταμάτησε απότομα και άρχισε να κορνάρει και ταυτόχρονά να πηγαίνει όπισθεν! Μάθαμε εκ των υστέρων ότι το προπορευόμενο άρμα είχε χτυπηθεί στην ερπύστρια από το ΠΑΟ 57 χιλιοστών που είχε στηθεί στο πέρασμα του Αγ. Παύλου, με χειριστή τον «Σμόκυ» από το Βαρώσι. Δυστυχώς μάθαμε επίσης αργότερα ότι το ΠΑΟ 57 έπαθε εμπλοκή μετά την πρώτη πετυχημένη βολή, κι έτσι δεν έγινε δυνατό να ξαναχτυπηθεί το προπορευόμενο άρμα.

Ταυτόχρονα, με το που χτυπήθηκε το άρμα πηγαίνοντας όπισθεν και κορνάροντας, μια ριπή από μπρέν από τα δεξιά της παράταξης μας στην κορυφογραμμή, χτύπησε το τελευταίο φορτηγό της φάλαγγας που πρέπει να μετέφερε πυρομαχικά… ακολούθησε μια μεγαλειώδης έκρηξη και πολλές άλλες μικρότερες που σκορπίζονταν σαν γλώσσες φωτιάς γύρω από το χτυπημένο φορτηγό.

Ένα εντυπωσιακό πυροτέχνημα….Επικράτησε χάος… Η φάλαγγα ακινητοποιήθηκε στον στενό δρόμο και φάνηκαν κάποιοι τούρκοι πεζικάριοι που έτρεχαν να καλυφθούν μακριά από τις εκρήξεις…. Εμείς συνεχίσαμε να βάλλουμε και να χτυπούμε στο ψαχνό. Εν τω μεταξύ από τις εκρήξεις ξέσπασε πυρκαγιά, και τα πεύκα λαμπάδιαζαν προκαλώντας πυκνούς καπνούς που μας έπνιγαν.

Θυμάμαι τότε που ακούστηκε ομοβροντία κανονιών από την μεριά της θάλασσας πίσω μας, και βαριά βλήματα να σφυρίζουν στον αέρα. Προφανώς ο αρχηγός της ακινητοποιημένης φάλαγγας από κάτω μας, νότια της κορυφογραμμής ζήτησε κάλυψη πυρών από το ναυτικό που περιπολούσε σε κοντινή απόσταση από τις ακτές του Καραβά και της Λαπήθου βόρεια και πίσω μας. Ευτυχώς θα πρέπει να τους δόθηκαν λάθος συντεταγμένες γιατί τα βλήματα του ναυτικού χτυπούσαν δυτικότερα, στο Κυπαρισσόβουνο.

Μου έκαμε εντύπωση η ένταση των εκρήξεων από τα ναυτικά πυροβόλα που θαρρείς και σκάλιζαν τον Κυπαρισσόβουνο κόβοντας φέτες – φέτες το περήφανο βουνό. Ήταν τρομακτικό ν’ ακούς πρώτα το σφύριγμα των βλημάτων, μετά ν’ ακούς τις δυνατές εκρήξεις, και να βλέπεις να πετάγονται στον αέρα τόσοι όγκοι χώματος, βράχων και δέντρων μετά από κάθε έκρηξη. Η πυρκαγιά συνεχίστηκε όλο το βράδυ, οι πυροβολισμοί όμως σταμάτησαν και από τις δύο πλευρές. Για πολλή ώρα ακούγαμε βαριούς μεταλλικούς χτύπους… ήταν προφανές ότι οι Τούρκοι προσπαθούσαν να επισκευάσουν την χτυπημένη ερπύστρια του προπορευόμενου άρματος που είχε ακινητοποιήσει ολόκληρη την τουρκική φάλαγγα.

Αργά το βράδυ, ίσως κοντά στα μεσάνυχτα δόθηκε η διαταγή να κατεβούμε από την κορυφογραμμή. Κατεβήκαμε συντεταγμένα και φτάσαμε στην έδρα του 3ου λόχου. Δεν υπήρχε κανείς… ολόκληρο το τάγμα, προφανώς και ο 1ος λόχος απέναντι από το Κοτζιάκαγια και τον Αγ. Ιλαρίωνα, είχε συμπτυχθεί προς την Λάπηθο ακολουθώντας τον χωματόδρομο που ένωνε το πέρασμα του Αγ. Παύλου με την μεγάλη κωμόπολη. Ο υπ/γός Μάμαλης μας συνέστησε να πιούμε νερό πριν ξεκινήσουμε… Δεν θα ξεχάσω πόσο διψούσα… έπινα νερό κατευθείαν από ένα μεγάλο πλαστικό μπιτόνι και δεν σταματούσα… ήπια μέχρι σκασμού. Μετά απ΄ αυτό, ξεκινήσαμε πεζή φάλαγγα κατ΄ άνδρα στις δύο πλευρές του χωματόδρομου, παίρνοντας τον κατηφορικό δρόμο προς τον κεφαλόβρυσο της Λαπήθου.

Αφήναμε πίσω μας το πέρασμα του Αγ. Παύλου το οποίο η προσωρινά ακινητοποιημένη για την ώρα τουρκική φάλαγγα θα πατούσε το επόμενο πρωί. Ο Πενταδάκτυλος, πλην του δυτικότερου άκρου του (Κυπαρισσόβουνο, Λάρνακας της Λαπήθου) θα ήταν πλέον τουρκοπατημένος. Περπατούσαμε σιωπηλοί σε διπλή φάλαγγα κατ΄ άνδρα όλο το βράδυ, μέχρι που φτάσαμε στον κεφαλόβρυσο της Λαπήθου… Η μυρωδιά από τις λεμονιές, ανάμεικτη με την υγρασία της νύκτας, ήταν μεθυστική… δεν μπόρεσα να εμποδίσω τον εαυτό μου να σκεφτεί την μαγεία και την αντίφαση της στιγμής εκείνης, με τις τόσο μεθυστικές ευωδιές, μέσα σ΄ένα πανέμορφο τοπίο όπου μας κυνηγούσε ο θάνατος.