Η φωτιά νίκησε το σίδερο… Η πρώτη μάχη που κρίθηκε από το πυρ του πεζικού

Τα φορητά πυροβόλα όπλα είχαν ανακαλυφθεί χρόνια πριν. Είχαν χρησιμοποιηθεί σε διάφορες μάχες της πρώιμης Αναγέννησης. Ωστόσο μέχρι δεν αποτελούσαν το όργανο κρίσης του αγώνα, αντίθετα με τους βαριά θωρακισμένους λογχοφόρους ιππείς και τις μάζες σαρισσοφόρων. Όλα όμως άλλαξαν από την 28η Απριλίου 1503.

Η Τσερινόλα είναι μια πόλη της νότιας Ιταλίας όχι μακριά από το Μπάρι. Το 1502 είχε ξεσπάσει ένας ακόμα πόλεμος στην Ιταλία, ο οποίος εντάσσεται, ιστορικά, στη μακρά σειρά συγκρούσεων που έχει μείνει στην ιστορία ως Ιταλικοί Πόλεμοι. Η Ισπανία που είχε κερδίσει τη νότιο Ιταλία πολεμούσε με τη Γαλλία. Ο Ισπανός βασιλιάς είχε στείλει στην Ιταλία έναν από τους καλύτερους στρατηγούς της εποχής και το περίφημο «μεγάλο κατεπάνω» Γκονζάλβο ντε Κόρντομπα – ο οποίος έδρασε και στην Ελλάδα κατά των Τούρκων.

Ο μεγάλος στρατηγός όμως στερείτο του βασικού εργαλείου επικράτησης, του ισχυρού στρατού. Ο βασιλιάς του τον είχε προικοδοτήσει με μόλις 6.300 άνδρες εκ των οποίων 700 βαρέοι ιππείς, 800 ελαφροί ιππείς, 4.000 πεζοί και οι λοιποί πυροβολητές και βοηθητικοί, με 20 ελαφρά, κυρίως, πυροβόλα. Από την άλλη πλευρά ο Γάλλος βασιλιάς έστειλε κατά των Ισπανών μια δύναμη αριθμητικά ανώτερη, αλλά κυρίως ποιοτικά ανώτερη, περιλαμβάνουσα 630 από τους περίφημους ευγενείς Γάλλους «ιππότες» Gendarms, 1.100 ελαφρύτερους ιππείς, 3.500 Γάλλους πεζούς, 40 πυροβόλα με το αναγκαίο προσωπικό και το κυριότερο 3.500 από τους επίλεκτους Ελβετούς πεζούς, το καλύτερο πεζικό της Ευρώπης, εκείνη την εποχή.

Η πρώτη μάχη του νέου πολέμου δόθηκε στην Σεμινάρα όπου οι Γάλλοι ηττήθηκαν. Επρόκειτο όμως για μιας μικρής σημασίας τακτική σύγκρουση. Αντίθετα η επικείμενη μάχη στην Τσερινόλα θα αποδεικνυόταν σημαντικότερη. Ο ντε Κόρντομπα είχε το μεγάλο ταλέντο να μπορεί να διακρίνει την αξία του εδάφους και το εκμεταλλεύεται άριστα. Έτσι διέκρινε την τακτική σημασία των λόφων της Τσερινόλα και υποχώρησε εκεί προχωρώντας στην οργάνωση του εδάφους σε μια εποχή που οι ηρωικές έφοδοι βαρέων ιππέων και φαλαγγών σαρισσοφόρων θεωρείτο ως η καλύτερη συνταγή για τη νίκη.

Ο Ισπανικός στρατός περιλάμβανε στις τάξεις του και Γερμανούς πεζούς (τους διάσημους Λάντσκνεχτ) ενώ το ισπανικό πεζικό ήταν οργανωμένο σε «κολουνέλες» (=φάλαγγες), μικτούς δηλαδή σχηματισμούς πεζικού αποτελούμενους από σαρισσοφόρους, αρκεβουζιοφόρους και «ροντελέρος» ασπιδοφόρους ξιφομάχους. Ο ντε Κόρντομπα διέταξε τους άνδρες του να σκάψουν χαράκωμα το οποίο αποτέλεσε την πρώτη γραμμή της αμυντικής τοποθεσίας του στο οποίο τάχθηκαν 1.000 αρκεβουζιοφόροι. Επίσης τοποθετήθηκαν στο έδαφος μυτεροί πάσσαλοι με σκοπό να εμποδίσουν την επέλαση των τρομερών Gendarms.

Πίσω από τους αρκεβουζιοφόρους τάχθηκαν οι σαρισσοφόροι και οι ροντελέρος, ενώ στην κορυφή των λόφων τάχθηκε το πυροβολικό ώστε να έχει τέλεια θέα και να μπορεί να πλήξει τον εχθρό στη φάση προέλασης. Εφεδρεία αποτέλεσε το ισπανικό βαρύ ιππικό, ενώ οι ζινέτες ελαφροί Ισπανοί ιππείς τάχθηκαν μπροστά από το χαράκωμα των αρκεβουζιοφόρων, καλύπτοντάς το από τη θέα των αντιπάλων τους.

Ο Γάλλος διοικητής Λουί ντ’ Αρμανιάκ, κόμης του Γκιζ, ήταν ένας εμποτισμένος από τα ιπποτικά ιδεώδη νέος 31 ετών, καταγόμενος από τον οίκο των ντ’ Ανζού. Γενναίος μέχρι βλακείας, δεν διακρινόταν για τις τακτικές του ικανότητες. Έτσι μόλις είδε παραταγμένους απέναντί τους, τους εχθρούς διέταξε άμεση εναντίον τους επίθεση χωρίς καν να περιμένει το πυροβολικό του, το οποίο δεν διαδραμάτισε κανένα ρόλο στη μάχη.

Τιθέμενος επικεφαλής των Gendarms εφόρμησε κατά των εχθρών. Οι ζινέτες αμέσως αποτραβήχτηκαν επιτρέποντας στους αρκεβουζιοφόρους να αρχίσουν να θερίζουν με τα πυρά τους, τους Γάλλους. Ο ντε Γκιζ δεν απογοητεύτηκε πάντως και εξαπέλυσε νέα επίθεση με το αυτό τραγικό αποτέλεσμα. Τότε ο ντε Γκιζ επιχείρησε να υπερκεράσει το ισπανικό δεξιό, αλλά οι ιππείς του έπεσαν στις ισπανικές παγίδες και υποχωρώντας δέχτηκαν και πάλι τα φονικά πυρά των αρκεβουζιοφόρων. Τότε σκοτώθηκε ο ντε Γκιζ.

Ακέφαλοι οι Γάλλοι ιππείς υποχώρησαν. Τότε ανέλαβε να συνεχίσει την επίθεση, με τον ίδιο βλακώδη τρόπο, ο επικεφαλής των Ελβετών Ταμπιέν Σαντιέ. Ο ντε Κόρντομπα αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την ανοησία των αντιπάλων του και απέσυρε τους αρκεβουζιοφόρους από την πρώτη γραμμή, αναπτύσσοντάς τους, σε δύο σώματα στα πλευρά, την ώρα που έριξε κατά των Ελβετών τους Γερμανούς του. Οι Ελβετοί προχώρησαν ακάθεκτοι, αλλά την ώρα που ενεπλάκησαν με τους Γερμανούς σε θανάσιμο αγώνα με τις σάρισσες, οι αρκεβουζιοφόροι έκλιναν επί το εσωτερικό και άρχισαν αν τους θερίζουν, κυριολεκτικά, βάλλοντας στα πλευρά της φάλαγγάς τους. Το λοιπό γαλλικό πεζικό προσπάθησε να βοηθήσει αλλά δεν το κατόρθωσε απειλούμενο και από τους Ισπανούς πεζούς. Όταν δε ο Σαντιέ σκοτώθηκε οι Ελβετοί άρχισαν να υποχωρούν.

Βλέποντας τον εχθρό να υποχωρεί ο ντε Κόρντομπα διέταξε γενική αντεπίθεση. Οι Γάλλοι πανικοβλήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή. Μόνο οι Ελβετοί υποχώρησαν συγκροτημένα, παρά τις απώλειες που δέχονταν. Οι ηττημένοι υποχώρησαν εγκαταλείποντας και τα περισσότερα πυροβόλα τους. Οι νικητές είχαν συνολικά 500 νεκρούς και τραυματίες. Αντίθετα ο φόρος αίματος στην άλλη πλευρά ήταν βαρύτατος. Μόνο οι νεκροί ξεπέρασαν τις 4.000 χιλιάδες. Χιλιάδες ήταν ακόμα οι τραυματίες και οι αιχμάλωτοι. Ο ντε Κόρντομπα διέταξε να ταφούν με τιμές και χριστιανικό τρόπο εχθροί και φίλοι πεσόντες. Η μάχη της Τσερινόλα ήταν η πρώτη μάχη της ιστορίας που κρίθηκε από το πυρ και όχι το σίδερο.