Η “πλατφόρμα” Βαφειάδη – 90% με βίαιη στρατολογία, καμία πιθανότητα νίκης

Η κόντρα του Μάρκου Βαφειάδη, ηγετικού στελέχους της ελληνικής αριστεράς και επικεφαλής του λεγόμενου «Δημοκρατικού Στρατού» (ΔΣΕ) ξεκίνησε νωρίς. Ήδη πριν την μάχη της Κόνιτσας η κόντρα υπέβοσκε. Η κόντρα εκδηλώθηκε σχεδόν ανοικτά στην 4η Ολομέλεια στις 28 και 29 Ιουλίου 1948. Ο Μάρκος στάθηκε ιδιαίτερα στις αστοχίες της ηγεσίας του κόμματος και έφτασε στο σημείο να αμφισβητήσει ξεκάθαρα τις επιλογές Ζαχαριάδη καταθέτοντας την περίφημη «Πλατφόρμα» του.

Η «Πλατφόρμα» του κατατέθηκε στην συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ στις 15 του Νοεμβρίου 1948. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κάτωθι σημεία της που, κατά την ταπεινή μας γνώμη, δεν χρίζουν καν σχολιασμού καθώς αποκαλύπτεται περίτρανα η εγκληματική ουτοπία του Ζαχαριάδη. Αξίζει να σταθεί κανείς στα λεγόμενα του Μάρκου περί «στρατολογίας» στον ΔΣΕ.

«Το Νοέμβρη, μόλις είχε έρθει ο Ζαχαριάδης στο βουνό, το ΠΓ συζήτησε αυτό το ζήτημα. Υποστήριξα ότι είναι ασύμφορο να αδυνατίσουμε αυτή τη στιγμή τα αρχηγεία παίρνοντας για εφεδρεία μας μέρος απ’ τις δυνάμεις που διαθέτουν. Γιατί αυτό το αδυνάτισμα θα είχε για συνέπεια και το αδυνάτισμα της δράσης τους, κατά συνέπεια και μικρότερη στρατολογία. Πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμα από τα μέσα του 1947, η στρατολογία στον ΔΣΕ είχε πάρει σχεδόν ολότελα βίαιο χαραχτήρα.

“Η εθελοντική κατάταξη δεν έφτανε ούτε τα 10%. Για να μπορείς να κάνεις στρατολογία επιβάλλονταν όχι συγκέντρωση αλλά άπλωμα των δυνάμεων διείσδυσης σε χώρους που υπήρχε στρατεύσιμο υλικό. Συνεπώς η πορεία της συγκρότησης της εφεδρείας μας έπρεπε να ήταν ανάλογη. Να παρθούν για εφεδρεία όχι από τα υπάρχοντα τμήματα, αλλά ανάλογα με την αύξηση της δύναμης που θα γίνονταν κατά αρχηγεία. Επικράτησε όμως η άλλη θέση για άμεση συγκέντρωση τμημάτων και αποφασίστηκε μέχρι το Μάρτη να φτάσει η εφεδρική αυτή δύναμη τους 14 χιλιάδες άντρες. Αυτή η απόφαση δεν πραγματοποιήθηκε.

“Μέχρι τον Ιούνη η συνολική δύναμη της εφεδρικής μονάδας ήταν 5.500. Πρέπει να πω ότι για το ζήτημα αυτό αναγκάστηκα να μη μιλήσω περισσότερο γιατί ο Ζαχαριάδης αντί άλλο επιχείρημα είπε: Ο Μάρκος ξέρει να πολεμάει και αντιμετωπίζει από άποψη ταχτικής καλά τα ζητήματα. Αλλά δεν καταλαβαίνει, δεν μπορεί να συλλάβει τα στρατηγικά προβλήματα, όπως είναι το ζήτημα της εφεδρείας”.

Ο Μάρκος αναφέρθηκε και στα της διαβόητης 4ης Ολομέλειας: “…Έγινε τα τέλη του Ιούλη 1948. Πήραν μέρος 10 σύντροφοι. Την εισήγηση έκανα εγώ με πρόταση του Ζαχαριάδη, που μου είπε ότι θα μιλήσεις για τις μάχες του Γράμμου και τη δράση του ΔΣΕ στις άλλες περιοχές, και θα βάλεις τα καθήκοντα. Προηγήθηκαν δυο συνεργασίες. Τα ίδια τα γεγονότα έδειχναν ότι πρέπει να γίνει μια κριτική ανασκόπηση, τουλάχιστον της περιόδου που μεσολάβησε απ’ την 3η Ολομέλεια και δω. Γιατί μόνο έτσι μπορούσε σωστά να προσανατολιστεί η 4η Ολομέλεια. Έκανα ένα σχέδιο και το πήγα στον Ζαχαριάδη. Είπε πως αν δεν πραγματοποιήθηκαν οι αποφάσεις της 3ης Ολομέλειας, αυτό οφείλεται στο ότι δεν έκαναν το καθήκον τους οι κομμουνιστές κλπ.

“Έτσι οδηγηθήκαμε ακόμα μια φορά σε αποφάσεις που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα περισσότερο από κείνες της 3ης Ολομέλειας. Αντί να βγούμε καθαρά και τίμια να πούμε στην Ολομέλεια τους πραγματικούς λόγους, που δεν πραγματοποιήθηκαν οι αποφάσεις της 3ης Ολομέλειας, προσπαθήσαμε με μπαλώματα να δικαιολογήσουμε τα λάθη μας. Η απόφαση γράφτηκε ολόκληρη από τον Ζαχαριάδη. Κανένας απ’ τους παρόντες συντρόφους, ούτε στην εισήγηση, ούτε στην απόφαση έφερε σοβαρές αντιρρήσεις.

Αναφερόμενος, έμμεσα, τέλος στις προοπτική νίκης του ΔΣΕ, εν είδει σχολίου για την κατάσταση των “μοναρχοφασιστών” και του “λαϊκοδημοκρατικού κινήματος,” ο Μάρκος ανέφερε: “Είναι γεγονός ότι ο μοναρχοφασισμός έχει τα χάλια του. Αλλά να λέμε ότι είναι με ξύλινα πόδια και ότι από κάθε άλλη φορά είναι πιο κοντά η ανατροπή του είναι κάτι που χάνει τη σοβαρότητα του και εκθέτει το Κόμμα και το κίνημα σε κινδύνους. Με κύριο στήριγμα τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό που ολοκληρώνει την κατοχή και κυριαρχεί στη χώρα μας παρά τα οικονομικά χάλια του και τις φαγωμάρες, που υπάρχουν ανάμεσα στις διάφορες κλίκες, ο μοναρχοφασισμός κατόρθωσε να πετύχει μια σχετική πολιτικό-στρατιωτική σταθεροποίηση που εκφράζεται:

α) με την εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού και τη δημιουργία ενός καθεστώτος φασιστικής βίας,

β) με τη διατήρηση της κυβέρνησης Τσαλδάρη-Σοφούλη επί ένα χρόνο με κύρια επιδίωξη την εξουδετέρωση και υποταγή του λαϊκοδημοκρατικού κινήματος,

γ) με το ότι ο μοναρχοφασιστικός στρατός που, παρά την αποτυχία του να δώσει σοβαρά χτυπήματα ενάντια στον ΔΣΕ, εξακολουθεί να πολεμάει επί δυο χρόνια χωρίς υπολογίσιμα κρούσματα στάσεων, προσχώρησης στον ΔΣΕ, λιποταξίες κλπ. Ο μοναρχοφασισμός έχει όχι μόνο τη δυνατότητα της αναπλήρωσης των απωλειών του στρατού του, αλλά και της κανονικής του αύξησης αριθμητικά, αρκεί να δώσουν τα μέσα οι Αμερικάνοι,

δ) ο μοναρχοφασισμός κρατάει όλα τα μεγάλα και μικρά κέντρα, όλες σχεδόν τις οδικές αρτηρίες και σοβαρά στηρίγματα στην ύπαιθρο,

ε) πήρε με τη βία όλες τις διοικήσεις των συνδικαλιστικών οργανώσεων και κάθε απεργιακή εκδήλωση ή διαμαρτυρία των εργαζομένων για την άθλια οικονομική τους κατάσταση πνίγεται. Έθεσε εκτός νόμου όλες τις μαζικές πολιτικές οργανώσεις και τα δημοκρατικά κόμματα (ΕΠΟΝ, Δημοκρατικοί Σύλλογοι, Κομμουνιστικό Κόμμα κλπ.) και κατόρθωσε με εκτελέσεις κλπ, να εξαναγκάσει τους οπαδούς του λαϊκοδημοκρατικού κινήματος στις πόλεις και στους χώρους της υπαίθρου που ελέγχει, σε σιωπή και ανοχή.

” Το  λαϊκοδημοκρατικόκίνημα, που εκφράζεται σήμερα σχεδόν ολοκληρωτικά με τον ένοπλο αγώνα, πέτυχε επίσης μια σχετική σταθεροποίηση, που οφείλεται στην πετυχημένη άμυνα του Γράμμου, στην έντονη δράση, που ανέπτυξε ο ΔΣΕ στις άλλες περιοχές, στο δίκαιο του αγώνα που κάνει, στην πίστη και αυτοθυσία, που διακρίνει τα στελέχη και τα μέλη του Κόμματος. Στην ανικανότητα του μοναρχοφασισμού να λύσει τα οικονομικά και πολιτικά προβλήματα του ελληνικού λαού που παρά την τρομοκρατία και την καταπίεση παραμένει πιστός στα ιδανικά του αντιφασισμού και της ανεξάρτητης Ελλάδας.

“Μα αυτή η σταθερότητα, λόγω των συνθηκών που υπάρχουν στη χώρα, είναι δυσανάλογη σε σχέση με εκείνη που πέτυχε ο μοναρχοφασισμός και δεν περιέχει δυνατότητες ανατροπής του μοναρχοφασισμού στο άμεσο μέλλον. Σήμερα ο ΔΣΕ έχει χιλιάδες περίπου μαχητές που αντιπαρατάσσονται στις 300 περίπου χιλιάδες συνολικής ένοπλης δύναμης που διαθέτει ο μοναρχοφασισμός.

“Για να μπορεί ο ΔΣΕ να ενεργήσει επιθετικά για την απελευθέρωση σοβαρών περιοχών σαν στήριγμα για ολοκληρωτική ανατροπή του μοναρχοφασισμού πρέπει τους μήνες Οχτώβρη, Νοέμβρη, Δεκέμβρη, Γενάρη, Φλεβάρη, Μάρτη να φτάσει τον αριθμό των 65-70 χιλιάδων ανδρών. Αν πάρουμε σα βάση το διάστημα που μεσολάβησε απ’ την 3η μέχρι την 4η Ολομέλεια, θα δούμε πως με καλύτερες συνθήκες που είχαμε από άποψη υποκειμενικού παράγοντα, κατορθώσαμε να στρατολογήσουμε μόνο 15 χιλιάδες, περίπου σ’ ένα χρόνο.

“Συνεπώς είναι αδύνατο να φτάσουμε σε μια στρατολογική επίδοση τέτοια που απορρέει απ’ τις αποφάσεις της 4ης Ολομέλειας. Εδώ δεν παίρνω υπόψη μου ούτε τον παράγοντα μιας πιο έντονης αμερικάνικης επέμβασης, ούτε την αύξηση των 70 χιλιάδων στρατού, που ζητάει ο μοναρχοφασισμός απ’ τους Αμερικάνους. Εξάλλου όπως σήμερα είναι η κατάσταση των οργανώσεων μας στις πόλεις δεν μπορεί κανείς να περιμένει έναν αποφασιστικό συνδυασμό της επιθετικής προσπάθειας του ΔΣΕ με απεργίες μέχρι εξέγερση.

“Αλλά ούτε ο ΔΣΕ έχει τη δυνατότητα να χτυπήσει τις πόρτες των πόλεων με σοβαρές επιθετικές του ενέργειες για δημιουργία τέτοιων συνθηκών. Απ’ το συσχετισμό των δυνάμεων, μέσων και δυνατοτήτων, προκύπτει το συμπέρασμα ότι δεν μπορεί ο ΔΣΕ να ανατρέψει ένοπλα το μοναρχοφασισμό με δικές του δυνάμεις στο άμεσο μέλλον, αλλά με άμεση στρατιωτική βοήθεια που θα προέλθει απ’ την αναγνώριση της ΠΔΚ (Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση) απ’ τις φιλικές χώρες. Όμως αυτή δεν φαίνεται πιθανή γιατί ο ΔΣΕ δεν μπόρεσε να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες και η διεθνής κατάσταση δεν φαίνεται να επιτρέπει τέτοια ενέργεια, τουλάχιστο αυτή τη στιγμή”.