Κεραυνοί & αστραπές… Το πρωσικό πυροβολικό στον Επταετή Πόλεμο

Το πυροβολικό στην εν λόγω περίοδο αποτελούσε σε όλους, εκτός του Αυστριακού, στρατούς τον «φτωχό» συγγενή τον περήφανων όπλων του πεζικού και του ιππικού. Σε αυτό κατατάσσονταν κυρίως γόνοι αστικών οικογενειών, αφήνοντας τους ευγενείς να στελεχώνουν τα άλλα όπλα. Ακόμα και η ένταξη ανδρών στο πυροβολικό ήταν προβληματική, αφού σε αυτό ενέτασσαν κυριολεκτικά όσοι περίσσευαν από τα άλλα όπλα.

Οι πυροβολητές, αξιωματικοί και άνδρες, αντιμετωπίζονταν ως στρατιώτες δεύτερης κατηγορίας, ως «τεχνίτες», χειρώνακτες, το αναγκαίο κακό του στρατού. Η αντιμετώπιση αυτή είχε ως φυσικό επακόλουθο τη χαμηλή ποιότητα του πρωσικού πυροβολικού και το χαμηλό ποσοστό επάνδρωσης των μονάδων του, ιδίως σε αξιόλογους αξιωματικούς. Η σχετικά μέτρια απόδοση του πρωσικού πυροβολικού οφειλόταν πάντως και στη δυσχρηστία των πυροβόλων, με τα οποία ήταν οπλισμένο.

Τα πρωσικά πυροβόλα ήταν κατά βάση βαρύτερα και είχαν μικρότερο βεληνεκές από τα αντίστοιχα τους αυστριακά. Πολλά δε ήταν κακής κατασκευής, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εύκολη σκόπευση τους. Ο ίδιος ο Φρειδερίκος, κατά τη διάρκεια άσκησης, επιτίμησε τους υπηρέτες ενός πυροβόλου για την αποτυχία τους να πλήξουν τον στόχο. Ο βασιλιάς σκόπευσε μόνος του το πυροβόλο και μάλλον από τύχη, πέτυχε τον στόχο. Θυμωμένοι οι πυροβολητές τον προκάλεσαν να επαναλάβει τη βολή.

Η δεύτερη βολή του βασιλιά, πράγματι, υπήρξε τραγικά άστοχη. Το ιστορικό αυτό ανέκδοτο δείχνει άριστα την αναποτελεσματικότητα των πυροβόλων. Ένας ακόμα αρνητικός παράγοντας ήταν ο ελλιπής οπλισμός των πυροβολητών. Οι άνδρες ήταν οπλισμένοι μόνο με ένα κοντό σπαθί. Έτσι είχαν εξ’ ορισμού ελάχιστες πιθανότητες να αντιμετωπίσουν εχθρική έφοδο κατά των θέσεων τους. Παρά τα μειονεκτήματα πάντως οι Πρώσοι πυροβολητές πολέμησαν ικανοποιητικά. Διακρίθηκαν μάλιστα ιδιαίτερα στις μάχες του Ρόσμπαχ, του Λιούτεν και του Κούνερσντορφ.

Όταν ο Φρειδερίκος ανέβηκε στον θρόνο, το 1740, το όπλο του πυροβολικού, διέθετε μια μόνο μοίρα πεδινού πυροβολικού, των έξι πυροβολαρχιών και τέσσερις πυροβολαρχίες φρουριακού πυροβολικού. Το 1741 συγκροτήθηκε και δεύτερη μοίρα, η οποία αποτελείτο από πέντε κοινές πυροβολαρχίες και από μια πυροβολαρχία «Βομβαρδιέρων», πυροβολικού πολιορκίας. Η πυροβολαρχία αυτή ήταν εξοπλισμένη αποκλειστικά με ολμοβόλα και οβιδοβόλα.

Το 1742 συγκροτήθηκε μια ακόμα πυροβολαρχία φρουριακού πυροβολικού. Το 1744 οι δύο μοίρες ενώθηκαν στα πλαίσια του 1ου Συντάγματος Πεδινού Πυροβολικού, τη διοίκηση του οποίου ανέλαβε ο επιλεγόμενος πατέρας του πρωσικού πυροβολικού, ο πρώην αξιωματικός του Αυστριακού Στρατού, φον Σμίταου. Με την έκρηξη του Επταετούς Πολέμου, συγκροτήθηκε και μια τρίτη μοίρα. Το 1762 συγκροτήθηκε και δεύτερο σύνταγμα πυροβολικού, επίσης των τριών μοιρών.

Στα τελευταία στάδια του Επταετούς Πολέμου ο Φρειδερίκος προσπάθησε να αναπληρώσει τις ελλείψεις του σε πεζικό με ισχυρές συγκεντρώσεις πυροβολικού. Για αυτό έδωσε βάρος στη ανασυγκρότηση και στην ισχυροποίηση και στον επανεξοπλισμό, με νέα πυροβόλα, του πυροβολικού. Ως το 1772 είχαν συγκροτηθεί τέσσερα συντάγματα πυροβολικού, το καθένα από τα οποία είχε δύο μοίρες.

Κάθε πυροβολαρχία είχε δύναμη 300 ανδρών και 8-12 πυροβόλων. Κύριοι τύποι πυροβόλων σε χρήση ήταν τα βαριά πυροβόλα των 24 και των 12 λιβρών και τα πεδινά οβιδοβόλα των 8 ιντσών, τα μέσα πυροβόλα των 12 λιβρών και τα οβιδοβόλα των 10 λιβρών, τα μέσα-ελαφρά πυροβόλα των 6 λιβρών και τα οβιδοβόλα των 7 ιντσών και τα ελαφρά πυροβόλα των 3 ή των 6 λιβρών.

Τα τελευταία δίνονταν στα τάγματα πεζικού για άμεση υποστήριξη τους (ένα ή δύο πυροβόλα ανά τάγμα). Τα πυροβόλα αυτά (battalion guns) υπηρετούνταν από έναν σκοπευτή και έναν γεμιστή του πυροβολικού, αποσπασμένους για τον σκοπό αυτό στη μονάδα του πεζικού και από άνδρες του πεζικού.

Ο Πρωσικός Στρατός υπήρξε επίσης πρωτοπόρος όσον αφορά τη συγκρότηση τμημάτων έφιππου πυροβολικού. Το έφιππο πυροβολικό διέφερε από το κοινό πυροβολικό θέσης στο ότι οι πυροβολητές μετακινούνταν έφιπποι.

Με τον τρόπο αυτό ήταν σε θέση να ακολουθούν ακόμα και το ιππικό και να το υποστηρίζουν με τα πυρά τους, ή να καταλαμβάνουν ταχύτατα σημεία κλειδιά του μετώπου και να εκτελούν από εκεί πυρά κατά του εχθρού. Η πρώτη έφιππη πυροβολαρχία συστάθηκε τον Απρίλιο του 1759. Διέθετε έξι πυροβόλα των 6 λιβρών και είχε δύναμη 45 ανδρών.

Η μονάδα διαλύθηκε στην καταστροφική μάχη του Κούνερσντορφ. Ανασυγκροτήθηκε όμως και παράλληλα συγκροτήθηκε και δεύτερη πυροβολαρχία. Από τότε η ανάπτυξη του έφιππου πυροβολικού ήταν ραγδαία. Ως το 1773, έτος έκρηξης του Πολέμου της Βαυαρικής Διαδοχής, είχε συγκροτηθεί μοίρα έφιππου πυροβολικού των έξι πυροβολαρχιών, με εννέα όπλα ανά πυροβολαρχία.