Κι όμως οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι δεν τελείωσαν στο Βατερλό… Η έσχατη μάχη

Μετά τη νίκη τους στο Βατερλό, στις 18 Ιουνίου 1815, οι στρατιές του Γουέλινγκτον και του Μπλύχερ βάδισαν κατά του Παρισιού. Ο γέρο-Μπλύχερ ελίχθηκε εξαιρετικά και αφού πέρασε τον Σηκουάνα στο Σάιντ Ζερμέν, έφερε την στρατιά στην νότια πλευρά της πόλης εκεί που οι Γάλλοι δεν τον περίμεναν και δεν ήταν προετοιμασμένοι να τον αντιμετωπίσουν.

Στο γαλλικό στρατόπεδο υπήρξε ένταση και διχογνωμία με κατηγορίες να εκτοξεύονται κατά του ηττημένου Ναπολέοντα για τη μη οχύρωση της πρωτεύουσας. Οι Γάλλοι έριξαν κάθε διαθέσιμη δύναμη για να σταματήσουν τους Πρώσους. Επικράτησαν μάλιστα σε μια αψιμαχία κοντά στις Βερσαλλίες. Στις 2 Ιουλίου 1815 τα πρωσικό 1ο Σώμα Στρατού του στρατηγού φον Τσίτεν ήταν ανεπτυγμένο στην ευρύτερη περιοχή των Βερσαλλιών.

Ο Πρώσος στρατηγός την ίδια ημέρα κινήθηκε προς τα υψώματα του Μεντόν και του Σατιγιόν τα οποία και κατέλαβε παρά τη γαλλική αντίσταση, όπως και το χωριό του Ισί. Στην σύγκρουση αυτή οι Γάλλοι έχασαν 3.000 άνδρες.

Το βράδυ, σε πολεμικό συμβούλιο που συγκροτήθηκε στο Παρίσι, οι μετέχοντες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το Παρίσι δεν μπορούσε να κρατηθεί. Εξαίρεση αποτέλεσε ο καλύτερος στρατάρχης του Ναπολέοντα, ο Νικολά Νταβού, ο οποίος υποστήριξε πως πρέπει να γίνει μια ακόμα προσπάθεια.

Η μάχη

Περί τις 03.00 τα ξημερώματα της 3ης Ιουλίου το γαλλικό 3ο Σώμα Στρατού του στρατηγού Βαντάμ κινήθηκε σε δύο φάλαγγες με στόχο το Ισί. Ο Βαντάμ διέθετε και σημαντικό αριθμό ιππέων ενώ έταξε το πυροβολικό του σε μια καίρια θέση. Η μάχη ξεκίνησε με έντονο κανονιοβολισμό των πρωσικών θέσεων στο χωριό από 20 γαλλικά πυροβόλα.

Μόλις έπαψε ο βομβαρδισμός το γαλλικό πεζικό εξόρμησε. Οι Πρώσοι είχαν κατασκευάσει κάποια πρόχειρα οχυρώματα τα οποία όμως λίγο τους προστάτευαν από το γαλλικό πυροβολικό. Παρόλα αυτά οι Πρώσοι στρατιώτες του 12ου και του 24ου Συνταγμάτων Πεζικού, μαζί με το 2ο Σύνταγμα Εθνοφυλακής της Βεστφαλίας, υποστηριζόμενοι από τρία πυροβόλα των 12 pdr. (λιβρών) πολέμησαν πραγματικά ηρωικά.

Οι απώλειες ήταν βαριές εκατέρωθεν αλλά οι Πρώσοι άντεξαν και οι Γάλλοι υποχώρησαν. Σε λίγο όμως εκτόξευσαν νέα επίθεση με περισσότερους άνδρες. Η 1η πρωσική «Ταξιαρχία» (μεραρχία στην πραγματικότητα – οι Πρώσοι είχαν υιοθετήσει δική τους ορολογία) αντιμετώπιζε τώρα μόνη το βάρος της γαλλικής επίθεσης. Αμέσως ο Τσίτεν διέταξε και την 2η Ταξιαρχία του να επέμβει και ζήτησε από τον Μπλύχερ να τον ενισχύσει με το 4ο Σώμα Στρατού του φον Μπίλοφ και το 3ο του Τίλμαν, το οποίο θα κινείτο απειλώντας το γαλλικό αριστερό πλευρό.

Την ίδια ώρα πάντως οι Γάλλοι επιτέθηκαν ξανά. Και πάλι όμως οι αμυνόμενοι Γερμανοί αποδείχθηκαν ακατάβλητοι. Οι Γάλλοι υποχώρησαν, έβαλλαν μαζικά με το πυροβολικό τους κατά του φλεγόμενου χωριού και επιτέθηκαν και πάλι μόνο και μόνο για να αποκρουστούν με απώλειες. Ύστερα από τη να αποτυχία ο Βαντάμ έκρινε σκόπιμο να μην επιμείνει άλλο και διέταξε υποχώρηση.

Οι Πρώσοι ελαφροί πεζοί ακολούθησαν τους υποχωρούντες Γάλλους μέχρι τις πύλες του Παρισιού. Η έσχατη μάχη των Ναπολεόντειων Πολέμων είχε λήξει και οι Γάλλοι ήταν οι ηττημένοι. Η ήττα είχε ως συνέπεια την γαλλική συνθηκολόγηση. Γάλλος απεσταλμένος μετέβη το βράδυ στον σταθμό διοίκησης του Τσίτεν προσφέροντάς του την παράδοση του Παρισιού και ζητώντας την σύναψη ανακωχής.

Η επίσημη συμφωνία υπεγράφη στο Σαιντ Κλουντ παρουσία των Γουέλινγκτον και Μπλύχερ. Ο Ναπολέων είχε ήδη, από τις 24 Ιουνίου, ανακοινώσει την παραίτησή του. Αδυνατώντας να ξεφύγει παραδόθηκε τελικά στους Βρετανούς, στις 15 Ιουλίου 1815.