Κόπος, σχέδια, χάος, πολιτικές αβελτηρίες… Ο Ελληνικός Στρατός ως το “μαύρο ’97”

Η εκθρόνιση του Όθωνα (10 Οκτωβρίου 1862) σηματοδότησε την έναρξη μίας νέας χαοτικής κατάστασης για τη χώρα. Η ενθρόνιση του νέου βασιλιά Γεωργίου, έναν χρόνο αργότερα, κατασίγασε προσωρινά τα πάθη και επέφερε σχετική ομαλότητα. Σε αυτό βοήθησε και η παραχώρηση στην Ελλάδα των Επτανήσων.

Αναφορικά με τον στρατό πάντως η κατάσταση εξακολουθούσε να είναι ζοφερή. Ο οργανισμός του 1833, με τις πολλές τροποποιήσεις του, ίσχυε ακόμα και δεν αναθεωρήθηκε παρά το 1876.

Βάσει του οργανισμού ο Ελληνικός Στρατός έπρεπε να αριθμεί 12.000 άνδρες. Αντί αυτού διέθετε λιγότερους από 8.000. Οι κατ’ έτος κληρωτοί δεν ξεπερνούσαν τους 2.500 άνδρες. Ο εφοδιασμός του στρατού σε υλικά επιστρατεύσεως και σε σύγχρονο και επαρκή οπλισμό ήταν οικτρός. Ενδεικτικό ήταν το γεγονός ότι το πυροβολικό διέθετε 20 μόλις αξιόμαχα πεδινά και ορειβατικά πυροβόλα!

Ωστόσο ως το 1866, που εξερράγη η κρητική επανάσταση, κανείς δεν ασχολήθηκε σοβαρά για τη θεραπεία αυτών των προβλημάτων. Η ανάγκη ενίσχυσης των Κρητών επαναστατών με όπλα και εφόδια και ο φόβος εκδήλωσης τουρκικής επίθεσης κατά του μητροπολιτικού εδάφους, υποχρέωσαν την κυβέρνηση του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου, να προβεί σε αγορές οπλισμού και σε ενίσχυση της δύναμης του στρατού, που το 1867 έφτασε τους 31.400 άνδρες.

Οργανωτικά πειράματα

Στον οργανωτικό τομέα και την περίοδο αυτή οι πειραματισμοί συνεχίστηκαν. Στο Όπλο του Πεζικού καταργήθηκαν τα δέκα εφεδρικά τάγματα, όλοι οι λόχοι των λοιπών ταγμάτων εξομοιώθηκαν και τον Δεκέμβριο του 1867 συγκροτήθηκαν τέσσερα τάγματα ευζώνων, των πέντε λόχων (644 άνδρες ανά τάγμα).

Τα δέκα τάγματα πεζικού (τα πρώην γραμμής) διέθεταν, το καθένα, έξι λόχους, με συνολική ανά τάγμα δύναμη 870 ανδρών. Ως το 1868 το πεζικό εξακολουθούσε να είναι οπλισμένο με εμπροσθογεμή κρουστικά τυφέκια ραβδωτής κάννης. Το έτος αυτό όμως δόθηκαν, δοκιμαστικά, σε ορισμένες μονάδες τα γαλλικά οπισθογεμή τυφέκια Chassepot.

Το 1868 υπήρξε έτος ανασυγκρότησης και του ιππικού. Πρώτα απ’ όλα εξαφανίστηκε η λόγχη από το οπλοστάσιο του ιππικού και η Ιππαρχία των Ακροβολιστών, όπως ονομάστηκε, απέκτησε και πέμπτη ίλη. Την περίοδο αυτή η εκπαίδευση των ιππέων εντατικοποιήθηκε και δόθηκε έμφαση στην απόκτηση ικανότητας πεζομαχίας. Η δύναμη του Μηχανικού αυξήθηκε επίσης και το 1866 συγκροτήθηκε το πρώτο τάγμα μηχανικού, δυνάμεως τεσσάρων λόχων σκαπανέων.

Τότε περίπου συγκροτήθηκε η βασιλική φρουρά με την ονομασία Άγημα. Αποτελείτο από δύο λόχους πεζικού και μία ίλη ιππικού. Παράλληλα επεκτάθηκε και το Υπουργείο Στρατιωτικών, που απέκτησε νέα τμήματα ενώ ιδρύθηκαν και τρία αρχηγεία (τα δύο καταργήθηκαν λίγα χρόνια αργότερα). Το 1870 από το τμήμα Προσωπικού του Υπουργείου ξεπήδησε το Γεωδαιτικό Απόσπασμα, το οποίο είχε ως αποστολή τη χαρτογράφηση του ελλαδικού χώρου.

Ύστερα από όλες αυτές τις αλλαγές η δύναμη του στρατού σταθεροποιήθηκε στους 16.500 άνδρες. Από αυτούς 11.200 ανήκαν στο Πεζικό, 517 στο Ιππικό, 1.076 στο Πυροβολικό, 577 στο Μηχανικό, 51 στο Μουσικό, 67 στο Υγειονομικό, 79 στο Οικονομικό, 8 στο Θρησκευτικό και 2.200 στη Χωροφυλακή.

Νέα όπλα

Στον τομέα του υλικού οι εξελίξεις ήταν σημαντικές μετά το 1876. Το έτος αυτό αγοράστηκαν 8.000 τυφέκια και αραβίδες Μυλωνά. Το όπλο αυτό, υποδείγματος 1872, των 11 χλστ. ήταν επινόησης του Έλληνα αρχιτεχνίτη Πυροβολικού Ευστάθιου Μυλωνά. Το 1877 όμως, με το ξέσπασμα του νέου Ρώσο-τουρκικού πολέμου, αγοράστηκαν επειγόντως από τη Γαλλία τυφέκια και αραβίδες Gras και περίστροφα Μ.1874.

Το τυφέκιο Gras ήταν ένα μεγάλου μήκους (1,3 μέτρα) οπισθογεμές όπλο με κινητό ουραίο. Τροφοδοτείτο με ένα φυσίγγιο τη φορά, είχε βάρος 4,2 κιλών και διαμέτρημα 11 χλστ. Για την εποχή του “ο γκρας”, όπως έμεινε γνωστό το όπλο στην Ελλάδα, ήταν ένα από τα καλύτερα τυφέκια του κόσμου. Δεν είναι τυχαίο ότι στον Ελληνικό Στρατό παρέμεινε σε υπηρεσία ως το 1941!

Στο τυφέκιο προσαρμοζόταν μακριά ξιφολόγχη μήκους 45 περίπου εκατοστών. Το ιππικό και η Σχολή των Ευελπίδων εφοδιάστηκαν με την αντίστοιχη αραβίδα, μήκους 1,171 μέτρου και βάρους 3,750 κιλών. Οι λοιπές μονάδες εφοδιάστηκαν με την αραβίδα πυροβολικού Gras, μήκους 99 εκατοστών και βάρους 3,3 κιλών. Στο όπλο αυτό προσαρμοζόταν η σπαθοειδής, μήκους 50 περίπου εκατοστών, ξιφολόγχη του τυφεκίου Chassepot. Το περίστροφο Μ.1874 είχε βάρος ενός κιλού, διαμέτρημα 11,4 χλστ. και τροφοδοτείτο με έξι φυσίγγια.

Το Πυροβολικό εφοδιάστηκε το 1866, με γαλλικά εμπροσθογεμή πυροβόλα ραβδωτής κάννης των 4 και των 12 λιβρών. Λίγο μετά όμως, το 1877 εξοπλίστηκε με τα γερμανικά οπισθογεμή πυροβόλα Krupp των 75 χλστ. Το φρουριακό πυροβολικό εφοδιάστηκε με πυροβόλα των 87 χλστ. Τα πυροβόλα Krupp είχαν δοκιμαστεί με απόλυτη επιτυχία στον Γάλλο-πρωσικό Πόλεμο του 1870-71. Είχαν διπλάσιο σχεδόν βεληνεκές από τα παλαιά εμπροσθογεμή πυροβόλα και εξαιρετική ακρίβεια βολής.

Το 1877 υπήρξε έτος σταθμός για τον Ελληνικό Στρατό. Εκτός από την ανανέωση του οπλισμού και του υλικού, καταβλήθηκε προσπάθεια για τη βελτίωση του οργανωτικού πλαισίου λειτουργίας του. Φυσικά όλη η προσπάθεια έγινε κατόπιν εορτής και υπό την πίεση των γεγονότων (έκρηξη Ρώσο-τουρκικού Πόλεμου).

Μεγάλες μονάδες – συγκροτήματα – σχηματισμοί

Τον Ιούνιο του 1877 αποφασίστηκε η για πρώτη φορά συγκρότηση σχηματισμών μεγέθους ταξιαρχίας και μεραρχίας. Συγκροτήθηκαν δύο Μεραρχίες Πεζικού, η Μεραρχία Πελοποννήσου και η Μεραρχία Στερεάς Ελλάδας. Κάθε Μεραρχία παρέτασσε δύο ταξιαρχίες πεζικού.

Η Μεραρχία Στερεάς διέθετε τις Ταξιαρχίες Αθηνών και Μεσολογγίου και η Μεραρχία Πελοποννήσου τις Ταξιαρχίες Πατρών και Κερκύρας. Κάθε ταξιαρχία διέθετε δύο συντάγματα πεζικού (δύο τάγματα ανά σύνταγμα) και ένα τάγμα ευζώνων. Ο αριθμός των λόχων ανά τάγμα μειώθηκε σε τέσσερις. Οι μεγάλες μονάδες του πεζικού δεν διέθεταν οργανικά αποσπάσματα των λοιπών όπλων και σωμάτων.

Το ιππικό ανασυγκροτήθηκε σε σύνταγμα των δύο επιλαρχιών, χωρίς όμως να αυξηθεί η δύναμή του. Το πυροβολικό ανασυγκροτήθηκε σε σύνταγμα των τριών μοιρών (μία πεδινή και δύο ορειβατικές) με τέσσερις πυροβολαρχίες ανά μοίρα. Το Τάγμα Μηχανικού επίσης απέκτησε άλλους δύο λόχους, έναν τηλεγραφητών και έναν γεφυροποιών. Τέλος σχηματίστηκαν και δύο λόχοι νοσοκόμων. Με βάση τον νέο οργανισμό ο Ελληνικός Στρατός διέθετε 25.000 άνδρες.

Οι οργανωτικές μεταβολές πάντως δεν σταμάτησαν. Το 1878 οι νεοσύστατες μεραρχίες και ταξιαρχίες πεζικού διαλύθηκαν και τα τάγματα έγιναν και πάλι ανεξάρτητα. Η δύναμη πάντως του στρατού, ενόψει της υπογραφής της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου και τη δημιουργία της μεγάλης Βουλγαρίας, αυξήθηκε. Το 1879 συγκροτήθηκαν τέσσερα ακόμα τάγματα πεζικού.

Το 1880 συστήθηκαν τρία συντάγματα πεζικού στα οποία εντάχθηκαν δέκα τάγματα πεζικού. Συγκροτήθηκαν επίσης επτά νέα τάγματα ευζώνων και ένα Τάγμα Εκπαίδευσης Πεζικού. Το επόμενο έτος τα συντάγματα διαλύθηκαν και το πεζικό οργανώθηκε σε 31 τάγματα πεζικού, 9 τάγματα ευζώνων,13 έμπεδους λόχους και 80 μεταγωγικούς ουλαμούς πεζικού. Μετά όμως την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας, τέσσερα τάγματα πεζικού και οι έμπεδοι λόχοι διαλύθηκαν.

Την ίδια περίοδο ενισχύθηκε και το ιππικό που τώρα αποτελείτο από τρεις ιππαρχίες και μία έμπεδη ίλη. Το 1882 συγκροτήθηκε και τέταρτη ιππαρχία. Το 1883 όμως οι ιππαρχίες διαλύθηκαν και στη θέση τους συστήθηκαν τρία συντάγματα ιππικού, με τέσσερις ίλες ανά σύνταγμα. Το 1881 επίσης είχε διαλυθεί και το Σύνταγμα Πυροβολικού και είχε επανασυσταθεί το Αρχηγείο Πυροβολικού.

Σε αυτό υπήχθησαν τέσσερα ανεξάρτητα τάγματα πυροβολικού, των τεσσάρων πυροβολαρχιών έκαστο, ένα τάγμα φρουριακού πυροβολικού, τέσσερις συζυγαρχίες, δύο έμπεδες πυροβολαρχίες, ένας λόχος ελατών και το οπλοστάσιο με τις εφορίες υλικού πολέμου. Λίγο καιρό αργότερα συστήθηκε και Επιθεώρηση Πυροβολικού.

Οι αλλαγές συνεχίστηκαν και στο Μηχανικό που ως το 1887 διέθετε το 1ο Σύνταγμα Μηχανικού (τρία τάγματα), τη Σχολή Συντάγματος (τη μετέπειτα Σχολή Μηχανικού), επτά τοπικές διευθύνσεις, την Επιθεώρηση Μηχανικού, τον ανεξάρτητο λόχο Τηλεγραφητών και τον λόχο Σιδηροδρόμων.

Χάος

Μέσα σε αυτόν τον καταιγισμό των συνεχών αλλαγών και αναδιοργανώσεων, ήταν αμφίβολο αν υπήρχε χρόνος για την εκπαίδευση του προσωπικού και τη δημιουργία πνεύματος μονάδας. Το βάρος φυσικά των ευθυνών βαραίνει τις τότε πολιτικές ηγεσίες και τους στρατιωτικούς συμβούλους τους.

Χωρίς εμπεδωμένη την πειθαρχία, χωρίς σταθερή οργάνωση, εν μέσω κοσμογονικών αλλαγών στα Βαλκάνια (δημιουργία σερβικού και ρουμανικού κράτους, βίαιη κατάληψη της ανατολικής Ρωμυλίας από τους Βουλγάρους) ο Ελληνικός Στρατός, το κύριο όργανο διεξαγωγής δυναμικής εξωτερικής πολιτικής της χώρας, δεν ήταν δυνατό να ανταποκριθεί στην αποστολή του. Σα να μην έφτανε αυτό, χάρις στην ανεπάρκεια της ελληνικής διπλωματίας, ο Ελληνικός Στρατός έφτασε σε σημείο να γελοιοποιηθεί ακόμα, όταν ανέλαβε την “εκστρατεία” του Δομοκού (21 Ιανουαρίου 1878).

Θεσσαλία και Τρικούπης

Υπό τον υποστράτηγο Σκαρλάτο Σούτσο, ελληνικά τμήματα, δυνάμεως 25.400 ανδρών και 24 πυροβόλων, εισέβαλαν στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία και προωθήθηκαν αναίμακτα ως τον Δομοκό. Κάτω από την πίεση όμως των Μεγάλων Δυνάμεων και την απειλή πολέμου, από την πλευρά των Τούρκων, η ελληνική κυβέρνηση διέταξε τον στρατό να αποχωρήσει από τα θεσσαλικά εδάφη. Φυσικά οι τότε κυβερνώντες δεν έλαβαν υπόψη τους το πλήγμα στο ηθικό του στρατεύματος.

Το 1880, μετά την υπογραφή της συνθήκης του Βερολίνου με την οποία αναθεωρήθηκε η σκανδαλώδης, για τα ελληνικά συμφέροντα, συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, η Ελλάδα κέρδιζε τη Θεσσαλία και μικρό τμήμα της Ηπείρου. Η άρνηση όμως των Τούρκων να παραχωρήσουν τα εδάφη αυτά, όξυνε την ένταση μεταξύ των δύο χώρων. Η Ελλάδα κήρυξε επιστράτευση, συγκεντρώνοντας 83.000 άνδρες υπό τα όπλα.

Η νέα κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη απαίτησε από τις Δυνάμεις την εφαρμογή των συνθηκών, απειλώντας, σε διαφορετική περίπτωση να κηρύξει πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όλο αυτό το διάστημα σημειώθηκαν πλήθος συνοριακών επεισοδίων. Ακόμα και ολόκληρα ελληνικά τάγματα, διέσχιζαν τη μεθόριο, χωρίς να έχουν σχετική διαταγή και εμπλέκονταν σε πραγματικές μάχες με τους Τούρκους κατακτητές.

Η Τουρκία, που εκείνο το διάστημα έλειχε ακόμα τις πληγές μετά την ήττα της στον Ρώσο-τουρκικό Πόλεμο του 1878, υποχώρησε τελικά στις πιέσεις της Ελλάδας και των Δυνάμεων. Η δυναμική πολιτική του Τρικούπη είχε αποδώσει καρπούς.

Ο Χαρίλαος Τρικούπης υπήρξε η μεγαλύτερη πολιτική προσωπικότητα στην Ελλάδα του τελευταίου τετάρτου του 19ου αιώνα. Από πολύ νωρίς κατανόησε αυτό που οι προκάτοχοί του, με εξαίρεση τον Αλ. Κουμουνδούρο, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν, την ανάγκη δηλαδή συγκρότησης ισχυρού τακτικού στρατού, και τη χρήση του ως όργανο ικανοποίησης των εθνικών διεκδικήσεων.

Τα επαναστατικά κινήματα, χωρίς την υποστήριξη τακτικού στρατού δεν μπορούσαν να επικρατήσουν. Με αυτό το σκεπτικό ο Τρικούπης κατέβαλε κάθε προσπάθεια για την ενίσχυση του στρατού και τον εκσυγχρονισμό του οπλισμού και της τακτικής του.

Το 1882 κλήθηκε γαλλική στρατιωτική αποστολή, υπό τον υποστράτηγο Βοσέρ, η οποία ανέλαβε να μυήσει τους Έλληνες αξιωματικούς στις ραγδαίες εξελίξεις που συντελούνταν στην πολεμική τέχνη, στην Ευρώπη. Παράλληλα ιδρύθηκαν στις πρωτεύουσες των νομών Σχολεία Βολής Πολιτών και καθιερώθηκε η διδασκαλία στρατιωτικών ασκήσεων στα γυμνάσια της χώρας. Με τον τρόπο αυτό η μικρή Ελλάδα θα προεκπαίδευε στοιχειωδώς τους εφέδρους της.

Δυστυχώς 120 χρόνια αργότερα η κατάσταση, όσον αφορά την επανεκπαίδευση της εφεδρείας είναι πολύ χειρότερη! Ακόμα και έφεδροι αξιωματικοί καλούνται πια κάθε δεκαετία για μετεκπαίδευση… όταν καλούνται. Ο Τρικούπης επίσης, με τον νόμο ΑΛΓ του 1882 καθιέρωσε την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία για όλους τους Έλληνες. Δυστυχώς και αυτή η διάταξη τείνει σήμερα να καταργηθεί. Άλλο ένα μέτρο που ελήφθη αφορούσε στην απαγόρευση στους εν ενεργεία αξιωματικούς να πολιτεύονται.

Λαϊκισμός – κρίση Ανατολικής Ρωμυλίας

Το έργο του Τρικούπη όμως ανετράπη από το ξέσπασμα της κρίσης της ανατολικής Ρωμυλίας και την εκλογική του ήττα. Η νέα κυβέρνηση του Θεόδωρου Δηλιγιάννη κήρυξε επιστράτευση. Επί οκτώ μήνες ο στρατός παρέμεινε επιστρατευμένος, χωρίς η κυβέρνηση να προβαίνει σε καμία κίνηση.

Ούτε καν σχέδιο επιχειρήσεων δεν υπήρχε και οι επικεφαλής των τμημάτων της Θεσσαλίας και της Ηπείρου κατάστρωναν ξεχωριστά σχέδια δράσης! Η άσκοπη επιστράτευση κατέστρεψε την, έτσι και αλλιώς, όχι ανθηρή ελληνική εθνική οικονομία και είχε σοβαρή επίπτωση στο ηθικό του στρατού και του λαού.

Σε αυτό το κλίμα δινόταν έδαφος ανάπτυξης σε διάφορες παραπολιτικές και παραστρατιωτικές οργανώσεις, όπως η “Εθνική Άμυνα” και αργότερα η “Εθνική Εταιρεία”. Τα μέλη των οργανώσεων αυτών, στρατιωτικοί, πολιτικοί και διανοούμενοι, είχαν σίγουρα καλές προθέσεις. Η “ρομαντική” τους όμως περί πολέμου αντίληψη, έγινε αφορμή δεινών για το Έθνος.

Στο μεταξύ οι συνεχείς κρητικές επαναστάσεις (1885, 1888-89) υποδαύλιζαν συνεχώς την ένταση στις σχέσεις Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κρίση τελικά ξέσπασε με την έκρηξη της νέας κρητικής επανάστασης, το 1896.

Το “μαύρο” 1897

Τον Φεβρουάριο του 1897 η ελληνική κυβέρνηση έστειλε στην Κρήτη ένα μικτό απόσπασμα δύο ταγμάτων πεζικού, ενός τάγματος μηχανικού, μίας πυροβολαρχίας και ενός λόχου ευζώνων, υπό τις διαταγές του συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσου. Οι μικρές τακτικές ελληνικές δυνάμεις, σε συνεργασία με τους Κρήτες επαναστάτες κατάφεραν σοβαρά πλήγματα στον εχθρό.

Παρά την ουσιαστική εμπλοκή της Ελλάδας η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν της κήρυξε, αμέσως, τον πόλεμο. Στα τέλη Μαρτίου 1897 όμως, η εισβολή στη Μακεδονία ενός σώματος 2.500 εθελοντών της Εθνικής Εταιρείας, έδωσε στους Τούρκους την αφορμή να κηρύξουν, με τις ευλογίες των Δυνάμεων, τον πόλεμο στην Ελλάδα.

Ο Ελληνικός Στρατός είχε κινητοποιηθεί από τις 15 Φεβρουαρίου. Ενόψει του πολέμου επανασυστήθηκαν οι μεραρχιακοί σχηματισμοί. Συγκροτήθηκαν τρεις μεραρχίες, δύο στη Θεσσαλία και μία στην Ήπειρο. Οι μεραρχίες στη Θεσσαλία συγκρότησαν τον Στρατό Θεσσαλίας, δυνάμεως 40.000 ανδρών και 96 πυροβόλων, υπό τη διοίκηση του διαδόχου του θρόνου Κωνσταντίνου.

Η 1η Μεραρχία Πεζικού διέθετε πέντε συντάγματα πεζικού, τέσσερα τάγματα ευζώνων, δύο συντάγματα ιππικού, δύο συντάγματα πυροβολικού, δύο λόχους μηχανικού και υπηρεσίες. Η 2α Μεραρχία Πεζικού διέθετε τέσσερα συντάγματα πεζικού, τρία τάγματα ευζώνων, δύο ίλες ιππικού, τέσσερις μόνο πυροβολαρχίες, έναν λόχο μηχανικού και τις απαραίτητες βοηθητικές μονάδες. Η 3η Μεραρχία Πεζικού, ή Στρατός Ηπείρου, όπως ονομάστηκε, ήταν ίδιας περίπου σύνθεσης με τη 2α. Διέθετε όμως επιπλέον μία ίλη ιππικού, τέσσερις πυροβολαρχίες και τέσσερις λόχους μηχανικού.

Η αναδιοργάνωση του στρατού λίγες μόνο ημέρες πριν την έναρξη των εχθροπραξιών (οι μεραρχίες συστήθηκαν στις 14 Μαρτίου) δεν συνέβαλε ιδιαίτερα στην ευμενή εξέλιξη των επιχειρήσεων. Δεν υπήρχε σχέδιο δράσης και η ανώτατη διοίκηση φάνηκε ανίκανη να επιβάλει το κύρος της και να παύσει ακόμα και επικεφαλής σχηματισμών, οι οποίοι αρνούνταν να συμμορφωθούν με τις οδηγίες-διαταγές της.

Τα σχέδια που καταρτίστηκαν τελικά προέβλεπαν τήρηση αμυντικής στάσης στη Θεσσαλία και επιθετικής στην Ήπειρο. Τόσο όμως η έλλειψη συντονισμού και πειθαρχίας, σε όλα τα κλιμάκια, όσο και η ελαττωματική διάταξη του Ελληνικού Στρατού στη μεθόριο, σε συνδυασμό με την ανυπαρξία στρατηγικών εφεδρειών, οδήγησαν στην επαίσχυντη ήττα.

Η τουρκική Στρατιά Μακεδονίας, δυνάμεως επτά μεραρχιών πεζικού, μίας μεραρχίας ιππικού και 186 πυροβόλων, υπό τον Ετέμ πασά, εκμεταλλεύτηκε τις ελληνικές αδυναμίες και υποχρέωσε τις ελληνικές δυνάμεις σε υποχώρηση. Στο μέτωπο της Ηπείρου, οι 22.000 άνδρες του συνταγματάρχη Θρασύβουλου Μάνου, παρά τις αρχικές επιτυχίες, ηττήθηκαν τελικά.

Ο στρατός σε κάθε περίπτωση πολέμησε γενναία. Η νίκη της 3ης Ταξιαρχίας Πεζικού του συνταγματάρχη Κωνσταντίνου Σμολένσκη, στο Βελεστίνο απέδειξε πως ο πόλεμος του 1897, το “μαύρο ‘97”, όπως έμεινε γνωστό, μπορούσε αν όχι να κερδηθεί, τουλάχιστον να μη χαθεί. Χάθηκε όμως, όχι από τους άνδρες, αλλά από την ηγεσία, πολιτική και στρατιωτική. Περίπου 25 χρόνια αργότερα, με παρόμοιο τρόπο αλλά με τραγικότερες συνέπειες, ο Ελληνισμός θα θρηνούσε τον αφανισμό της ιωνικής πατρίδας.

Σε γενικές γραμμές, τα πρώτα 33 χρόνια της βασιλείας του Γεωργίου Α’, πραγματοποιήθηκαν μερικά σημαντικά βήματα για την ισχυροποίηση του στρατού. Καλές προθέσεις υπήρχαν από πολλούς. Λίγοι όμως είχαν το ειδικό βάρος να τις κάνουν πράξη.

Ο Ελληνικός Στρατός, όλη αυτή την περίοδο, έπασχε, όπως και σήμερα, από τις ίδιες ασθένειες που ταλάνιζαν την ελληνική κοινωνία, της οποίας άλλωστε, αποτελούσε μέρος. Και τότε “ημέτεροι”, ανίκανοι, εν πολλοίς, αξιωματικοί καταλάμβαναν τις ανώτατες θέσεις της ιεραρχίας. Ως το 1882 ανώτατοι και ανώτεροι αξιωματικοί, εν ενεργεία, ήταν στελέχη πολιτικών σχηματισμών και εξαρτούσαν την στρατιωτική τους εξέλιξη από την επικράτηση των πολιτικών τους φίλων, για την οποία κάποιες φορές αγωνίστηκαν ακόμα και με τα όπλα.

Η ενασχόληση των στελεχών και του στρατού γενικότερα με καθήκοντα έξω από τη δικαιοδοσία τους, που ήταν -και είναι – η προς πόλεμο προπαρασκευή και η εκτέλεση στρατιωτικών επιχειρήσεων, υπήρχε και τότε ως φαινόμενο, χωρίς τουλάχιστον να βαπτίζεται “κοινωνική προσφορά”.

Λίγοι πολιτικοί της εποχής κατανόησαν ότι ο στρατός υπήρχε για να προετοιμάζετε για επιχειρήσεις, σε καιρό ειρήνης και για να επιχειρεί σε καιρό πολέμου, όταν του το επιτρέπουν. Λίγοι κατανόησαν ότι ο στρατός δεν ήταν παρά ένα όργανο άσκησης εξωτερικής πολιτικής, εξαιρετικά πολύτιμο για να φθείρεται άσκοπα.