Λεγεώνα Ξένων: Ισπανία, βγαλμένα μάτια, πείνα και θάρρος μέχρι θανάτου

Το 1833 η Ισπανία βρέθηκε στις φλόγες ενός κόμη εμφυλίου πολέμου. Ο βασιλιάς της Φερδινάνδος Ζ’ είχε πεθάνει αφήνοντας στο θρόνο την σύζυγό του Ισαβέλλα. Η τελευταία επιχείρησε να μεταρρυθμίσει τις αρχαϊκές δομές του ισπανικού κράτους. Βρέθηκε όμως ενώπιον της αντίδρασης πολλών εθνοτικών ομάδων, αλλά και παραδοσιακών δυνάμεων της Ισπανίας – φανατικούς καθολικούς και γαιοκτήμονες.

Όλες αυτές οι ομάδες βρήκαν εκπροσώπηση στο πρόσωπο του αδερφού του νεκρού βασιλιά, δον Κάρλος, ο οποίος διακήρυττε την προσήλωση του στις παραδοσιακές κοινωνικές δομές. Έτσι ξέσπασε ο πόλεμος. Τον δον Κάρλος υποστήριξαν οι Ναβαραίοι και οι Βάσκοι κυρίως, αν και εξεγέρσεις υπέρ του έλαβαν χώρα και στην Αραγώνα, την Καταλωνία, ακόμα και στην Καστίλη.

Η κεντρική κυβέρνηση επιχείρησε να καταστείλει τις εξεγέρσεις. Απέτυχε όμως, ιδιαιτέρως στη χώρα των Βάσκων. Το 1834 ο δον Κάρλος κατάφερε να αποδράσει από την Βρετανία, όπου βρισκόταν και να φτάσει στην Ισπανία, αναλαμβάνοντας την ηγεσία των εξεγερμένων.

Ενώπιον της αδυναμίας της ισπανικής κυβέρνησης να καταστείλει την εξέγερση η Βρετανία, η Γαλλία και η Πορτογαλία, προθυμοποιήθηκαν να την ενισχύσουν. Οι τρεις χώρες σύναψαν την Τετραπλή Συμμαχία με την Ισπανία. Ωστόσο οι σύμμαχοι της ισπανικής κυβέρνησης δεν μπορούσαν να την ενισχύσουν επισήμως, χωρίς να προκαλέσουν την αντίδραση των άλλων μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, της Πρωσίας, της Αυστρίας και της Ρωσίας.

Βρήκαν λοιπόν μια μέση λύση. Τόσο η Γαλλία, όσο και η Βρετανία θα έστελναν στρατεύματα στην Ισπανία, τα οποία όμως θα εντασσόταν στον Ισπανικό Στρατό και θα αποτελούσαν οργανικό τμήμα του. Οι Γάλλοι αποφάσισαν να στείλουν την Λεγεώνα των Ξένων.

Άφιξη στην “ισπανική σφηκοφωλιά”

Στις 28 Ιουνίου 1835 η Λεγεώνα παραχωρήθηκε στον Ισπανικό Στρατό με βασιλικό διάταγμα. Η αναλώσιμη λεγεώνα αποτελούσε την ιδανική λύση. Εξάλλου ήδη από το 1834 οι Γάλλοι είχαν αποστείλει κρυφά τους 439 Ισπανούς λεγεωνάριους στην Ισπανία, για να χρησιμοποιηθούν από τον στρατό της Ισαβέλλας.

Παρά τις αντιδράσεις όμως οι ξένοι λεγεωνάριοι υποχρεώθηκαν να πάνε στην Ισπανία, μαζί με λίγους Γάλλους και ξένους αξιωματικούς. Τελικά 123 αξιωματικοί και 5.000 υπαξιωματικοί και στρατιώτες πήγαν στην «ισπανική σφηκοφωλιά”.

Ο διοικητής της Λεγεώνας συνταγματάρχης Μπερνέιγ αρνήθηκε να εγκαταλείψει τους άνδρες του και στις 17 Αυγούστου 1835 αποβιβάστηκε μαζί τους στην Ισπανία. Η Λεγεώνα παρέμεινε στη νότιο Ισπανία ως τις αρχές του 1836, χωρίς να αναπτύσσει ιδιαίτερη δράση. Τις πρώτες μέρες του 1836 όμως διατάχθηκε να εγκατασταθεί στη Βιτόρια, μια μικρή πόλη νότια του Μπιλμπάο.

Εκεί η Λεγεώνα θα αναλάμβανε καθήκοντα φρουράς και καταδίωξης των Καρλιστών, όπως ονομάστηκαν οι οπαδοί του δον Κάρλος. Οι κάτοικοι αποδείχθηκαν ελάχιστα φιλικοί. Οι περισσότεροι από τους άνδρες ήταν Καρλιστές και πολεμούσαν στα βουνά, αφήνοντας πίσω τις οικογένειες τους, οι οποίες τους παρείχαν «λογιστική» υποστήριξη.

Η Λεγεώνα συμμετείχε στις 16 Ιανουαρίου σε επίθεση κατά των Καρλιστών στα γύρω από τη Βιτόρια βουνά. Η Λεγεώνα παρέμεινε ως φρουρά στη Βιτόρια, έως τον Φεβρουάριο του 1836. Τότε διατάχθηκε να μετασταθμεύσει στην Παμπλόνα.

Η ζωή στην Παμπλόνα ήταν τελείως διαφορετική από ότι στη Βιτόρια. Ωστόσο η Λεγεώνα δεν έμελλε να γνωρίσει την ήσυχη ζωή της Παμπλόνα. Μόλις αφίχθηκε εκεί διατάχθηκε να αναπτυχθεί σε μια σειρά σημείων στηρίγματος γύρω από την πόλη, στην κοιλάδα του ποταμού Άργκα.

Η Λεγεώνα υπερεκτεταμένη έτσι σε ευρύ μέτωπο, δεν μπορούσε να αξιοποιήσει τις αρετές των ανδρών της. Περιορίστηκε σε παθητικό ρόλο, εκτελώντας επικίνδυνες περιπολίες σε άγνωστο έδαφος, σε μια περιοχή που έβριθε επαναστατών. Στις 6 Μαρτίου ένας λόχος της λεγεωνάριων εστάλη στο χωριό Λερανιόθ.

Μάχες και αγριότητα

Το χωριό όμως είχε καταληφθεί αιφνιδιαστικά από τους Καρλιστές, οι οποίοι οχυρωμένοι, άνοιξαν πυρ. Οι λεγεωνάριοι απάντησαν με μια ορμητική επίθεση, η οποία επέτυχε να εκδιώξει τους Καρλιστές από το χωρίο. Ξαφνικά όμως το χωριό περικυκλώθηκε από τουλάχιστον τετραπλάσιες δυνάμεις Καρλιστών, οι όποιοι άρχισαν να βάλουν κατά του αποκλεισμένου λόχου λεγεωνάριων.

Ευτυχώς η κατάσταση έγινε αντιληπτή από τη διοίκηση της Λεγεώνας και ένας λόχος γρεναδιέρων λεγεωνάριων εστάλη για να άρει την πολιορκία του Λερανιόθ. Οι επίλεκτοι λεγεωνάριοι κατάφεραν να διασπάσουν τον κλοιό και να ενισχύσουν τον πολιορκημένο λόχο. Οι δύο λόχοι λεγεωνάριων πολέμησαν γενναία όλη την ημέρα και κράτησαν τις θέσεις τους έως το βράδυ, οπότε οι Καρλιστές αποσύρθηκαν. Στη μάχη σκοτώθηκαν ένας υπαξιωματικός και έξι λεγεωνάριοι. Άλλοι δύο αιχμαλωτίστηκαν και σφαγιάστηκαν από τους Καρλιστές.

Στις 24 Μαρτίου όμως η Λεγεώνα θα έδινε την πρώτη της μεγάλη μάχη επί ισπανικού εδάφους. Το πρωινό εκείνο το 4ο Τάγμα της Λεγεώνας διατάχθηκε να καταλάβει τα υψώματα πέρα από του Θουμπίρι, ώστε να εξασφαλίσει την ασφαλή κίνηση στρατευμάτων μέσω της κοιλάδας. Το τάγμα βάδιζε εν μέσω σφοδρής χιονοθύελλας, η οποία περιόριζε αισθητά την ορατότητα. Ξαφνικά ο λόχος της εμπροσθοφυλακής δέχθηκε επίθεση Καρλιστών ιππέων.

Αιφνιδιασμένοι οι λεγεωνάριοι προς στιγμή κλονίστηκαν. Το θάρρος όμως του Ελβετού λοχία Μπερσέτ έσωσε τον λόχο. Ο λοχίας, παρά το γεγονός ότι είχε ήδη δεχτεί 20 τραύματα, κατάφερε να ανασυγκροτήσει τους άνδρες του και να αποκρούσει την επίθεση. Παρόλα αυτά οι Καρλιστές επανήλθαν, με μεγάλες δυνάμεις, απειλώντας τώρα ολόκληρο το 4ο Τάγμα.

Ο Μπερνέιγ όμως αγρυπνούσε και αμέσως διέταξε το 5ο Τάγμα να επιτεθεί κατά των Καρλιστών. Αυτή τη φορά ήταν οι επαναστάτες που αιφνιδιάστηκαν και τράπηκαν σε φυγή, αφήνοντας πίσω τους 170 νεκρούς και 30 αιχμαλώτους.

Η καταστροφή των Καρλιστών θα ήταν πλήρης εάν τα ισπανικά τμήματα που είχαν διατεθεί ως πλαγιοφυλακή της Λεγεώνας, τολμούσαν να εμπλακούν. Η Λεγεώνα από την πλευρά της είχε 40 νεκρούς και 32 τραυματίες. Ο μεγάλος αριθμός των νεκρών και των δύο παρατάξεων δικαιολογείται από το γεγονός ότι αιχμάλωτοι δεν συλλαμβάνονταν, συνήθως!

Ο Μπερνέιγ μάλιστα, επιθεωρώντας το πεδίο της μάχης είδε τα πτώματα πέντε λεγεωνάριων τόσο κακοποιημένα, που δεν άντεξε και διέταξε την εκτέλεση των 30 αιχμαλώτων Καρλιστών, γεγονός που ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών στην Γαλλία. Στην Ισπανία όμως η φρίκη ήταν παράδοση.

Έτσι σε μια επιχείρηση τον Απρίλιο του 1836 λεγεωνάριοι επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά σε ένα καταυλισμό Καρλιστών. Εκεί βρήκαν δύο συναδέλφους τους με κομμένα τα χείλη, σκισμένα με μαχαίρι τα μάγουλα, βγαλμένα τα μάτια και γδαρμένο το δέρμα του κρανίου! «Παρόλα αυτά οι φτωχοί αυτοί ζούσαν ακόμα», ανέφερε ο Μπαρνέιγ στο Παρίσι, το οποίο όμως πίεζε για «ανθρώπινη» μεταχείριση των αιχμαλώτων.

Στις 25 Απριλίου 800 λεγεωνάριοι, με τέσσερα πυροβόλα, δέχθηκαν την επίθεση 3.500 Καρλιστών. Η μάχη κράτησε όλη τη μέρα και τελικώς οι λεγεωνάριοι, με επικεφαλής τον Μπερνέιγ, υποχώρησαν αφήνοντας πίσω τους 20 νεκρούς, μα παίρνοντας μαζί τους 70 τραυματίες. Οι Καρλιστές είχαν 80 νεκρούς και 200 τραυματίες.

Πείνα…

Από τον Αύγουστο του 1836 και έπειτα όμως η θέση της Λεγεώνας άρχισε να χειροτερεύει συνεχώς. Αντικαταστάσεις έπαψαν να φθάνουν, όπως και υλικό και εφόδια. Έως τότε η Λεγεώνα είχε 497 νεκρούς στην Ισπανία, χωρίς να υπολογίζονται οι τραυματίες.

Ο Μπερνέιγ προχώρησε σε μια σειρά διαβημάτων προς τη γαλλική στρατιωτική διοίκηση. Κανένα όμως δεν εισακούσθηκε. Έτσι ο Μπερνέιγ παραιτήθηκε, μαζί με 12 ακόμα αξιωματικούς. Τον αντικατέστησε ο συνταγματάρχης Λεμπό. Πέραν τούτου όμως η Γαλλία «ξέχασε» την ύπαρξη της Λεγεώνας.

Οι Καρλιστές είχαν αποκλειστεί στα βουνά τους και δεν υπήρχε κίνδυνος εξαπλώσεως της επανάστασής τους. Έτσι η Γαλλία αποφάσισε να απαγκιστρωθεί από το «Ισπανικό Ζήτημα», εγκαταλείποντας και πρακτικά τη Λεγεώνα στην τύχη της. Ο Λεμπό, ανίκανος να αντιδράσει, παραιτήθηκε επίσης τρεις μήνες αργότερα, αφήνοντας τη διοίκηση στον συνταγματάρχη Ζοζέφ Κόνραντ. Η κατάσταση όμως της Λεγεώνας είχε εξελιχθεί σε τραγική.

Οι αξιωματικοί και οι άνδρες είχαν μήνες να λάβουν μισθοδοτηθούν. Ο εφοδιασμός σε τρόφιμα είχε επίσης διακοπεί και οι λεγεωνάριοι μη έχοντας χρήματα για να αγοράσουν, άρχισαν να πουλούν το υλικό τους. Πολλοί άλλοι λιποτάκτησαν, ενώ πολλοί περισσότεροι κατέληξαν στο νοσοκομείο, με έντονα τα σημάδια της ασιτίας. Ανάμεσα στους τελευταίους περιλαμβάνονταν και οκτώ αξιωματικοί.

Τον Δεκέμβριο του 1836 ένας ολόκληρος λόχος, σταματήθηκε πριν καταφύγει με τον οπλισμό του στους Καρλιστές, μόνο και μόνο για να εξασφαλίσει λίγη τροφή. Η επισιτιστική κατάσταση όμως δεν βελτιώθηκε και η λιποταξία έγινε καθημερινό φαινόμενο. Στις αρχές Φεβρουαρίου 1837 η Λεγεώνα είχε χάσει το 1/3 των ανδρών της. Μέχρι τον Ιούνιο έφτασε να να ισούται με ένα ισχνό τάγμα πεζικού.

Παρόλα αυτά οι λεγεωνάριοι που έμειναν αποδείχθηκαν πραγματικά ακατάβλητοι. Ήταν οι άνδρες που δημιούργησαν τελικά τον θρύλο της Λεγεώνας των Ξένων.

Ένας από αυτούς ήταν ο Γερμανός λοχαγός Γιάχαν Άλμπερτ Χέμπιχ. Ο λόχος του Βυρτεμβέργιου αξιωματικού παγιδεύτηκε σε ένα λόφο κατά τη διάρκεια μιας επιχείρησης τον Μάρτιο του 1837, από δύο τάγματα Καρλιστών. Οι απόπειρες του Κόνραντ να απελευθερώσουν τον λόχο απέβησαν άκαρπες. Ο Χέμπιχ όμως, βετεράνος των Ναπολεόντειων Πολέμων, αλλά και της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, δεν ανήκε στην κατηγορία των πολεμιστών που παραιτούντο.

Συνέχισε να μάχεται με τους άνδρες του, γύρω από μια στάνη στην κορυφή του λόφου. Όταν τελικώς, ύστερα από δύο ώρες, αφίχθη βοήθεια ο Κόνραντ τον είδε να στέκει όρθιος, αγνοώντας τα εχθρικά πυρά, και να κατευθύνει το πυρ των ανδρών του. Ο λόχος του είχε χάσει μόλις επτά άνδρες. Τα πτώματα των εχθρών όμως είχαν σκεπάσει την πλαγιά του λόφου.

Διάλυση

Τον Μάιο του 1837 οι Ισπανοί αποφάσισαν να επιτεθούν στους Καρλιστές στη Χουέσκα. Η Λεγεώνα επιτέθηκε ως συνήθως πρώτη και αφού ανέτρεψε τον εχθρό εισχώρησε βαθιά στην τοποθεσία του. Όμως τα ισπανικά τμήματα δεν κινήθηκαν για να την ενισχύσουν και να την υποστηρίξουν. Μοιραία οι Καρλιστές εξαπέλυσαν σφοδρή αντεπίθεση εναντίον της, αναγκάζοντας να πολεμήσει πολύ σκληρά.

Ο Κόνραντ κατόρθωσε να απαγκιστρώσει την Λεγεώνα με τάξη, μεταφέροντας και τους τραυματίες του μαζί. Όταν όμως τελείωσε η μάχη η Λεγεώνα δεν υπήρχε πια. Περισσότεροι από 350 λεγεωνάριοι και 28 αξιωματικοί είχαν σκοτωθεί ή τραυματισθεί.

Το χειρότερο όμως συνέβη στη μάχη του Μπαρμπάστρο όταν οι λεγεωνάριοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με την Λεγεώνα του δον Κάρλος, ένα τμήμα που είχε σχηματισθεί από λιποτάκτες συναδέλφους τους. Οι λεγεωνάριοι ενεπλάκησαν με τους πρώην συναδέλφους τους σε μια άνευ προηγουμένου, σώμα με σώμα, σύγκρουση.

Σε λίγο οι Καρλιστές κατόρθωσαν να τρέψουν σε φυγή τα ισπανικά σώματα που πλαγιοφύλασσαν τη Λεγεώνα, με αποτέλεσμα η τελευταία να δέχεται τώρα συντριπτική πίεση. Οι λεγεωνάριοι άρχισαν να κάμπτονται. Τότε ο Κόνραντ προχώρησε εμπρός, με το μπαστούνι του ψηλά και το καπέλο του επάνω σε αυτό, φωνάζοντας «Λεγεώνα εμπρός». Ένα μουσκέτο βρόντηξε και ο γενναίος συνταγματάρχης έπεσε.

Ο θάνατος του σήμανε και το τέλος της παλαιάς λεγεώνας. Παρόλα αυτά οι άνδρες του τίμησαν τον θάνατό του. Από τους 800 Καρλιστές που τους είχαν επιτεθεί μόλις 160 επέστρεψαν στις γραμμές τους! Μετά τη μάχη η Λεγεώνα αναδιοργανώθηκε σε ένα τάγμα δυνάμεως 350 ανδρών, εκ των οποίων οι 100 αξιωματικοί! Οι 350 αυτοί άνδρες πολέμησαν στη Ναβάρα εναντίον τριών εχθρικών ταγμάτων και τα νίκησαν στις 10 Σεπτεμβρίου του 1837.

Τελικά όταν η Λεγεώνα επέστρεψε στη Γαλλία, τον Ιανουάριο του 1839, αριθμούσε συνολικά 63 αξιωματικούς και 159 υπαξιωματικούς και στρατιώτες. Ο λεγεωνάριος Γκάλαντ, στο ημερολόγιο του, έκλεινε τα της ισπανικής εκστρατείας με τα εξής λόγια: «Κάθε φορά που ένα στρατιωτικό σώμα εμπλακεί ανάμεσα στην πολιτική, τη διπλωματία και τα πυροβόλα, θυσιάζεται».