Λευκό Όρος: Το πρώτο αίμα μιας απίστευτα καταστροφικής πολεμικής σύγκρουσης

Η μάχη του Λευκού Όρους έκρινε την πρώτη φάση, τη λεγόμενη «Βοημική», της μεγάλης και καταστροφικής σύγκρουσης που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως Τριακονταετής Πόλεμος (1618-48). Στη μάχη αυτή, για πρώτη φορά, τα αυτοκρατορικά Τέρθιος, βρέθηκαν αντιμέτωπα με την «ολλανδική παράταξη» των αντιπάλων τους, έξω από την Πράγα.

Ο Τριακονταετής Πόλεμος ξέσπασε, επίσημα, το 1618. Ωστόσο οι ρίζες του μπορούν να ανιχνευτούν ήδη από την Συνθήκη του Άουσμπουργκ του 1555. Ο τότε αυτοκράτορας των Αψβούργων Κάρολος Ε’, αντιμετωπίζοντας το φάσμα ενός ενδογερμανικού, θρησκευτικού πολέμου μεταξύ ρωμαιοκαθολικών και λουθηρανών, επέτρεψε στους προτεστάντες ορισμένες θρησκευτικές ελευθερίες. Το κυριότερο, δε, επέτρεψε στους τοπικούς ηγεμόνες των γερμανικών κρατών να καθορίζουν οι ίδιοι το θρήσκευμα των υπηκόων τους.

Ωστόσο οι προτεστάντες σύντομα διασπάστηκαν και από τις τάξεις τους ξεπήδησαν και άλλα δόγματα, όπως αυτό των καλβινιστών, για τα οποία η Συνθήκη του Άουσμπουργκ δεν είχε κάνει καμία πρόβλεψη. Παράλληλα το Βατικανό, με την ενίσχυση της Ισπανίας, η οποία πολεμούσε, ήδη από το 1568, κατά των επαναστατημένων εναντίον της, προτεσταντών Ολλανδών, επιχείρησε να επιβάλει τη λεγόμενη Αντιμεταρρύθμιση.

Αν και το υπόβαθρο της σύγκρουσης ήταν θρησκευτικό, εντούτοις, το να χαρακτηρίσει κανείς τον Τριακονταετή Πόλεμο ως θρησκευτικό πόλεμο θα απείχε πολύ από την πραγματικότητα. Όπως κάθε πόλεμος και αυτός είχε αίτια πολιτικά. Οι αντιμαχόμενοι ηγέτες απλώς εκμεταλλεύτηκαν το εκατέρωθεν θρησκευτικό αίσθημα προς όφελος των πολιτικών τους επιδιώξεων.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Γαλλίας, η οποία, αν και είχε ως επίσημη θρησκεία τον ρωμαιοκαθολικισμό, εντούτοις πολέμησε στο πλευρό των προτεσταντών, διότι το μόνο που την ενδιέφερε ήταν η αποδυνάμωση της Ισπανίας και της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Η προτεσταντική επίσης Σαξωνία πότε συμμαχούσε με τους Αψβούργους και πότε συντάσσονταν με τους προτεστάντες Σουηδούς. Το αυτό έπραξαν και πάμπολλοι Γερμανοί ηγεμόνες και ηγεμονίσκοι της κατακερματισμένης, τότε, πολιτικά, Γερμανίας.

Το 1593 η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η οποία, παραδοσιακά, βρισκόταν υπό την εξουσία των Αψβούργων, ενεπλάκη στον λεγόμενο «Μακρύ Πόλεμο», με τους Οθωμανούς. Για να αντιμετωπίσει τους Τούρκους ο τότε αυτοκράτορας Ροδόλφος Β’ ζήτησε την οικονομική και στρατιωτική συνδρομή όλων των Γερμανών ηγεμόνων, ανεξαρτήτως δόγματος.

Ο πόλεμος αυτός διήρκεσε μέχρι το 1606 και άφησε την Αυτοκρατορία εξαντλημένη οικονομικά, ενώ έδωσε το δικαίωμα στους προτεστάντες ηγεμόνες που μετείχαν υπέρ του αυτοκράτορα, να ελπίζουν πως οι υπηρεσίες τους θα ανταμείβονταν με περισσότερη ελευθερία, πολιτική και θρησκευτική.

Την εποχή εκείνη το συμβούλιο των επτά εκλεκτόρων της Αυτοκρατορίας αποτελείτο από τέσσερις ρωμαιοκαθολικούς εκλέκτορες (δούκας Βαυαρίας, αρχιεπίσκοποι Μάιντς, Τρίερ και Κολωνίας), δύο καλβινιστές (εκλέκτορες του Παλατινάτου και τους Βρανδεμβούργου) και έναν λουθηρανό (δούκας της Σαξωνίας). Συνέπεια αυτού ήταν να γεννηθούν φόβοι στους Αψβούργους και τους ρωμαιοκαθολικούς εκλέκτορες ότι οι προτεστάντες θα μπορούσαν ακόμα και να καταλάβουν τον αυτοκρατορικό θρόνο.

Η πολιτική αυτή ανησυχία εκδηλώθηκε ως θρησκευτική, με τον δούκα της Βαυαρίας Μαξιμιλιανό Β’ να πρωτοστατεί στον αγώνα κατά των προτεσταντών εκλεκτόρων και ιδίως κατά του γείτονά του, Φρειδερίκου του Παλατινάτου, εδάφη του οποίου άλλωστε διεκδικούσε.

Ο Φρειδερίκος του Παλατινάτου θεωρείτο ο ισχυρότερος εκλέκτορας της Αυτοκρατορίας και φρόντισε να ενισχύσει ακόμα περισσότερο τη θέση του εμφανιζόμενος ως πρόμαχος και προστάτης των προτεσταντών της Αυτοκρατορίας, τιθέμενος επικεφαλής της Προτεσταντικής ή Ευαγγελικής Ένωσης, μια πολιτικής οντότητας στην οποία εντάχθηκαν όλοι οι προτεστάντες Γερμανοί ηγεμόνες.

Απέναντί του ο Φρειδερίκος είχε όχι τόσο τον Αψβούργο αυτοκράτορα, ο οποίος, λόγω του Μακρού Πολέμου με τους Τούρκους, αλλά και των νέων συγκρούσεων μαζί τους (1615-17), δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να τον αντιμετωπίσει, αλλά τον ανταγωνιστή του Μαξιμιλιανό Β’ της Βαυαρίας, ο οποίος, από την πλευρά του, αναδείχτηκε σε πρόμαχο της Αντιμεταρρύθμισης και υπερασπιστή του ρωμαιοκαθολικισμού στη Γερμανία, εξυπηρετώντας έτσι τις πολιτικές του φιλοδοξίες. Ο Μαξιμιλιανός ίδρυσε την Καθολική Λίγκα, ως αντίβαρο στην Προτεσταντική Ένωση και άρχισε να συγκεντρώνει στρατεύματα, όπως άλλωστε έπραττε και ο αντίπαλός του. Ήδη ο σπόρος του πολέμου είχε φυτευτεί.

Βοημική επανάσταση και εκπαραθύρωση

Μετά τον θάνατο του Αψβούργου αυτοκράτορα Ροδόλφου B, το 1612, στον αυτοκρατορικό θρόνο ανέβηκε ο αδελφός του εκλιπόντος, Ματθίας, ο οποίος επιβεβαίωσε τα προνόμια και τις θρησκευτικές ελευθερίες των προτεσταντών. H εφεκτική πολιτική του Ματθία δεν ικανοποίησε τους συντηρητικούς ρωμαιοκαθολικούς, όπως ήταν ο Μαξιμιλιανός της Βαυαρίας και ο ανεψιός του και μετέπειτα διάδοχός του Φερδινάνδος.

Σύντομα ο Ματθίας έχασε τον έλεγχο. Υποχρεώθηκε δε να ορίσει τον ανεψιό του βασιλιά της Βοημίας το 1617. Ο νέος βασιλιάς – κυβερνήτης ουσιαστικά – αμέσως μετά την εκλογή του, έστειλε στην Πράγα δύο Τσέχους, ρωμαιοκαθολικούς συμβούλους του, ως εκπροσώπους του στην συνέλευση των ευγενών του βασιλείου. Οι δύο αυτοί, ο Βίλεμ Σλαβάτα και ο Γιάροσλαβ Μπορζίτα, θα κυβερνούσαν, ουσιαστικά, τη Βοημία, εξ ονόματός του.

Ωστόσο οι λοιποί ευγενείς, με επικεφαλής τον κόμη Χάινριχ Ματίας φον Τουρν, αντέδρασαν. Ο Τουρν ειδικά είχε προσωπικούς λόγους να αντιδράσει, καθώς έχανε τη θέση του από τον Σλαβάτα, ως επικεφαλής του συμβουλίου των ευγενών της Βοημίας.

Η κίνηση του Φερδινάνδου να στείλει τους δύο ρωμαιοκαθολικούς απεσταλμένους, θεωρήθηκε προσβλητική και ως εσκεμμένη προσπάθεια υπονόμευσης της προτεσταντικής ηγεσίας του βοημικού συμβουλίου των ευγενών. Ο Τουρν, τον Μάρτιο του 1618, συγκάλεσε σε συνέλευση τους προτεστάντες ευγενείς και τους εκπροσώπους των πόλεων της Βοημίας. Εκεί είπε πως τα προνόμια των προτεσταντών που τους είχαν δοθεί από την Συνθήκη του Άουσμπουργκ, ο Φερδινάνδος είχε σκοπό να τα καταργήσει.

Αυτό φυσικά ήταν ψέμα, καθώς ο Φερδινάνδος, όταν χρίστηκε βασιλιάς της Βοημίας είχε δεσμευτεί να τηρήσει τη «Βασιλική Επιστολή», τη χάρτα των προνομίων και δικαιωμάτων των προτεσταντών, δηλαδή. Παρόλα αυτά ο Τουρν κατάφερε να πείσει τους λοιπούς ευγενείς και εκπροσώπους και να κερδίσει την υποστήριξή τους. Η προτεσταντική συνέλευση εξέδωσε σχετικό ψήφισμα το οποίο και έστειλε στον αυτοκράτορα Ματθία, ζητώντας την επέμβασή του εναντίον του ανεψιού και διαδόχου του.

Ο Ματθίας φάνηκε και πάλι συγκαταβατικός, απαντώντας πως θα πήγαινε ο ίδιος στη Βοημία για να τακτοποιήσει το ζήτημα, το ανύπαρκτο στην πραγματικότητα ζήτημα. Την ίδια ώρα όμως, ο μετριοπαθής, κατά τα άλλα πρωθυπουργός του Ματθία, ο καρδινάλιος Μελχιόρ Κλεζλ, εκνευρισμένος από τις ενέργειες του Τούρν, έστειλε μια επιστολή γραμμένη σε έντονο ύφος. Ο Τουρν χρησιμοποίησε αυτή την επιστολή και όχι αυτή του αυτοκράτορα, για να πείσει απολύτως, πλέον, τους προτεστάντες ευγενείς ότι απειλούνται.

Μιλώντας δε στους προτεστάντες ευγενείς είπε πως πρέπει να πετάξουν τους εκπροσώπους του Φερδινάνδου από τα παράθυρα του κάστρου της Πράγας, «όπως είναι καθιερωμένο». Η πρώτη εκπαραθύρωση της Πράγας είχε γίνει το 1419, όταν ο τότε δήμαρχος της πόλης, μαζί με τους συμβούλους του είχαν πεταχτεί από τα παράθυρα του κάστρου Χραντσάνι, όπου ήταν και η έδρα της καγκελαρίας της Βοημίας, από τους επαναστατημένους Ουσίτες.

Στις 23 Μαΐου 1618 ο Τουρν και οι ομοϊδεάτες του πέταξαν από το παράθυρο του κάστρου, από ύψος 21μ. τους δύο εκπροσώπους του Φερδινάνδου και τον γραμματέα τους, οι οποίοι επέζησαν της πτώσης, καθώς έπεσαν στην γεμάτη απορρίμματα τάφρο του κάστρου. Μαζί με τους τρεις που πετάχτηκαν από τα παράθυρα, έπεσε στο κενό και κάθε προσπάθεια αποφυγής ενός πολέμου που μπορούσε και έπρεπε να έχει αποφευχθεί.

Δύο μέρες μετά το επεισόδιο αυτό οι προτεστάντες ευγενείς συγκρότησαν τη δική τους δίαιτα και εξέλεξαν ένα δωδεκαμελές διευθυντήριο, τα μέλη του οποίου αποτέλεσαν την «βοημική καγκελαρία». Κατόπιν αυτών οι επαναστάτες ζήτησαν από τον αυτοκράτορα Ματθία την παραίτηση του Φερδινάνδου από τον θρόνο της Βοημίας. Το αστείο ήταν ότι σχεδόν όλα τα νυν μέλη του διευθυντηρίου, είχαν ψηφίσει υπέρ της εκλογής του Φερδινάνδου, ελάχιστους μήνες πριν.

Ο Τουρν, ο εν δυνάμει ηγέτης της εξέγερσης, σύντομα παραγκώνισε το διευθυντήριο και επιχείρησε να κυβερνήσει δικτατορικά. Οι λοιποί ευγενείς όμως αντέδρασαν και τοποθέτησαν στο πλευρό του τον κόμη Γκέοργκ Φρίντριχ φον Χόχενλοχε, ως υπουργό του Τουρν.

Τα γεγονότα της Πράγας θορύβησαν, όπως ήταν φυσικό τον αυτοκράτορα Ματθία, ενισχύοντας παράλληλα, τη θέση του Φερδινάνδου, ο οποίος εμφανίστηκε τώρα ως υποστηρικτής της σκληρής γραμμής αντιμετώπισης των επαναστατών, δηλώνοντας πως αν η εξέγερση δεν καταπνιγόταν ολόκληρη η αυτοκρατορία των Αψβούργων θα αντιμετώπιζε τον κίνδυνο διάλυσης.

Έτσι άρχισαν να συγκεντρώνονται δυνάμεις στην κάτω Αυστρία, από τον Ιούνιο του 1618. Ωστόσο στις 21 Ιουλίου, όταν ανέλαβε τη διοίκηση των δυνάμεων αυτών ο Γάλλος στρατηγός του αυτοκράτορα Σαρλ Μποναβεντίρ, κόμης του Μπουκοί, βρήκε να τον περιμένουν εκεί μόνο 14.200 άνδρες, τα 2/3 εκ των οποίων δεν είχαν σχέση με τα πολεμικά, μέχρι τότε.

Στο μεταξύ ο Τουρν δεν έχασε, στο μεταξύ, τον καιρό του, αναζητώντας υποστήριξη παντού. Παρόλα αυτά, αρχικά, ακόμα και η Προτεσταντική Ένωση, υπό τον Φρειδερίκο του Παλατινάτου και τον Χριστιανό, πρίγκιπα του Άνχαλτ-Μπέρνμπουργκ, τάχθηκε υπέρ της αυτοκρατορίας. Το ίδιο έπραξε και ο προτεστάντης εκλέκτορας της Σαξωνίας Γιόχαν-Γκέοργκ.

Ο Φρειδερίκος του Παλατινάτου προσφέρθηκε να μεσολαβήσει, πάντως, μεταξύ αυτοκράτορα και Βοημών, αλλά ο Ματθίας απέρριψε, ευγενικά, την πρόταση. Ο Τουρν βρήκε σχετική υποστήριξη από τους Μοραβούς και τους Αυστριακούς προτεστάντες.

Και οι Ούγγροι παρέμειναν, προς στιγμή, ουδέτεροι, παρά τις προσπάθειες των Τούρκων να τους στρέψουν κατά της Αυτοκρατορίας. Σημαντική ενίσχυση στους εξεγερμένους πρόσφερε ο προτεστάντης κόμης Ερνστ φον Μάνσφελντ, ο οποίος με χρήματα του ρωμαιοκαθολικού πρίγκιπα της Σαβοίας, μίσθωσε 2.000 Ελβετούς μισθοφόρους και κινήθηκε προς ενίσχυση των Βοημών, αν και ο ίδιος ήταν επίσης ρωμαιοκαθολικός.

Ο ίδιος ο Τούρν συγκέντρωσε στρατό, στρατολογώντας άνδρες από τη Βοημία, αλλά και Γερμανούς εθελοντές προτεστάντες. Στους ενθουσιώδεις, αλλά ανεκπαίδευτους αυτούς άνδρες πρόσθεσε και μισθοφόρους από τη Γερμανία και την Ουγγαρία.

Ο πόλεμος αρχίζει

Σε ολόκληρη τη Βοημία μόνο τρεις πόλεις είχαν μείνει πιστές στην Αυτοκρατορία, το Πίλσεν, το Μπάντβαϊς και το Κρούμαου. Ο Τούρν αποφάσισε, σε πρώτη φάση, να καταλάβει τις πόλεις αυτές. Ο Μπουκοί, από την πλευρά του, κινήθηκε με περίπου 5.000 άνδρες προς ενίσχυση των πόλεων αυτών. Η άφιξη του Μπουκοί, υποχρέωσε τον Τουρν να άρει την πολιορκία και των τριών πόλεων και να υποχωρήσει στην πόλη Κάσλαβ. Την ίδια ώρα με εντολή του Τουρν, ομάδες άτακτων Βοημών, προερχόμενες από τα γύρω χωριά, απέκοψαν τις γραμμές συγκοινωνιών της μικρής αψβουργικής δύναμης.

Οι άνδρες του Μπουκοί άρχισαν να αισθάνονται το φάσμα της πείνας και σε απάντηση άρχισαν να λεηλατούν τα γύρω χωριά, τόσο για να αρπάξουν τρόφιμα, όσο και ως αντίποινα για τις επιθέσεις που δεχόταν από τους Βοημούς άτακτους. Τουλάχιστον 24 χωριά λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν, σε μια πρόγευση αυτών που έμελλε να ακολουθήσουν κατά τη διάρκεια του πολέμου που μόλις άρχιζε και ουδείς μπορούσε να προβλέψει τη διάρκεια και την εξέλιξή του.

Την ώρα που συνέβαιναν αυτά έφτασε στην περιοχή ο Μάνσφελντ με τους 2.000 Ελβετούς μισθοφόρους, Με τους εξεγερμένους ενώθηκαν και 3.000 προτεστάντες εθελοντές από την Σιλεσία. Ο ΤοΥρν έστειλε τη δύναμη του Μάνσφελντ να πολιορκήσει και πάλι το Πίλσεν, ενώ ο ίδιος, ενισχυμένος με τη δύναμη των εθελοντών, υποχρέωσε τον Μπουκοί να αποσυρθεί στην πόλη Μπάντβαϊς, ενώ 2.000 άνδρες του, υπό τον στρατηγό Νταμπιέρ οχυρώθηκαν στην πόλη Κρεμς, έχοντας υποστεί μεγάλες απώλειες, περισσότερο από την πείνα, παρά από την εχθρική δράση. Ο Μπουκοί μοίρασε τις δυνάμεις του σε δύο τμήματα, ώστε να μπορούν ευκολότερα να διατραφούν.

Στην περιοχή όμως αφίχθη και ο και ο κόμης Γκέοργκ-Φρίντριχ φον Χόχενλόχε, μέλος του βοημικού διευθυντηρίου και δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον Τούρν, επικεφαλής νεοσυγκροτημένης δύναμης Βοημών. Ο ΤοΥρν έστειλε τον Χόχενλόχε να πολιορκήσει τον Μπουκοί στο Μπάνβαϊς.

Παράλληλα απέσπασε μια δύναμη 4.000 ανδρών, υπό τον Γερμανό στρατηγό Σλίκ, την οποία διάταξε να κινηθεί προς τη Βιέννη, με σκοπό να απειλήσει την πρωτεύουσα των Αψβούργων. Αν και ο αριθμός των ανδρών του Σλίκ φαντάζει μικρός για να απειλήσει τη μεγάλη ευρωπαϊκή μητρόπολη, εντούτοις η Βιέννη, εκείνη την περίοδο ήταν σχεδόν ανυπεράσπιστη. Άλλωστε ο Μάνσφελντ είχε καταφέρει να κυριεύσει το Πίλσεν, ανοίγοντας τον δρόμο προς τη Βιέννη.

Στο μεταξύ όμως είχε φτάσει ο χειμώνας και οι δύσκολες συνθήκες οδήγησαν πολλούς άνδρες του Τουρν, απλώς να εγκαταλείψουν τα συντάγματά τους και να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Τον Φεβρουάριο του 1619, ο Τουρν, σε επιθεώρηση που πραγματοποίησε, διαπίστωσε ότι είχαν απομείνει μόνο 8.000 άνδρες του υπό τις σημαίες. Άλλοι τόσοι, τουλάχιστον, είχαν λιποτακτήσει.

Οι Αυτοκρατορικοί εκμεταλλεύτηκαν την αυτοδιάλυση των αντιπάλων τους και σε πρώτο χρόνο κατάφεραν να ελέγξουν τις βασικές οδεύσεις προς τη Βιέννη, εξασφαλίζοντας την πρωτεύουσά τους. Κατόπιν άρχισαν να συγκεντρώνουν νέες δυνάμεις με τις οποίες ήλπιζαν να άρουν την πολιορκία του Μπάντβαϊς και να διασώσουν τον Μπουκοί και τους άνδρες του.

Καθώς όμως τελειώνει ο χειμώνας συνέβη ένα σημαντικό γεγονός. Ο αυτοκράτορας Ματθίας πέθανε, στις 20 Μαρτίου 1619. Τον διαδέχθηκε ο ανεψιός του Φερδινάνδος. Οι εξεγερμένοι Βοημοί δεν αποδέχτηκαν, όμως, την εκλογή του και πρόσφεραν το στέμμα της Βοημίας στον Φρειδερίκο του Παλατινάτου, πείθοντάς τον, τελικά, να διαλέξει πλευρά.

Στις 18 Απριλίου ο Τουρν εισέβαλε στη Μοραβία με 9.000 άνδρες, οι μισοί εκ των οποίων ήταν μισθοφόροι. Κατά την προέλασή του κάποια αυτοκρατορικά συντάγματα, στα οποία υπηρετούσαν κυρίως προτεστάντες στρατιώτες, ενώθηκαν μαζί του.

Ενισχυμένος με τον τρόπο αυτό ο Τουρν αποφάσισε να κινηθεί κατά της Βιέννης. Επικεφαλής 10.000 ανδρών εισέβαλε στην Αυστρία και κινήθηκε προς τη Βιέννη. Είχε έρθει σε επαφή ήδη με προτεστάντες εντός της πόλης, οι οποίοι, θα του άνοιγαν τις πύλες. Ωστόσο οι αρχές της πόλης κινήθηκαν κεραυνοβόλα και συνέλαβαν τους συνωμότες, πριν προλάβουν να ενεργήσουν.

Ο Τουρν έφτασε, πάντως έξω από τα τείχη της Βιέννης, στις 5 Ιουλίου 1619. Ο Φερδινάνδος όμως είχε λάβει τα μέτρα του. Καταρχήν ο Νταμπιέρ είχε καταφέρει να ξεφύγει από την Κρεμς και να υποχωρήσει, μαχόμενος, μέχρι τη Βιέννη. Η μικρή δύναμη του Νταμπιέρ μαζί με φοιτητές του πανεπιστημίου της πόλης και άλλους εθελοντές, σχημάτισαν μια δύναμη 5.000 ανδρών, προς υπεράσπιση της πρωτεύουσας. Ο Τουρν δεν διέθετε βαρύ πυροβολικό και έτσι αποφάσισε να υποχωρήσει, από την στιγμή που οι πύλες δεν άνοιξαν.

Την ώρα που συνέβαιναν αυτά ενώπιον της Βιέννης, στη Βοημία έλαβε χώρα η πρώτη κατά παράταξη μάχη του πολέμου, στην μικρή πόλη Ζαμπλάτι (Ζάμπλατ στα γερμανικά). Ο Μπουκοί κατάφερε να ξεφύγει από την Μπάντβαϊς και να καταδιώξει τους πολιορκητές. Ενισχυμένος με δύο συντάγματα, αποφάσισε να επιτεθεί στον Μάνσφελντ, ο οποίος οχυρώθηκε στο Ζαμπλάτι, με 3.200 άνδρες.

Ο Μπουκοί επιτέθηκε πράγματι, με 5.000 άνδρες, στις 10 Ιουνίου 1619, και συνέτριψε τη δύναμη του Μάνσφελντ, μετά από άγρια μάχη. Ο Μάνσφελτ έχασε τους μισούς του άνδρες, έναντι 650 απωλειών των αντιπάλων του και υποχώρησε άτακτα.

Το υπόλοιπο διάστημα, υπήρξε ένα διάλειμμα, θα μπορούσε να ειπωθεί, στις επιχειρήσεις, καθώς και οι δύο πλευρές προσπαθούν να συγκεντρώσουν δυνάμεις. Στο μεταξύ, στα τέλη Οκτωβρίου, ο Φρειδερίκος του Παλατινάτου έφτασε στην Πράγα, όπου και στέφθηκε βασιλιάς της Βοημίας, στις 4 Νοεμβρίου 1619.

Προετοιμασίες

Οι εξεγερμένοι Βοημοί εξέλεξαν τον Φρειδερίκο ως βασιλιά διότι, ως πρόμαχος του προτεσταντικού στρατοπέδου που ήταν, πίστευαν πως θα μπορούσε να κερδίσει διεθνή υποστήριξη για τον αγώνα τους. Καταρχήν ζητήθηκε η βοήθεια της Προτεσταντικής Ένωσης. Τα κρατίδια του Άνχαλτ και του Μπάντεν, δέχτηκαν να βοηθήσουν.

Οι Ολλανδοί επίσης έστειλαν δύο συντάγματα πεζικού ως βοήθεια, αλλά αρνήθηκαν περαιτέρω εμπλοκή, καθώς απειλούντο από τους Ισπανούς. Την ίδια άρνηση αντιμετώπισαν οι Βοημοί και από τον βασιλιά της Αγγλίας και πενθερό του Φρειδερίκου, Ιάκωβο Α’, ο οποίος πάντως προσφέρθηκε να μεσιτεύσει μεταξύ των εξεγερμένων και του αυτοκράτορα.

Οι Φρειδερίκος κατάφερε τελικά να στρατολογήσει 2.500 Άγγλους μισθοφόρους. Παράλληλα συγκέντρωσε 12.000 Βοημούς, ενώ ο Μάνσφελτ είχε συγκεντρώσει 7.000 μισθοφόρους, κυρίως Γερμανούς, Ολλανδούς, αλλά και ρωμαιοκαθολικούς Βαλλόνους. Ο Φρειδερίκος ήλπιζε επίσης να αντλήσει δυνάμεις από τη μεγάλη δεξαμενή των Ούγγρων αντιπάλων των Αψβούργων, οι οποίο, υπό τον ηγεμόνα τους Μπέτλεν Γκάμπορ και με τη βοήθεια των Τούρκων, αψηφούσαν την αυτοκρατορική εξουσία. Ο Γκάμπορ ξεκίνησε άμεσα επιχειρήσεις κατά των Αψβούργων, ρίχνοντας στη μάχη 40.000 άνδρες.

Η εξέλιξη αυτή ανέτρεψε πλήρως τα σχέδια των Αυτοκρατορικών που επίσης είχαν ενισχυθεί και είχαν συγκεντρώσει δύο στρατιές, μια υπό τον Μπουκοί, με 17.700 άνδρες και μια μικρότερη, υπό τον Νταμπιέρ, με 8.600 άνδρες. Οι Αυτοκρατορικοί σχεδίαζαν να κινηθούν κατά της Πράγας, αλλά η επίθεση του Γκάμπορ τους κατέλαβε εξαπίνης. Έτσι οι Αυτοκρατορικοί υποχώρησαν, έχοντας ως βασικό τους μέλημα την προστασία της Βιέννης.

Μετά την υποχώρηση των Αυτοκρατορικών ο Γκάμπορ κυριάρχησε στο αυστροκρατούμενο τμήματα της Ουγγαρίας και νίκησε μάλιστα τον Μπουκοί, στη μάχη του Μπρουκ, στις 26 Νοεμβρίου, όταν επιχείρησε να αναχαιτίσει την προέλασή του. Ο Γκάμπορ, στο μεταξύ ενώθηκε με τις δυνάμεις του Φρειδερίκου και όλοι μαζί έφτασαν έξω από τα τείχη της Βιέννης, αλλά αυτή τη φορά, ο αδελφός του αυτοκράτορα, αρχιδούκας Λεοπόλδος, ήταν προετοιμασμένος. Έτσι η πολιορκία απέτυχε.

Η αποτυχία είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί διένεξη μεταξύ του Γκάμπορ και των Βοημών συμμάχων του. Η μη άφιξη των Τούρκων στρατιωτών που ο σουλτάνος είχε υποσχεθεί να στείλει στον Γκάμπορ, βάρυνε επίσης το κλίμα, καθώς οι Βοημοί θεώρησαν υπεύθυνο τον Γκάμπορ.

Τα συμμαχικά στρατεύματα υποχώρησαν από τη Βιέννη, με τους Βοημούς να παραμένουν στην Κάτω Αυστρία, λεηλατώντας τη χώρα, και τους Ούγγρους να επιστρέφουν εσπευσμένα στην πατρίδα τους, καθώς η αυτοκρατορική διπλωματία είχε κατορθώσει να στρέψει τους Πολωνούς κατά των Ούγγρων. Οι Πολωνοί παραχώρησαν, επίσης, 7.000 ελαφρούς ιππείς, κυρίως Κοζάκους στους Αυτοκρατορικούς.

Οι ιππείς αυτοί τέθηκαν υπό τη διοίκηση του πιστού στην Αυτοκρατορία Ούγγρου ευγενή Γκεόργκι Χομονάι, ο οποίος ήταν προσωπικός εχθρός του Γκάμπορ. Ο Χομονάι επιτέθηκε με τη δύναμη αυτή και μερικούς δικούς του άνδρες και αφού νίκησε τις μικρές δυνάμεις που είχε αφήσει πίσω ο Γκάμπορ, ως φρουρά, άρχισε να λεηλατεί τη χώρα. Έτσι τα σχέδια του Γκάμπορ εξουδετερώθηκαν. Αφήνοντας στους συμμάχου του μόλις 8.000 ελαφρούς ιππείς (ουσάρους), ο Γκάμπορ υποχώρησε στην Ουγγαρία.

Ο αυτοκράτορας παράλληλα προσπάθησε να κερδίσει την υποστήριξη της Καθολικής Λίγκας, δηλαδή ουσιαστικά του Μαξιμιλιανού της Βαυαρίας. Ο Μαξιμιλιανός συμφώνησε να βοηθήσει, υπογράφοντας την Συνθήκη του Μονάχου, στις 8 Οκτωβρίου 1619. Βάσει της συνθήκης ο αυτοκράτορας αναγνώριζε την Καθολική Λίγκα ως επίσημο εξάρτημα της αυτοκρατορικής πολιτικής, με αντάλλαγμα τη βοήθειά της στον πόλεμο κατά των Βοημών, με δικά της έξοδα, καθώς το αυτοκρατορικό ταμείο ήταν άδειο.

Η κίνηση αυτή ήταν που, περισσότερο όλων, γέννησε τη θρησκευτική διάσταση του πολέμου, καθώς έφερνε αντιμέτωπους τους δύο θρησκευτικούς συνασπισμούς, την Καθολική Λίγκα, έναντι της Προτεσταντικής Ένωσης, σε μια σύγκρουση που, μέχρι τότε, είχε κυρίως πολιτικό υπόβαθρο.

Ο Μαξιμιλιανός της Βαυαρίας, πάντως δεν είχε κανέναν θρησκευτικό κίνητρο. Όπως αναφέρθηκε, εποφθαλμιούσε εδάφη του γειτονικού Παλατινάτου και ο καλύτερος τρόπος για να τα αποκτήσει ήταν να βρει μια καλή δικαιολογία και να εξουδετερώσει, στρατιωτικά και πολιτικά τον αντίπαλό του εκλέκτορα του Παλατινάτου και βασιλιά, πλέον, της Βοημίας Φρειδερίκο. Τόσο ο αυτοκράτορας όσο και ο Μαξιμιλιανός, εμφανιζόμενοι ως πρόμαχοι του ρωμαιοκαθολικισμού, κατάφεραν να κερδίσουν και την υποστήριξη της Ισπανίας.

Οι Ισπανοί όχι μόνο επέτρεψαν στη Λίγκα να στρατολογήσει άνδρες από το, υπό ισπανικό έλεγχο, σημερινό Βέλγιο, αλλά και έστειλαν δυνάμεις τους στον Ρήνο, ώστε οι προτεστάντες ηγεμόνες της περιοχής να μην είναι σε θέση να κινηθούν προς ενίσχυση τον ομόδοξών τους στη Βοημία.

Επίσης έδωσαν χρήματα για τον σχηματισμό του στρατού της Λίγκας, ο οποίος τέθηκε υπό τη διοίκηση ενός μεγάλου στρατηγού, του Βαλλόνου Γιόχαν Τσέρκλαες φον Τίλι. Παράλληλα και ο προτεστάντης εκλέκτορας της Σαξωνίας αποφάσισε να διαθέσει δυνάμεις στον αυτοκράτορα κατά των εξεγερμένων στη Λουσατία.

Διάλυση στο Λευκό Όρος

Υπ’ αυτές τις συνθήκες ο αυτοκράτορας και οι επιτελείς του αποφάσισαν να κλείσουν οριστικά το ζήτημα της Βοημίας. Ο Νταμπιέρ έμεινε να φρουρεί τη Βιέννη, με 5.000 άνδρες. Παράλληλα ο Μπουκοί, με 21.500 άνδρες, κινήθηκε προς την Κάτω Αυστρία, με σκοπό να εκδιώξει τις βοημικές δυνάμεις που βρίσκονταν εκεί, υπό το Άνχαλτ.

Ο Μαξιμιλιανός της Βαυαρίας άφησε 8.600 άνδρες να φρουρούν τη Βαυαρία και ο ίδιος, μαζί με τον Τίλι, με 21.400 άνδρες, βάδισε προς την Άνω Αυστρία, με σκοπό να ενωθεί με τα αυτοκρατορικά στρατεύματα. Τέλος ο εκλέκτορας της Σαξωνίας εισέβαλε στη Λουσατία με 11.300 άνδρες, αγκιστρώνοντας τους Μοραβούς συμμάχους των Βοημών.

Άλλες δύο ισπανικές στρατιές, 19.000 και 18.000 ανδρών, αντίστοιχα, επιτηρούσαν τους Ολλανδούς και τα περάσματα του Ρήνου. Η μια από τις στρατιές αυτές εισέβαλε στα δυτικά του Ρήνου εδάφη του Παλατινάτου και τα κατέλαβε εύκολα, για λογαριασμό του Μαξιμιλιανού της Βαυαρίας.

Την ίδια ώρα, πάντως, ο αυτοκράτορας εξέδωσε διάταγμα, με το οποίο διαβεβαίωνε τους προτεστάντες υπηκόους του ότι δεν πρόκειται να θίξει τα θρησκευτικά τους δικαιώματα. Αποτέλεσμα της διακήρυξης αυτής ήταν πολλοί προτεστάντες ευγενείς να ταχθούν υπέρ του.

Στην άλλη πλευρά ο βασιλιάς Φρειδερίκος συγκέντρωσε 25.800 άνδρες, υπό τις άμεσες διαταγές του. Ωστόσο οι μισθοφόροι, οι οποίοι αποτελούσαν το καλύτερο τμήμα του στρατού, στασίασαν, λόγω μη καταβολής των μισθών τους. Ο Φρειδερίκος υποχρεώθηκε να δανειστεί χρήματα για να τερματιστεί η στάση.

Παράλληλα ξέσπασε επιδημία τύφου, λόγω της καταστροφών και των λεηλασιών που προκαλούσαν τα αντίπαλα στρατεύματα και των ελλείψεων σε τρόφιμα που άρχισε να παρατηρείται. Η επιδημία σκότωσε αρκετούς στρατιώτες και στα δύο στρατόπεδα.

«Οι Ούγγροι κατέστρεψαν, λεηλάτησαν και έκαψαν τα πάντα στο πέρασμά τους. Κυριολεκτικά έγδυσαν τους κατοίκους από όλα τους τα υπάρχοντα και τους οδήγησαν δεμένους αιχμαλώτους, βασανίζοντάς τους για να τους δώσουν χρήματα. Αποχώρησαν παίρνοντας μαζί τους πολλά παιδιά. Κακοποίησαν ακόμα και τις έγκυες. Όρμησαν σε μια γαμήλια συγκέντρωση, σκότωσαν τον γαμπρό και βίασαν τη νύφη. Έσερναν τους αιχμαλώτους δεμένους με σκοινιά από τον λαιμό. Τέτοια τυραννία δεν θυμάται κανείς ούτε από τους Τούρκους», έγραφε ο αυτοκράτορας Φερδινάνδος στον Σάξωνα εκλέκτορα.

Αντίστοιχα όμως ανοσιουργήματα διέπραξαν και τα στρατεύματα της Καθολικής Λίγκας, με τη δικαιολογία της εκδίκησης των εγκλημάτων των προτεσταντικών στρατευμάτων. Σταδιακά και από τις δύο πλευρές καλλιεργήθηκε και ο θρησκευτικός φανατισμός, με τραγικά αποτελέσματα.

Τα στρατεύματα του Τίλι συνέχισαν την κίνησή τους. Οι Βοημοί επιχείρησαν να τα αναχαιτίσουν στο όρος Ταμπόρ, αλλά απέτυχαν. Την ίδια ώρα ο Μάνσφελντ προσπάθησε να έρθει σε συνεννόηση με τον Μαξιμιλιανό της Βαυαρίας, για να περάσει στο αυτοκρατορικό στρατόπεδο. Ωστόσο οι συνομιλίες δεν ευοδώθηκαν.

Ο Τίλι συνέχισε την πορεία του, με τον όγκο της στρατιάς της Καθολικής Λίγκας. Στόχος του ήταν να ενωθεί με την αυτοκρατορική στρατιά του Μπουκοί, κάτι που τελικά επετεύχθη. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ενώπιον των ενωμένων αυτοκρατορικών δυνάμεων, ο πρίγκιπας του Άνχαλτ, ο οποίος είχε αναλάβει τη διοίκηση των βοημικών δυνάμεων, υποχώρησε προς την Πράγα. Εκεί μετέβη και ο βασιλιάς Φρειδερίκος, ο οποίος ανέλαβε, τύποις, τη διοίκηση του στρατού, πείθοντας τους μισθοφόρους του να μην στασιάσουν ξανά και εξυψώνοντας το πεσμένο ηθικό του στρατού του. Ο πραγματικός διοικητής ήταν ο πρίγκιπας του Άνχαλτ.

Ο βοημική στρατιά, υποχώρησε σταδιακά, υπό την πίεση των αντιπάλων. Ο Άνχαλτ επιχείρησε να καθυστερήσει τους αντιπάλους του αξιοποιώντας το ουγγρικό ελαφρύ ιππικό που διέθετε. Παρόλα αυτά δεν στάθηκε δυνατό να σταματήσουν την προέλαση των Αυτοκρατορικών, αν και, σε μια αψιμαχία, στις 3 Νοεμβρίου, τραυματίστηκε και ο Μπουκοί. Ο Άνχαλτ διέθετε ισχυρή δύναμη ιππικού, τη οποία όμως δεν κατάφερε να αξιοποιήσει, πλήττοντας τις γραμμές συγκοινωνιών των αντιπάλων του.

Στις 5 Νοεμβρίου ο βασιλιάς Φρειδερίκος συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο. Εκεί ο Άνχαλτ πρότεινε να υποχωρήσει ο στρατός στην καλά οχυρωμένη Πράγα. Η λύση αυτή φαινόταν λογική, αλλά κανείς δεν μπορούσε να έχει εμπιστοσύνη στους κακοπληρωμένους μισθοφόρους που αποτελούσαν τον όγκο του στρατού. Αντίθετα ο Τουρν επέμεινε να καλύψουν την Πράγα, στοιχηματίζοντας, όπως είπε, ότι οι εχθροί δεν θα αποτολμούσαν επίθεση, λόγω του χειμώνα. Έτσι η στρατιά υποχώρησε και κατέλαβε θέσεις στο Λευκό όρος, το Σάββατο 7 Νοεμβρίου 1620.
Ο Άνχαλτ έταξε τις δυνάμεις του στο Λευκό όρος και διέταξε την οργάνωση της τοποθεσίας.

Ο προτεστάντης διοικητής ήλπιζε να κρατήσει τους αντιπάλους στου στην εν λόγω τοποθεσία, μέχρι να πέσει το πρώτο χιόνι. Υπολόγιζε πως η έλευση του χειμώνα θα υποχρέωνε τους υπερτερούντες Αυτοκρατορικούς να υποχωρήσουν. Το Λευκό όρος είναι στην πραγματικότητα ένας χαμηλός γήλοφος, με συνολικό μήκος, περί τα 3χλμ. και μέγιστο ύψος 60μ. Βορειοδυτικά του υψώματος ρέει ο μικρός ποταμός Σάρκα, εκατέρωθεν των όχθεων του οποίου υπήρχαν, εκείνη την εποχή, εκτεταμένα έλη.

Απέναντι από το κέντρο της τοποθεσίας υπήρχε, τότε, το χωριό – και νυν προάστιο της Πράγας – Ρούζιν. Στο ύψος του χωριού υπήρχαν δύο γέφυρες επί του ποταμού. Στο νότιο άκρο της τοποθεσίας υπήρχε το χωριό Ρέπι. Στο βόρειο άκρο της τοποθεσίας, η πλαγιά του υψώματος ήταν πιο απότομη, από ότι νοτιότερα. Υπήρχε εκεί ένα περιφραγμένο με λίθινο τοίχο άλσος, στο οποίο ο βασιλιάς και οι ευγενείς αναπαύονταν και ενίοτε κυνηγούσαν. Εντός της περίφραξης υπήρχε ένα κυνηγετικό περίπτερο, κατασκευασμένο με μορφή αστεροειδούς οχυρού, γνωστό ως Αστεροειδές Ανάκτορο.

Η τοποθεσία ήταν λιγότερο ισχυρή στο νότιο άκρο της, απέναντι από το χωριό Ρέπι. Ο Φρειδερίκος και ο Άνχαλτ διέταξαν την κατασκευή πρόχειρων οχυρωμάτων στην όλη τοποθεσία. Ωστόσο οι απλήρωτοι μισθοφόροι τους και οι απόλεμοι εθελοντές τους, δεν έδειξαν και μεγάλη προθυμία. Στο κέντρο της τοποθεσίας κατασκευάστηκαν, τελικά, δύο πυροβολοστάσια και δύο οχυρώματα τα οποία κατέλαβε το βοημικό πεζικό. Στο νότιο άκρο όμως μόνο ένα πυροβολοστάσιο κατασκευάστηκε.

Ένα πρόβλημα ήταν και η έλλειψη εργαλείων ο βασιλιάς Φρειδερίκος πήγε στην Πράγα και ικέτευσε τους ευγενείς να του δανείσουν 600 νομίσματα ώστε να αγοραστούν αξίνες και φτυάρια για να οργανωθεί η τοποθεσία στο Λευκό όρος! Και μόνο γεγονός αυτό είναι ενδεικτικό της ανοργανωσιάς που επικρατούσε στο βοημικό στρατόπεδο. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν υπήρχε χρόνος. Την επομένη, 8 Νοεμβρίου, οι Αυτοκρατορικοί επιτέθηκαν.

Ο Άνχαλτ δεν περίμενε, στην πραγματικότητα, επίθεση των αντιπάλων, τόσο λόγω του χειμώνα, όσο και γιατί κατείχε μια ισχυρή, όπως θεωρούσε, τοποθεσία. Οι Αυτοκρατορικοί διοικητές όμως είχαν άλλη άποψη. Ο Τίλι και ο Μπουκοί συγκρότησαν πολεμικό συμβούλιο, το πρωί της 8ης Νοεμβρίου. Εκεί ο καθένας εξέφρασε διαφορετική άποψη. Ο Μπουκοί επέμεινε, αντί να διακινδυνεύσουν να δώσουν μάχη, να μείνει ο Τίλι με τις δυνάμεις του απέναντι στην αντίπαλη στρατιά, αγκιστρώνοντάς την, την ώρα που ο ίδιος θα παρέκαμπτε την τοποθεσία και θα βάδιζε κατευθείαν κατά της Πράγας.

Ο Τίλι όμως είχε αντίθετη άποψη. Θεώρησε παρακινδυνευμένη την κατάτμηση της στρατιάς και δεν βρήκε λογική την άποψη να επιχειρήσουν κατάληψη της καλά οχυρωμένης Πράγας, με μια εχθρική στρατιά στο πλευρό τους. Την άποψη του έμπειρου Τίλι συμμερίστηκε και ο Μαξιμιλιανός της Βαυαρίας και έτσι αποφασίστηκε τελικά να μείνουν εκεί και να πολεμήσουν.

Εξάλλου και οι στρατιώτες τους είχαν κουραστεί από να καταδιώκουν τους αντιπάλους. Αν δεν πολεμούσαν και νικούσαν τώρα τους αντιπάλους τους θα έπρεπε να αποχωρήσουν, λόγω του χειμώνα και να ξαναρχίσουν από την αρχή την επόμενη άνοιξη.

Αφού ελήφθη η απόφαση ρωμαιοκαθολικοί μοναχοί που ακολουθούσαν την στρατιά έκαναν λιτανεία ενώπιον των στρατιωτών, κρατώντας μια βεβηλωμένη, από τους προτεστάντες, εικόνα της Παναγίας, εξάπτοντας το μένος των πολεμιστών.

Ο Άνχαλτ είχε συγκεντρώσει στην τοποθεσία 11.000 πεζούς, 5.000 Βοημούς και μισθοφόρους ιππείς, 5.000 Ούγγρους ελαφρούς ιππείς. Οι τελευταίοι, τάχθηκαν πολύ πίσω από την κύρια τοποθεσία αντίστασης, ως έσχατη εφεδρεία και δεν έλαβαν καν μέρος στη μάχη. Ένα τμήμα Ούγγρων τάχθηκε και στο περιτειχισμένο άλσος. Το αριστερό πλευρό της διάταξης, στο εκτεθειμένο νότιο άκρο της τοποθεσίας, τη διοίκηση ανέλαβε ο Τουρν. Ο Άνχαλτ διοικούσε το κέντρο και o Γερμανός στρατηγός Γιόχαν Σλικ διοικούσε το δεξιό πλευρό.

Το λίγο πυροβολικό – 10 πυροβόλα – που διατίθεντο, αναπτύχθηκε, σε τρεις πυροβολαρχίες, στα ισάριθμα πυροβολοστάσια. Ο Άνχαλτ ανέπτυξε τις δυνάμεις του κατά το ολλανδικό σύστημα, σε δύο γραμμές μάχης, ανάμικτες με πεζικό και ιππικό.

Η ποιότητα των δυνάμεων του Άνχαλτ ποίκιλε. Υπήρχαν επίλεκτα τμήματα, τμήματα μισθοφόρων και τμήματα Βοημών πολιτοφυλάκων, ενθουσιώδη μεν, ανεκπαίδευτα δε. Ο Άνχαλτ διέπραξε το σφάλμα να μην τάξει τις καλύτερες μονάδες του στο πιο ανίσχυρο πλευρό του μετώπου του, το αριστερό. Αντίθετα έταξε εκεί μισθοφόρους ιππείς και το πεζικό των Βοημών πολιτοφυλάκων.

Θεωρητικά, κάθε σύνταγμα πεζικού της εποχής αποτελείτο από μουσκετοφόρους και σαρισσοφόρους, σε αναλογία 2:1, συνήθως. Οι Βοημοί πολιτοφύλακες διάθεταν σάρισσες, αλλά δεν είχαν εκπαιδευτεί στη χρήση τους και κυρίως δεν είχαν εκπαιδευτεί στη λήψη σχηματισμού αντιμετώπισης ιππικού.

Οι Αυτοκρατορικές δυνάμεις αναπτύχθηκαν σε δύο πτέρυγες. Αριστερά αναπτύχθηκαν οι δυνάμεις του Τίλι και δεξιά του Μπουκοί. Ο Μπουκοί έταξε πέντε τέρθιος πεζικού, σε σταυροειδή σχηματισμό, με δύο τέρθιος στην πρώτη γραμμή, ένα στη δεύτερη και δύο στην τρίτη. Μεταξύ των δύο τέρθιος της πρώτης γραμμής ανέπτυξε τρία συντάγματα ιππικού και εμπρός από αυτά το λίγο πυροβολικό που είχε στη διάθεσή του, σε μια πυροβολαρχία. Εκατέρωθεν του τέρθιο της δεύτερης γραμμής τάχθηκαν δύο μικρά συντάγματα ιππικού και άλλα δύο αναπτύχθηκαν στο κάθε πλευρό των τέρθιος της τρίτης γραμμής.

Ο Τίλι έταξε τρεις πυροβολαρχίες εμπρός από το μέτωπό του. Πίσω από το πυροβολικό έταξε δύο τέρθιος και πίσω από αυτά τρία συντάγματα ιππικού. Πίσω από το ιππικό τάχθηκαν τρία τέρθιος και πίσω από αυτά τέσσερα συντάγματα ιππικού, τα οποία αποτελούσαν την εφεδρεία του. Από τον σχηματισμό των δυνάμεων του Τίλι είναι εμφανές ότι πρόθεση του έμπειρου στρατηγού ήταν να ρίξει τις δυνάμεις του, ως πολιορκητικό κριό, καταπάνω στο εχθρικό κέντρο, με σκοπό να το συντρίψει με το βάρος τους.

Για αυτό τις έταξε σε τόσο μεγάλο βάθος. Παρόμοιο ήταν και το σχέδιο του Μπουκοί, έναντι του εχθρικού αριστερού. Αντίθετα ο Άνχαλτ σκόπευε απλώς να αμυνθεί. Οι Αυτοκρατορικοί παρέτασσαν 23.000 άνδρες και 12, μόλις, πυροβόλα. Από αυτούς οι 17.000 ήταν πεζοί και οι λοιποί ιππείς και πυροβολητές. Το κάθε αυτοκρατορικό τέρθιο είχε, κατά μέσο όρο, δύναμη 1.700 ανδρών και το κάθε σύνταγμα ιππικού δύναμη 400 περίπου ανδρών. Από τα παραπάνω είναι εμφανές ότι οι Βοημοί υπερείχαν σε ιππικό σε αναλογία, σχεδόν, 2:1.

Υστερούσαν όμως τόσο σε αριθμό, όσο και σε ποιότητα πεζικού. Ευτυχώς για τους Αυτοκρατορικούς, ο Άνχαλτ, δεν έπραξε το παραμικρό για να εκμεταλλευτεί την υπεροχή του σε ιππικό. Αντίθετα οι Αυτοκρατορικοί εκμεταλλεύτηκαν απόλυτα την υπεροχή τους σε πεζικό.

Επίθεση

Από τις 09.00 το πρωί της 8ης Νοεμβρίου το πυροβολικό των Αυτοκρατορικών άνοιξε πυρ. Ο μικρός αριθμός των πυροβόλων και η κατάτμησή τους, όμως, δεν προκάλεσε σοβαρές απώλειες στους αντιπάλους. Το πυροβολικό των Βοημών απάντησε πολύ πιο αποτελεσματικά, λόγω θέσης, αλλά και λόγω της πυκνότητας των αντιπάλων σχηματισμών.

Ύστερα από ανταλλαγή πυρών πυροβολικών, που διήρκεσε περί τις τρεις ώρες, οι δύο Αυτοκρατορικοί στρατηγοί διέταξαν τις δυνάμεις τους να προελάσουν. Αν και τα δύο τμήματα της στρατιάς ξεκίνησαν ταυτόχρονα την κίνησή τους, το τμήμα του Μπουκοί είχε μικρότερη απόσταση να καλύψει, βαδίζοντας κατά του εχθρικού αριστερού και κατά συνέπεια ενεπλάκη πρώτο στη μάχη, πριν το τμήμα υπό τον Τίλι. Οι άνδρες του Τίλι έπρεπε να σκαρφαλώσουν, εξάλλου, στο υψηλότερο μέρος του λόφου.

Βλέποντας τους εχθρούς να προελαύνουν ο Άνχαλτ αποφάσισε να αντεπιτεθεί με δύο συντάγματα ιππικού του, κατά του ιππικού που ήταν ταγμένο εκατέρωθεν των πλευρών των δύο τέρθιος της εμπροσθοφυλακής του Μπουκοί. Πίσω από το ιππικό του διέταξε να κινηθούν και τμήματα του βοημικού του πεζικού ώστε να υποστηρίξουν το φίλιο ιππικό και, κατέχοντας υψηλότερη τοποθεσία, να χτυπήσουν σκληρά τα προπορευόμενα τέρθιος, εκ των οποίων το ένα ήταν βαλλωνικό και το άλλο ιταλικό.

Τα δύο βοημικά συντάγματα ιππικού πλησίασαν τους αντίπαλους ιππείς, σταμάτησαν και έβαλλαν εναντίον τους με τις πιστόλες και τις καραμπίνες τους, προκαλώντας μερικές απώλειες. Οι Αυτοκρατορικοί αντί να ανταποδώσουν τα πυρά, έσυραν τις σπάθες τους και όρμησαν καταπάνω τους με ιαχές, διαλύοντας, σε ελάχιστες στιγμές τους αντίπαλους σχηματισμούς.

Βλέποντας τα δύο συντάγματα ιππικού του να τρέπονται σε φυγή, ο Άνχαλτ διέταξε το βοημικό πεζικό του να κινηθεί και να το υποστηρίξει, επιτρέποντάς του να αναδιοργανωθεί. Τα δύο βοημικά συντάγματα πράγματι προχώρησαν μερικά μέτρα και εξαπέλυσαν μια ομοβροντία με τα μουσκέτα τους, από μεγάλη απόσταση όμως, αφού λόγω της κακής τους εκπαίδευσης οι αξιωματικοί τους δεν μπορούσαν καν να εκτιμήσουν την απόσταση, χωρίς να προκαλέσουν απώλειες στον αντίπαλο.

Οι Αυτοκρατορικοί ιππείς εκμεταλλεύτηκαν αμέσως την ευκαιρία. Με άδεια τα μουσκέτα τους οι Βοημοί πεζοί, τράπηκαν σε φυγή, χωρίς καν να επιχειρήσουν να αντιμετωπίσουν τους αντιπάλους ιππείς, αν και υπήρχαν και οπλισμένοι με σάρισσες άνδρες, στις τάξεις τους, οι οποίοι, αν σχημάτιζαν τετράγωνο, απλώς δεν μπορούσαν να νικηθούν από το ιππικό.

Με την αριστερή του πλευρά να καταρρέει, εντός λίγων λεπτών, ο Άνχαλτ έστειλε τον γιό του, επικεφαλής ενός επίλεκτου συντάγματος ιππικού, με εντολή να κρατήσει το μέτωπο, ενώ διέταξε τον Τούρν να προσπαθήσει να ανασυγκροτήσει, άμεσα, τους φυγάδες άνδρες του. Οι επίλεκτοι ιππείς του Άνχαλτ κατάφεραν να επικρατήσουν των αντιπάλων και έφτασαν μέχρι τα αντίπαλα τέρθιος, υποχρεώνοντάς τα να σταματήσουν την κίνησή τους και να σχηματίσουν τετράγωνα.

Ο Μπουκοί όμως, παρά το προηγούμενο τραύμα του, έσπευσε στην πρώτη γραμμή, επικεφαλής του εφεδρικού του ιππικού και κατάφερε να διαλύσει το επίλεκτο σύνταγμα του Άνχαλτ και να αιχμαλωτίσει τον γιο του. Βλέποντας την συντριβή του επίλεκτου ιππικού τους, οι Βοημοί, τους οποίους, μόλις είχε καταφέρει να ανασυγκροτήσει ο Τούρν, μετά την αρχική φυγή τους, τράπηκαν και πάλι, οριστικά, πια, σε φυγή.

Το ίδιο έπραξαν και οι Ούγγροι ελαφροί ιππείς που αποτελούσαν τη εφεδρεία και δεν είχαν καν εμπλακεί στη μάχη. Ο Μπουκοί διάταξε τους Πολωνούς Κοζάκους του να καταδιώξουν τους φυγάδες, όπως και έπραξαν, κυνηγώντας και σφάζοντας όποιον έβρισκαν μπροστά τους.

Με την αριστερά του πτέρυγα να έχει καταρρεύσει πλήρως και οριστικά, ο Άνχαλτ, ουσιαστικά, απέσυρε, χωρίς μάχη, τις δυνάμεις του κέντρου, καθώς οι φάλαγγες του Τίλι προχωρούσαν καταπάνω τους απειλητικά. Μόνο στο περιτειχισμένο άλσος, στο δεξιό, πλευρό της παράταξης, ο Σλικ, συνέχισε να αντιστέκεται μέχρι τις 14.00, περίπου, οπότε και αυτός τράπηκε σε φυγή με τους επιζώντες άνδρες του.

Η μάχη είχε λήξει, εξαιρετικά σύντομα. Οι νικητές αυτοκρατορικοί είχαν απώλειες μόλις 650 νεκρών και τραυματιών. Οι ηττημένοι άφησαν 600 νεκρούς στο πεδίο της μάχης. Άλλα 1.000 τουλάχιστον πτώματα φυγάδων, είχαν στρώσει τον δρόμο προς την Πράγα, θύματα όλοι των καταδιωκόντων Κοζάκων. Άλλοι 1.200 άνδρες τραυματίστηκαν και οι περισσότεροι από αυτούς αιχμαλωτίσθηκαν.

Άλλοι περίπου 1.200 αιχμαλωτίσθηκαν χωρίς να είναι τραυματίες. Οι συνολικές απώλειες των ηττημένων ξεπέρασαν τους 4.000 άνδρες, αν και ορισμένες πηγές κάνουν λόγο για 5.000, ακόμα και για 7.000 απώλειες, καθώς πολλοί άνδρες πνίγηκαν, προσπαθώντας να περάσουν τον ποταμό Μόλνταου, έξω από την Πράγα.

Ο αμέριμνος βασιλιάς

Την ώρα που ο στρατός του αφανιζόταν στη μάχη, ο βασιλιάς Φρειδερίκος γευμάτιζε στην Πράγα, αμέριμνος. Ξαφνικά οι πρώτοι φυγάδες εισήλθαν στην ήρεμη, μέχρι τότε, πόλη, μεταδίδοντας τον πανικό. Ο γιος του Τουρν, Φραντς, μάταια προσπάθησε να σταματήσει τους Αυτοκρατορικούς, στη γέφυρα του Καρόλου, έξω από την πόλη. Κανείς στρατιώτης δεν υπάκουσε στις διαταγές του.

Οι ηγέτες του Βοημικού στρατού εισήλθαν στην πόλη. Όλοι τους ήταν τόσο αποθαρρυμένοι που αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πόλη. Ο βασιλιάς Φρειδερίκος επίσης αποφάσισε να εγκαταλείψει την Πράγα για να σώσει τον εαυτό του και την οικογένειά του.

Στο μεταξύ οι Αυτοκρατορικοί, χωρίς να αντιμετωπίσουν οργανωμένη αντίσταση εισήλθαν στα δυτικά προάστια της Πράγας και άρχισαν να λεηλατούν. Σύντομα τα αυτοκρατορικά στρατεύματα έχασαν την συνοχή τους, μετατρεπόμενα σε έναν ληστρικό όχλο. Αν οι Βοημοί είχαν ανασυγκροτήσει έστω και μια μικρή δύναμη, θα μπορούσαν, αν όχι να ανατρέψουν την κατάσταση, τουλάχιστον να τους προκαλέσουν σοβαρές απώλειες. Όλα όμως είχαν καταρρεύσει.

Η ήττα στο Λευκό όρος ήταν αποτέλεσμα της τραγικής έλλειψης οργάνωσης και αποτελεσματικότητα στο βοημικό στρατόπεδο. Η απειρία των διοικητών της βοημικής στρατιάς ήταν επίσης εμφανής, ειδικά σε αντιδιαστολή με την εμπειρία των Τίλι και Μπουκοί. Η ήττα ήταν όμως περισσότερο πολιτική, παρά στρατιωτική. Η στρατιωτική ήττα ήταν αναμενόμενη εφόσον δεν υπήρχε το απαραίτητο πολιτικό υπόβαθρο στήριξης τους στρατιωτικού αγώνα.

Σε στρατιωτικό επίπεδο η ήττα οφείλεται αποκλειστικά στην ανικανότητα της βοημικής διοίκησης, η οποία δεν αξιοποίησε καν όλες τις δυνάμεις που διέθετε. Ο Άνχαλτ υπερείχε συντριπτικά σε ιππικό. Ποτέ όμως δεν εκμεταλλεύτηκε την υπεροχή του αυτή. Πριν τη μάχη χρησιμοποίησε μόνο τους Ούγγρους ελαφρούς ιππείς για να καθυστερήσει τον αντίπαλο, αντί να επιχειρήσει να ελιχθεί με το σύνολο του ιππικού του, πλήττοντας τα πλευρά ή τις γραμμές συγκοινωνιών του αντιπάλου.

Κατά τη διάρκεια της μάχης επίσης, άφησε τον όγκο του ουγγρικού ιππικού να αναπαύεται πίσω από τη γραμμή μάχης, αντί να το χρησιμοποιήσει για να απειλήσει το δεξιό πλευρό και τα νώτα του Μπουκοί, την ώρα που αυτός θα επιχειρούσε να αναρριχηθεί στον λόφο και να πλήξει το αριστερό του πλευρό. Ο Άνχαλτ γνώρισε τις αδυναμίες του στρατού και παρόλα αυτά, στο πλέον ευαίσθητο σημείο της διάταξής του, τοποθέτησε και λίγες και όχι επίλεκτες δυνάμεις.

Η επιτυχία του μοναχικού, αλλά επίλεκτου, συντάγματος ιππικού που, υπό την ηγεσία του γιου, αντεπιτέθηκε και προς στιγμήν σταμάτησε την προέλαση του Μπουκοί, αποδεικνύει ότι, αν μη τι άλλο, η κατάρρευση, όπως εξελίχθηκε, θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί. Και αν το βοημικό αριστερό άντεχε για κάποιο χρόνο, έστω, το κέντρο της και το δεξιό της βοημικής στρατιάς θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν και να πλήξουν τις δυνάμεις του Τίλι, συγκεντρωτικά, ανατρέποντάς τες κερδίζοντας τη μάχη.

Από την άλλη πλευρά ο Τίλι και ο Μπουκοί ήταν έμπειροι διοικητές και θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να αντιμετωπίσουν τους ελιγμούς των αντιπάλων. Σίγουρα όμως, ακόμα και αν πάλι νικούσαν, δεν θα νικούσαν ούτε τόσο εύκολα, ούτε τόσο καθοριστικά.

Η ήττα στο Λευκό όρος ήταν το τέλος της βοημικής εξέγερσης. Ο έκπτωτος βασιλιάς Φρειδερίκος έχασε κάθε δικαίωμα στον θρόνο και πέθανε, χωρίς να επιστρέψει ποτέ στην Πράγα, το 1632. Η μάχη σηματοδότησε το τέλος της πρώτης φάσης του Τριακονταετούς πολέμου, η οποία έληξε με νικήτρια την Αυτοκρατορία των Αψβούργων. Ήταν οι κατοπινές αστοχίες του Φερδινάνδου και η πολιτική αντεκδίκησης ορισμένων φανατικών ρωμαιοκαθολικών που κλιμάκωσαν τελικά τον πόλεμο, ο οποίος θα μπορούσε να έχει λήξει, οριστικά, το 1620.

Παρόλα αυτά ακολούθησε η εμπλοκή της Δανίας, αρχικά και κατόπιν και άλλων δυνάμεων, όπως η Σουηδία, η εμπλοκή του βασιλιά της οποίας Γουστάβου-Αδόλφου, με γαλλικά χρήματα, άλλαξε εντελώς τα δεδομένα. Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, πως στη μάχη του Λευκού όρους, στο ιππικό του Τίλι, υπηρετούσε και ένας άγνωστος, ακόμα, ευγενής αξιωματικός, ο Βάλενσταϊν.