Λουζάρα 1702: Ο πρίγκιπας Ευγένιος εφορμά καταπάνω στον ισχυρότερο εχθρό

Το 1700 ένας νέος πόλεμος ξέσπασε στην πολύπαθη Ευρώπη, αυτός της Ισπανικής Διαδοχής. Γαλλία και Αυτοκρατορία των Αψβούργων (Αυτοκρατορία από τούδε) ήταν και πάλι αντίπαλοι σε τρία μέτωπα (Κάτω Χώρες, Ρήνος, βόρεια Ιταλία). Στο ιταλικό μέτωπο στο πλευρό των Γάλλων είχε ταχθεί και το ιταλικό κράτος του Πεδεμόντιου. Στο ιταλικό μέτωπο η Αυτοκρατορία είχε αναθέσει τη διοίκηση στον καλύτερό της στρατηγό, τον πρίγκιπα Ευγένιο της Σαβοΐας.

Οι γαλλο-ιταλικές δυνάμεις, υπό τον Γάλλο στρατάρχη Βεντόμ είχαν αναλάβει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Ο Βεντόμ επιτιθέμενος από τις αρχές του 1702 κατέλαβε τη Μόντενα και έφτασε ως τη Λουζάρα, μια μικρή πόλη επί του ποταμού Πάδου. Η γαλλο-ιταλική στρατιά του Βεντόμ αριθμούσε 30.000 άνδρες (49 τάγματα πεζικού, 103 ίλες ιππικού). Απέναντί της ο Ευγένιος διέθετε 25.000 άνδρες (38 τάγματα, 80 ίλες).

Ο Ευγένιος πολιορκούσε χαλαρά τη Μάντοβα αλλά όταν πληροφορήθηκε την άφιξη του εχθρού στη Λουζάρα, την οποία φρουρούσαν μόλις 500 άνδρες του, έσπευσε αμέσως προς τα εκεί, στέλνοντας μήνυμα στη φρουρά, εξορκίζοντάς τη να κρατήσει μέχρι να φτάσει ο ίδιος με τον στρατό του. Δυστυχώς η μικρή φρουρά δεν μπόρεσε να αντέξει και η πόλη είχε καταληφθεί από τους αντιπάλους όταν ο Ευγένιος έφτασε στην περιοχή, στις 14 Αυγούστου. Μεταξύ της πόλης και του Πάδου είχαν κατασκευαστεί δύο αναχώματα για να αποτρέπουν τυχόν εκχύλιση του ποταμού. Ένα εκ των αναχωμάτων ήταν κατασκευασμένο κοντά στην πόλη και το δεύτερο κοντά στον ποταμό.

Ο Ευγένιος αφού εκτέλεσε αναγνώριση του εδάφους αποφάσισε να αξιοποιήσει τα αναχώματα καλύπτοντας πίσω από αυτά τις δυνάμεις του με σκοπό να επιτεθεί αιφνιδιαστικά στον εχθρό. Ο Ευγένιος έταξε τις δυνάμεις του σε δύο γραμμές, αναλαμβάνοντας προσωπικά τη διοίκηση του κέντρου, αναθέτοντας τη διοίκηση του δεξιού στον εκ Λωρραίνης στρατάρχη Βοντεμόν και του αριστερού στον επίσης εκ Λωρραίνης πρίγκιπα ντε Κομερσί.

Την επομένη 15 Αυγούστου οι αυτοκρατορικές δυνάμεις διέσχισαν τον Πάδο αλλά έγιναν αντιληπτές από τους Γάλλους. Αμέσως ο Ευγένιος διέταξε την ανάπτυξή τους σε σχηματισμό μάχης και την άμεση επίθεση κατά του εχθρού. Όμως ήταν ήδη απόγευμα. Παρόλα αυτά το αυτοκρατορικό δεξιό κέρας υπό τον Βοντεμόν επιτέθηκε με ορμή προκαλώντας βαριές απώλειες στον εχθρό. Ωστόσο βρήκε απέναντί του τους γενναίους Ιρλανδούς μισθοφόρους των Γάλλων που πολέμησαν ηρωικά. Τέσσερις φορές οι Αυτοκρατορικοί επιτέθηκαν και τέσσερις φορές αποκρούστηκαν. Οι απώλειες ήταν βαριές εκατέρωθεν. Οι Ιρλανδοί υπέστησαν τρομακτική αιμορραγία αλλά δεν «έσπασαν».

Την ίδια ώρα το αυτοκρατορικό αριστερό κέρας του Κομερσί επιτέθηκε επίσης με αιχμή του δόρατος τους Δανούς μισθοφόρους της Αυτοκρατορίας. Οι σκληροτράχηλοι και «ψυχρόαιμοι» Δανοί σχεδόν διέσπασαν τις εχθρικές γραμμές, αλλά τελικά οι Γαλλο-ιταλοί άντεξαν, παρά τις απώλειες. Το ίδιος πάνω-κάτω συνέβη και με την επίθεση των δυνάμεων του αυτοκρατορικού κέντρου. Όταν έπεσε η νύκτα η μάχη συνεχίστηκε συγκεχυμένα, με αγριότητα αλλά χωρίς συνοχή. Τελικά περί τα μεσάνυκτα οι δύο αντίπαλοι στρατοί χωρίστηκαν. Ο Ευγένιος είχε απώλειες (νεκροί, τραυματίες, εξαφανισμένοι) 2.000 ανδρών.

Οι αντίπαλοί του υπέστησαν διπλάσιες των δικών του απώλειες. Ήταν μια χρήσιμη τακτική νίκη για τον Ευγένιο με την οποία σταμάτησε την εχθρική επίθεση και μάτωσε σοβαρά τον εχθρό. Οι δύο στρατοί παρέμειναν αντιμέτωποι στην περιοχή για καιρό. Μια εκ των εμμέσων συνεπειών της μάχης ήταν και η κατοπινή αλλαγή στρατοπέδου των Ιταλών του Πεδεμοντίου, που συμμάχησαν με την Αυτοκρατορία. Στις αρχές του 1703 ο Ευγένιος ανακλήθηκε από το ιταλικό μέτωπο. Άλλα πεδία δόξας ανοιγόταν για αυτόν στη Γερμανία, παρά το πλευρό του αήττητου στρατηγού δούκα του Μάρλμπορο.