“Aδιάβατες” Αρδέννες 1940: H μεγαλύτερη στρατηγική γκάφα στην Ιστορία

Ο Χίτλερ, από τη στιγμή που οι δυτικοί σύμμαχοι αρνήθηκαν να του αναγνωρίσουν την κατάκτηση της Πολωνίας και επέμειναν στον κατά της Γερμανίας πόλεμο, ήταν υποχρεωμένος να επιτεθεί εναντίον τους. Ο χρόνος λειτουργούσε υπέρ των δυτικών, όπως τουλάχιστον ο Χίτλερ πίστευε, γιατί και η γερμανική οικονομία πλήττονταν και οι Σοβιετικοί γίνονταν καθημερινά πιο απαιτητικοί.

Εξάλλου κάθε καθυστέρηση επέτρεπε στους Αγγλογάλλους να ενισχύσουν τους εξοπλισμούς τους και να καλύψουν τις αδυναμίες τους. Μετά λοιπόν την συντριβή της Πολωνίας, και με εξασφαλισμένα τα ανατολικά του σύνορα, ο Χίτλερ άρχισε να μεταφέρει τις δυνάμεις του στη Δύση και παράλληλα να τις αναπτύσσει και να τις επανεξοπλίζει.

Δυνάμεις και σχέδια

Οι ελαφρές μεραρχίες που έδρασαν στην Πολωνία μετατράπηκαν σε τεθωρακισμένες. Οι μηχανοκίνητες μεραρχίες του πεζικού αυξήθηκαν σε έξι. Τα SS επίσης θα συμμετείχαν με άλλες δύο μηχανοκίνητες μεραρχίες και με το μηχανοκίνητο ενισχυμένο σύνταγμα των SS Leibstandarte Adolf Hitler.

Ποίες όμως δυνάμεις ήταν ικανοί να αντιπαραβάλουν οι Σύμμαχοι απέναντι στις γερμανικές και κυρίως απέναντι στις ταχυκίνητες δυνάμεις του Χίτλερ; Το «ισχυρότερο» συστατικό της δυτικής συμμαχίας ήταν αναμφίβολα ο Γαλλικός Στρατός.

Μετά την επιστράτευση του ο Γαλλικός Στρατός παρέτασσε 94 περίπου μεραρχίες κάθε τύπου. Άλλες 10 μεραρχίες απέστειλαν οι Βρετανοί, 9 διέθεταν οι Ολλανδοί και 22 οι Βέλγοι. Οι Ολλανδοί και οι Βέλγοι όμως παρέμεναν ουδέτεροι και θα έμεναν ουδέτεροι ως την 10η Μαΐου 1940, όταν δέχτηκαν την απρόκλητη γερμανική επίθεση.

Έως την ημέρα εκείνη κανείς σύνδεσμος δεν υφίστατο μεταξύ Βρετανών – Γάλλων και Βέλγων και Ολλανδών, καμία συνεννόηση. Οι αγγλογαλλικές δυνάμεις τάχθηκαν υπό γαλλική διοίκηση. Αρχιστράτηγος τους ορίσθηκε ο στρατηγός Γκαμελέν, με διοικητή του βορειοδυτικού μετώπου τον στρατηγό Ζώρζ. Οι αγγλογαλλικές δυνάμεις εντάχθηκαν σε τρεις ομάδες στρατιών (ΟΣ), οι οποίες παρατάχθηκαν κατά μήκος των γαλλογερμανικών συνόρων.

Τον Νοέμβριο του 1939 όμως ο Γάλλος αρχιστράτηγος εισηγήθηκε ένα νέο σχέδιο μάχης – «υπόθεση Ντιλ» – το οποίο προέβλεπε την είσοδο δυνάμεων του στο Βέλγιο, ως το ύψος του ποταμού Ντιλ, σε περίπτωση εισόδου των Γερμανών στη μικρή αυτή χώρα.

Διέθεσε μάλιστα – από τη 12η Μαρτίου 1940 – και την 7η Γαλλική Στρατιά προς ενίσχυση των Ολλανδών, τάσσοντας την στο άκρο αριστερό της παράταξης του. Το νέο σχέδιο του στρατηγού Γκαμελέν τέθηκε σε εφαρμογή από τις 17 Νοεμβρίου και όλες οι μονάδες του έσπευσαν να καταλάβουν τις νέες τους θέσεις.

Το σχέδιο του Γάλλου αρχιστρατήγου ήταν από πολλές απόψεις τουλάχιστον ριψοκίνδυνο. Το βασικό μειονέκτημά του έγκειτο στην μη προηγούμενη συνεννόηση του με τον Ολλανδό και τον Βέλγο ομόλογο του.

Τέσσερις στρατοί θα έπρεπε, σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης, να συνδεθούν και να συνεργαστούν, υπό την εχθρική πίεση, χωρίς προκαθορισμένο σχέδιο μάχης και χωρίς καμία προηγούμενη επαφή. Το δεύτερο σοβαρό μειονέκτημα αφορούσε την αποστολή η οποία ανετέθη στην 7η Στρατιά με την διαταγή της 12ης Μαρτίου.

Από τις θέσεις εξόρμησης της η στρατιά αυτή, η οποία υποτίθεται ότι θα έσπευδε σε ενίσχυση των Ολλανδών, είχε να διανύσει απόσταση 230 χλμ. για να φθάσει στις διαταχθείσες θέσεις της στην Μπρέντα και στο «Ολλανδικό οχυρό», την καρδιά της Ολλανδίας.

Αντίθετα οι Γερμανοί είχαν να διανύσουν απόσταση μόλις 100 χλμ. για να φτάσουν πρώτοι στην ίδια τοποθεσία. Ολόκληρος ο σχεδιασμός του Γκαμελέν στηρίχθηκε στην υπόθεση ότι η αντίσταση των Βέλγων και των Ολλανδών θα του παρείχαν χρόνο πέντε ημερών, ώστε να εγκαταστήσει τις δυνάμεις του και να επιτύχει τους αναγκαίους συνδέσμους. Η Ομάδα Στρατιών 1, η οποία περιλάμβανε τις γαλλικές 7η, 1η, 9η, 2η Στρατιές και τη Βρετανική Στρατιά (B.E.F), θα αποτελούσε λοιπόν την «επιθετική» πτέρυγα των συμμαχικών δυνάμεων.

Η 7η Στρατιά θα βάδιζε προς ενίσχυση των Ολλανδών, η 1η και η Βρετανική Στρατιές θα βάδιζαν εντός του Βελγίου και θα έπαιρναν θέσεις κατά μήκος του ποταμού Ντιλ, και οι 9η και 2η Στρατιές θα κάλυπταν το μέτωπο από τη βελγική πόλη Ναμύρ, ως τη γαλλική πόλη Σεντάν, στο ύψος του δάσους των Αρδεννών.

Οι δύο αυτές στρατιές θα αποτελούσαν το σημείο συνδέσμου της επιθετικής και της αμυντικής πτέρυγας των συμμαχικών δυνάμεων. Θα μπορούσε όμως πράγματι να θεωρηθεί ότι η Ομάδα Στρατιών 1 αποτελούσε την «επιθετική» πτέρυγα των Συμμάχων;

Περιλαμβανομένων και των εφεδρειών του ο διοικητής της ΟΣ 1, στρατηγός Μπιγιό, διέθετε 36 μεραρχίες πεζικού, 3 ελαφρές τεθωρακισμένες μεραρχίες, 4 μεραρχίες και 2 ταξιαρχίες ιππικού. Την ίδια ώρα πίσω από τη γραμμή Μαζινό ο Γάλλος αρχιστράτηγος είχε τάξει την ΟΣ 2, του στρατηγού Πρετελά, η οποία διέθετε 26 μεραρχίες πεζικού, 1 μεραρχία και 1 ταξιαρχία ιππικού.

Τέλος η ΟΣ 3, η οποία φρουρούσε το μέτωπο του Ρήνου και τη γαλλοελβετική μεθόριο, διέθετε άλλες 30 σχεδόν μεραρχίες. Συνολικά, περιλαμβανομένης και της Στρατιάς των Άλπεων, η οποία φρουρούσε τη γαλλοϊταλική μεθόριο, τα αμυντικά μέτωπα απορρόφησαν περίπου το 60% των διατιθεμένων μέσων του στρατηγού Γκαμελέν.

Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο έχει σχέση με την ποιότητα των μεραρχιών του Γαλλικού Στρατού. Από τις 37 ενεργές μεραρχίες του μόλις 15 διατέθηκαν στην ΟΣ 1. Άλλες 9 διατέθηκαν στην ΟΣ 2, ωσάν η γραμμή Μαζινό να μην υφίστατο, ή να είχε διακοσμητικό χαρακτήρα. Η γαλλική στρατιωτική ηγεσία κατάρτισε ένα άκρως ελαττωματικό σχέδιο συγκέντρωσης, αρνούμενη να αντιληφθεί ότι οι μόνιμες οχυρώσεις ακριβώς της προσέφεραν την δυνατότητα εξοικονόμησης μέσων και ανδρών.

Επίσης παράλογο είναι το γεγονός ότι η ΟΣ 1, η επιθετική ομάδα, δεν προικοδοτήθηκε με τις εκλεκτότερες μεραρχίες του στρατού, αφού αυτή θα σήκωνε το βάρος του αγώνα. Εδώ θα πρέπει να γίνει μια παρένθεση αναφορικά με τις «κατηγορίες» ποιότητας των γαλλικών μεραρχιών.

Οι γαλλικές μεραρχίες πεζικού διακρίνονταν σε τέσσερις κατηγορίες: Ενεργές, Οχυρών, Εφεδρικές τύπου Α και Εφεδρικές τύπου Β. Η επάνδρωση και η παραχώρηση υλικού στις μεραρχίες γίνονταν βάση της παραπάνω διάκρισης. Έτσι οι μεραρχίες τύπου Α και ιδίως αυτές του τύπου Β ήταν αξιοθρήνητα εξοπλισμένες και στελεχωμένες. Ιδιαίτερα στην κατηγορία του αντιαρματικού πυροβολικού οι ελλείψεις τους ήταν τεράστιες – συνήθως διέθεταν μόλις το 30% των υπό τους πίνακες σύνθεσης προβλεπομένων όπλων, άλλες δε ακόμα λιγότερα.

Για παράδειγμα η 71η Μεραρχία Πεζικού- τύπου Β- στο Σεντάν διέθετε μόνο 16 αντιαρματικά πυροβόλα των 25 και 47 χλστ. έναντι των 60 προβλεπομένων, ενώ η επίσης τύπου Β 55η Μεραρχία Πεζικού, στο Σεντάν και αυτή, διέθετε 21. Η 60η δε Μεραρχία πεζικού – τύπου Β – είχε αντικαταστήσει τα αντιαρματικά της πυροβόλα των 25 χλστ. με μικρής αρχικής ταχύτητας πυροβόλα των 37 χλστ. υποδείγματος του 1918.

Τα όπλα αυτά έβαλαν βλήμα βάρους 400 γραμμαρίων με αρχική ταχύτητα 400 μέτρων/δευτερόλεπτο, το οποίο αδυνατούσε να διατρήσει την εμπρόσθια θωράκιση των γερμανικών αρμάτων, εκτός του Pz I. Και οι τρεις αναφερόμενες μεραρχίες ήσαν εντεταγμένες στην 9η και στη 2η Στρατιές, οι οποίες φρουρούσαν το «αδιαπέραστο» από μηχανοκίνητες δυνάμεις δάσος των Αρδεννών.

Η 9η Στρατιά, υπό τον στρατηγό Κορά, διέθετε συνολικά δέκα μεραρχίες και ταξιαρχίες, εντεταγμένες σε τρία σώματα στρατού. Το 2ο Σώμα Στρατού διέθετε την 5η Μηχανοκίνητη Μεραρχία Πεζικού και την 4η Βορειοαφρικανική Μεραρχία Πεζικού. Το σώμα θα κάλυπτε τις διαβάσεις του ποταμού Μεύση στο ύψος του Ναμύρ. Δεξιά του το 11ον Σώμα Στρατού διέθετε τις εφεδρικές τύπου Α 18η και 22η Μεραρχίες Πεζικού.

Το άκρο δεξιό της 9ης Στρατιάς αποτελείτο από το 41ο Σώμα Στρατού, το οποίο διέθετε 61η Μεραρχία Πεζικού τύπου Β και την 102η Μεραρχία Πεζικού Οχυρών, η οποία επάνδρωνε τα έργα εκστρατείας κατά μήκος της όχθης του ποταμού. Την εφεδρεία της στρατιάς αποτελούσε η επίσης τύπου Β 53η Μεραρχία Πεζικού. Προπομπό της 9ης Στρατιάς αποτελούσαν οι 1η και 4η Μεραρχίες Ιππικού και η 3η Ταξιαρχία Σπαχήδων. Τα συγκροτήματα αυτά ιππικού όφειλαν να εισέλθουν στο δάσος των Αρδεννών και να διεξάγουν επιβραδυντικό αγώνα.

Δεξιά της 9ης Στρατιάς τάχθηκε η 2η Στρατιά, υπό τις διαταγές του στρατηγού Ουντινζέ. Η στρατιά διέθετε δύο σώματα στρατού, το 10ο – 55η και 71η Μεραρχίες τύπου Β και 3η Βορειοαφρικανική Μεραρχία – και το 18ο – 41η Μεραρχία Πεζικού, 3η Αποικιακή Μεραρχία Πεζικού. Διέθετε επίσης την 2η και την 3η Μεραρχίες Ιππικού και την 1η Αποικιακή Ταξιαρχία Ιππικού. Η μάζα αυτή ιππικού όφειλε να ενεργήσει, σε συνεργασία με το ιππικό της 9ης Στρατιάς, επιβραδυντικό αγώνα στο δάσος των Αρδεννών.

Το παράξενο όμως ήταν ότι ο στρατηγός Ουντιζέ έταξε τις ισχυρότερες μεραρχίες του στο δεξιό της τοποθεσίας του , η οποία όμως ήταν οχυρωμένη με έργα μόνιμα και εκστρατείας. Έτσι για τον μη οχυρωμένο τομέα του Σεντάν διατέθηκαν οι τύπου Β 71η και 55η Μεραρχίες Πεζικού.

Η αδυναμία αυτή μεγιστοποιήθηκε από το γεγονός ότι οι ανίσχυρες αυτές μεραρχίες καλύπτονταν αριστερά τους από την επίσης ανίσχυρη 61η Μεραρχία Πεζικού και την 102 Μεραρχία Οχυρών της 9ης Στρατιάς. Οι «εσωτερικές» λοιπόν πτέρυγες της 9ης και 2ης Στρατιών αποτελούντο από τρεις μεραρχίες τύπου Β και μια μεραρχία οχυρών, ενώ η εφεδρεία του τομέα, η 53η Μεραρχία, ήταν επίσης τύπου Β.

Υπολογιζόμενων και των μαιάνδρων του ποταμού Μεύση, το μέτωπο που όφειλαν να καλύψουν οι τέσσερις αυτές μεραρχίες έφτανε σε μήκος τα 85 χλμ. δηλαδή κάθε μεραρχία όφειλε να καλύψει μήκος μετώπου πλέον των 20 χλμ. Λαμβανομένης υπόψη της καταστροφικής έλλειψης των μεραρχιών αυτών σε αντιαρματικά όπλα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η πυκνότητα αντιαρματικών όπλων στο εν λόγω μέτωπο έφτανε μόλις τα 5 πυροβόλα ανά 2,5 τετραγωνικά χιλιόμετρα εδάφους.

Δεν είναι λοιπόν αφύσικο το γεγονός ότι από τη στιγμή που οι Γερμανοί διέσχισαν τον ποταμό κυριολεκτικά κονιορτοποίησαν τις γαλλικές μεραρχίες. Φυσικά η ανώτατη συμμαχική ηγεσία θεωρούσε τον τομέα των Αρδεννών ως αδιαπέραστο από μεγάλους σχηματισμούς αρμάτων. Άρα, πάντα κατά τη γνώμη της, δεν υφίσταντο πραγματικός κίνδυνος διάσπασης από τον τομέα αυτόν. Ήταν όμως έτσι;

Οι “αδιάβατες” Αρδέννες…

Την αυγή της 10ης Μαΐου 1940 οι μεραρχίες ιππικού της Γαλλικής 9ης και 2ης Στρατιάς, είχαν εισέλθει στα δάση των Αρδεννών, έτοιμες να εκτελέσουν την αποστολή αναγνώρισης και επιβράδυνσης – αν συνέτρεχε λόγος, που η γαλλική ανώτατη ηγεσία πίστευε πως δεν συνέτρεχε.

Οι Γαλλικές 2η και 5η Μεραρχίες Ιππικού – υπαγόμενες στη 2η Στρατιά – προήλασαν χωρίς να συναντήσουν αρχικά εχθρικές δυνάμεις. Σε λίγο όμως η 2η Μεραρχία Ιππικού κυριολεκτικά προσέκρουσε σε πανίσχυρες γερμανικές δυνάμεις αρμάτων. Επρόκειτο για τις τεθωρακισμένες δυνάμεις του 19ου Τεθωρακισμένου Σώματος Στρατού του Γκουντέριαν.

Ως το απόγευμα της 10ης Μαΐου τα γαλλικό ιππικό είχε εξαναγκαστεί σε υποχώρηση πίσω από τον ποταμό Σεμουά. Αλλά και το ιππικό της 9ης Γαλλικής Στρατιάς επίσης προσέκρουσε σε ισχυρές γερμανικές δυνάμεις, εξαναγκάζοντας τον στρατηγό Κορά να διατάξει την οπισθοχώρηση του πίσω από την κύρια γραμμή αντίστασης στον Μεύση.

Μαζί με το ιππικό όμως διέσχισαν τις γαλλικές γραμμές και 25.000 πρόσφυγες. Το μόνο θετικό της ημέρας στις Αρδέννες ήταν η επιτυχία του 3ου Βελγικού Συντάγματος Αρδεννικών Κυνηγών έναντι των μοτοσικλετιστών της 7ης Μεραρχίας Panzer, της επιλεγόμενης «μεραρχίας φάντασμα» του Ρόμελ.

Οι Βέλγοι αφού κράτησαν για όσο χρειάστηκε υποχώρησαν κανονικά προς την κύρια γραμμή αντίστασης τους. Στο μεταξύ η RAF επιχείρησε να βομβαρδίσει τις γερμανικές φάλαγγες που εισέβαλαν μέσω των Αρδεννών. Από τα 32 Fairey Battles που εστάλησαν τα 13 καταρρίφθηκαν άμεσα και όλα τα υπόλοιπα αχρηστεύθηκαν, χωρίς μάλιστα να επιτύχουν στον σκοπό τους. Οι γερμανικές δυνάμεις συνέχισαν την κίνηση τους σχεδόν ανενόχλητες. Πως ήταν δυνατό να συμβεί διαφορετικά;

Μπορούσαν τα 256 ελαφρά θωρακισμένα οχήματα των 4 γαλλικών μεραρχιών ιππικού να αντιμετωπίσουν 2.400 περίπου γερμανικά άρματα; Σαφώς και όχι, όσο γενναία και αν οι Γάλλοι στρατιώτες πολεμούσαν. Μοιραία λοιπόν οι Γερμανοί έφτασαν σχεδόν ακώλυτα στην ανατολική όχθη του Μεύση, με εξαίρεση την περιοχή του Μεζιέρ, όπου τα τμήματα της 102 Μεραρχίας Οχυρών κατείχαν θέσεις επί της ανατολικής όχθης του ποταμού.

Οι Γάλλοι ως τη 12 Μαΐου βρισκόταν πίσω από τον Μεύση, τις γέφυρες του οποίου είχαν ανατινάξει. Φαινόταν ήδη ότι οι Γερμανοί ανέπτυσσαν μεγάλες δυνάμεις στον τομέα των Αρδεννών, πέραν πάσης προσδοκίας. Όπως ήταν φυσικό η είδηση αυτή θορύβησε τη γαλλική ηγεσία και εξανάγκασε τον στρατηγό Γκαμελέν να διατάξει τη διάθεση δύο μεραρχιών πεζικού και της 3ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας στην 2η Στρατιά.

Οι μεραρχίες αυτές όφειλαν να επανδρώσουν την δεύτερη τοποθεσία της 2ης Στρατιάς ως τη 17η Μαΐου. Οι δυνάμεις όμως αυτές και δυσανάλογα μικρές ήταν, σε σχέση με το μέγεθος της απειλής, αλλά και δεν θα προλάβαιναν να φθάσουν εγκαίρως. Και πάλι η γαλλική ηγεσία παραγνώριζε τις δυνατότητες των εχθρικών ταχυκίνητων δυνάμεων.

Ακριβώς στις 16.30 της 12ης Μαΐου τα πρώτα γερμανικά άρματα έφταναν στις όχθες του Μεύση. Επρόκειτο για άρματα της 7ης Panzer του Ρόμελ. Παραλίγο μάλιστα άρματα του 31ου Συντάγματος Αρμάτων να περάσουν τον ποταμό εκείνη τη στιγμή, καταδιώκοντας τους  Γάλλους.

Η ηρωική επέμβαση όμως του Βέλγου Υπολοχαγού Βισπρελέρ, που του στοίχισε τη ζωή, επέφερε την καταστροφή της γέφυρας της Υβουάρ. Όλη τη νύκτα της 12ης προς 13η Μαΐου οι γερμανικές δυνάμεις καταλάμβαναν τις θέσεις εξόρμησης τους για την επομένη. Οι Γερμανοί κινούντο με τα φώτα των οχημάτων αναμμένα.

Οι Γάλλοι στρατιώτες στις θέσεις μάχης τους άκουγαν όλη τη νύκτα τον βρυχηθμό των κινητήρων των αρμάτων. Η συμμαχική αεροπορία και πάλι προσπάθησε να πλήξει τις γερμανικές δυνάμεις. Τα πυκνά γερμανικά αντιαεροπορικά πυρά όμως και τα πανταχού παρόντα Messerschmitt δεν το επέτρεψαν. Το ίδιο πάντως βράδυ οι άνδρες του Ρόμελ ανακάλυψαν ότι υπήρχε ένα μικρό κενό στο γαλλικό μέτωπο στην περιοχή της Ου.

Θεωρητικά το εκεί μέτωπο φρουρείτο από την 5η Μηχανοκίνητη Μεραρχία και από τη 18η Μεραρχία Πεζικού. Το κενό μεταξύ των δύο γαλλικών μεραρχιών ήταν γνωστό και ο διοικητής του 2ου Σώματος Στρατού της 9ης Στρατιάς, στρατηγός Ντυφέ, απέστειλε ένα εφεδρικό τάγμα – 2/39- για την κάλυψη του κενού.

Το τάγμα αυτό όμως δεν βιάστηκε να εκτελέσει την αποστολή του. Κινήθηκε εξαιρετικά αργά και τελικά δεν κατέλαβε τις διαταχθείσες θέσεις παρά το απόγευμα της 12ης Μαΐου, χωρίς φυσικά να προλάβει να οργανώσει το έδαφος και να καταστρώσει σχέδιο πυρός. Έτσι το μικρό κενό μεταξύ των δύο γαλλικών μεραρχιών παρέμεινε ανοιχτή πληγή στο γαλλικό μέτωπο.

Σύντομα η αιμορραγία της πληγής αυτής δεν θα μπορούσε να ελεγχθεί. Ο Ρόμελ δεν περίμενε τους Γάλλους να οργανωθούν. Το ίδιο βράδυ έστειλε το τάγμα μοτοσικλετιστών να περάσει τον ποταμό. Πράγματι το κατόρθωσαν και εγκατέστησαν ένα μικρό, ασήμαντο προγεφύρωμα στην δυτική όχθη του Μεύση. Με απώλειες 24 νεκρών και τραυματιών, ο Ρόμελ είχε διασπάσει την κύρια γραμμή άμυνας των Γάλλων. Θα ακολουθούσαν όμως και χειρότερα για τους Γάλλους. Ως τις 03.00 ο Ρόμελ βρισκόταν στο Ντινάν.

Με το πρώτο φως της 13ης Μαΐου δε, τα Stuka άρχισαν καταιγιστικό βομβαρδισμό των γαλλικών θέσεων. Κάποιες ασυντόνιστες γαλλικές αντεπιθέσεις, ακόμα και με άρματα, αποκρούστηκαν από τους πεζούς του Ρόμελ, αν και δεν διέθεταν κανένα αντιαρματικό όπλο! Λίγες ώρες αργότερα 15 γερμανικά άρματα πέρασαν τον ποταμό με πορθμεία. Στο μεταξύ και το 41ο Τεθωρακισμένο Σώμα του Ράινχαρτ, αλλά και το 19ο του Γκουντέριαν άρχισαν από το απόγευμα της 13ης Μαΐου να περνούν τον ποταμό.

Η γαλλική 42η Αποικιακή Ημιταξιαρχία (σύνταγμα), στον τομέα επίθεσης του Ράινχαρτ, κράτησε ηρωικά τις θέσεις της μέχρι τη στιγμή που τα γερμανικά άρματα κατόρθωσαν με άμεσες βολές να κονιορτοποιήσουν ανενόχλητα τα γαλλικά πολυβολεία στην απέναντι όχθη του ποταμού – σε απόσταση 100 ως 120 μ. Στον τομέα του Σεντάν επίσης, τα τμήματα του Γκουντέριαν άρχισαν την ίδια ώρα να διασχίζουν τον ποταμό.

Τον συγκεκριμένο τομέα υπεράσπιζαν οι μεραρχίες τύπου Β 55η και 71η. Στο επιλεγμένο σημείο διάβασης όμως, επί μετώπου μόλις 2.500 μέτρων, 8 μοίρες γερμανικού πυροβολικού και 12 σμήνη Stuka προέβησαν σε μια άνευ προηγουμένου προπαρασκευή. Τα βαριά αντιαεροπορικά πυροβόλα των 88 συμπλήρωσαν το έργο των αεροσκαφών και του πυροβολικού, βάλλοντας άμεσα κατά των γαλλικών ενεργών σκέπαστρων (πολυβολεία, παρατηρητήρια) της αντίπερα όχθης. Παρόλα αυτά οι Γάλλοι έφεδροι πολέμησαν όσο καλύτερα μπορούσαν ως τη στιγμή που οι Γερμανοί πέρασαν τελικά τον ποταμό.

Πανικός…

Ως την έλευση της νύκτας τα γερμανικά τμήματα είχαν καταλάβει το Βαντελικούρ και ο πανικός είχε καταλάβει τους Γάλλους. Οι πυροβολητές του Συντάγματος Βαρέως Πυροβολικού του 10ου Γαλλικού Σώματος Στρατού, πανικόβλητοι, εγκατέλειψαν τα πυροβόλα ή στην καλύτερη περίπτωση τα ανατίναξαν και τράπηκαν σε φυγή, διαδίδοντας τη φήμη ότι οι Γερμανοί είχαν φτάσει μέχρι  8 χλμ. νότια του ποταμού Μεύση! Φυσικά ως εκείνη την ώρα κανένα άρμα του Γκουντέριαν δεν είχε περάσει στην δυτική όχθη του ποταμού!

Ήδη όμως είχαν ξεκινήσει οι εργασίες κατασκευής μεγάλης πλωτής γέφυρας, από τους γεφυροποιούς της 1ης Panzer. Ολόκληρη τη νύκτα οι Γερμανοί κατέβαλαν τεράστιες προσπάθειες για να κατορθώσουν να μεταφέρουν τα άρματα τους στην δυτική όχθη. Η επίπονη εργασία τους πράγματι επιβραβεύτηκε και με το πρώτο φως της 14ης Μαΐου τα γερμανικά άρματα βρίσκονταν πλέον πέραν του Μεύση. Οι Γάλλοι προσπάθησαν να ανατρέψουν το γερμανικό προγεφύρωμα.

Υπό τη διοίκηση του στρατηγού Λαφονταίν, οι γαλλικές δυνάμεις – 205ο και 213ο Συντάγματα Πεζικού και 4ο και 7ο Ανεξάρτητα Τάγματα Αρμάτων – διατάχθηκαν να εκτοξεύσουν άμεση αντεπίθεση. Ωστόσο, η σύγχυση ήταν τόσο μεγάλη ώστε η επίθεση δεν εκτοξεύθηκε παρά ώρες αργότερα και μάλιστα εντελώς ασυντόνιστα. Φυσικό αποτέλεσμα ήταν  να αποτύχει εντελώς.

Σύντομα οι γαλλικές 55η και η 71η Μεραρχίες Πεζικού είχαν αφανιστεί. Το μικρό ρήγμα που είχε επιτύχει ο Ρόμελ στην Ου, το ρήγμα που είχε επιτύχει ο Ράινχαρτ στο Μοντερμέ και το μεγαλύτερο ρήγμα που είχε επιτύχει ο Γκουντέριαν στο Σεντάν, σύντομα θα ενώνονταν και θα αποτελούσαν ένα τεράστιο ρήγμα μήκους 130 χλμ. που θα «κατάπινε» τον γαλλικό στρατό.

Γερμανικά άρματα στο δάσος των Αρδεννών το 1940.

Γερμανοί στρατιώτες περνούν τον ποταμό Μεύση υπό τον φραγμό του γαλλικού πυροβολικού.

Στρατιώτες του Γαλλικού στρατού, γηγενείς Γάλλοι και Αφρικανοί, αιχμάλωτοι των Γερμανών.

Στοιχείο αντιαρματικού πυροβόλου των 25mm του γαλλικού στρατού.