Η δεύτερη μάχη του Μόχατς… 20.000 τουρκικές απώλειες έναντι 600 χριστιανικών

Το 1526 η τεράστια στρατιά του Σουλεϊμάν του, λεγόμενου, «μεγαλοπρεπή», σύντριψε στο Μόχατς της νότιας Ουγγαρίας, τη μικρή στρατιά του Ούγγρου βασιλιά Λάγιος. Ύστερα από αυτή την «ένδοξη» νίκη τα οθωμανικά στρατεύματα, αφού σκόρπισαν τον θάνατο και την καταστροφή, κατέκτησαν αμαχητί και την υπόλοιπη Ουγγαρία και έφτασαν ως την Βιέννη, την οποία, ανεπιτυχώς πολιόρκησαν.

Στο ίδιο ακριβώς πεδίο η μοίρα είχε επιφυλάξει ανάλογη τύχη για τους τουρκικούς όχλους, 161 έτη αργότερα. Η μάχη δόθηκε στις 13 Αυγούστου 1687. Ο χριστιανικός στρατός, υπό τον πρίγκιπα Κάρολο της Λωρραίνης και τον Μαξιμιλιανό Εμμανουήλ της Βαυαρίας, αριθμούσε περί τους 50.000 άνδρες. Οι τουρκικές δυνάμεις, υπό τον Κροάτη εξωμότη Σαρί Σουλεϊμάν πασά ήταν τετραπλάσιος. Παρόλα αυτά διαλύθηκε αφήνοντας πίσω του 10.000 νεκρούς και άλλους τόσους τραυματίες έναντι μόλις 600 απωλειών των νικητών.

Η δεύτερη μάχη του Μόχατς είχε καταλυτικές συνέπειες, όπως και η πρώτη. Δεν αποτέλεσε απλώς την εκδίκηση για την ήττα των χριστιανικών όπλων, στο ίδιο πεδίο, το 1526, αλλά οδήγησε την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα όρια της κατάρρευσης. Από στρατηγικής λοιπόν σημασίας θα πρέπει να συγκαταλεχθεί ανάμεσα στις σημαντικότερες της ιστορίας, αν και δυστυχώς, εν πολλοίς παραμένει άγνωστη.

Σε τακτικό επίπεδο η μάχη δόθηκε και κερδήθηκε, ουσιαστικά από το τμήμα των 20.000 ανδρών που διοικούσε ο Μαξιμιλιανός Εμμανουήλ και ο Λουδοβίκου του Μπάντεν. Ο πρώτος αντιμετώπισε την πρώτη τουρκική επίθεση, μόνος, και ο δεύτερος εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο την αμυντική επιτυχία των ανδρών του, κατά την τουρκική επίθεση, αντεπιτέθηκε και έτρεψε σε φυγή τους Τούρκους.

Η χριστιανική νίκη και πάνω από όλα η τεράστια δυσαναλογία των εκατέρωθεν απωλειών μπορεί να εξηγηθεί με έναν απλό τρόπο. Η ευρωπαϊκή πολεμική τέχνη είχε ήδη ξεπεράσει τις παρωχημένες τουρκικές τακτικές μάχης. Τα πράγματα για τους Τούρκους θα εξελισσόταν ακόμα χειρότερα, με το πέρασμα του χρόνου, καθώς οι αντίπαλοί τους ευρωπαϊκοί στρατοί θα εφοδιάζονταν εξολοκλήρου με σύγχρονα μουσκέτα με πυριτόλιθο και ξιφολόγχες που προσαρμόζονταν στις κάννες τους, χωρίς να εμποδίζουν την βολή, όπως συνέβαινε με τα αρχικά υποδείγματα ξιφολογχών, τις λεγόμενες «φυτευτές», οι οποίες προσαρμόζονταν στο στόμιο της κάννης του μουσκέτου, απαγορεύοντας, φυσικά, τη βολή.

Η εξέλιξη αυτή στον οπλισμό, σε συνδυασμό με την υιοθέτηση νέων συστημάτων εκτέλεσης βολής, ακόμα πιο αποτελεσματικών, έδωσε ένα τεράστιο προβάδισμα στους Ευρωπαίους, το οποίο οι Τούρκοι, περισσότερο λόγω νοοτροπίας, δεν κατάφεραν να καλύψουν ποτέ, παρά τις κάποιες επιτυχίες που είχαν να επιδείξουν στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα.

Οι Τούρκοι παρέμειναν, μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, αγκιστρωμένοι στα δόγματα και τις τακτικές της εποχής του Σουλεϊμάν, του λεγόμενου «Μεγαλοπρεπούς», βασιζόμενοι για την επιτυχία τους στο πολυάριθμο ιππικό τους και στην ορμή των γενιτσάρων. Αν αυτά τα δύο στοιχεία της τακτικής τους εξουδετερώνονταν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η ήττα έρχονταν φυσιολογικά.