Μάχη Πόγραδετς: Ο αντιστράτηγος Σωτήριος Μουτούσης και η ΧΙΙΙ Μεραρχία

Ο προερχόμενος από το Όπλο του Πυροβολικού αντιστράτηγος Σωτήριος Μουτούσης γεννήθηκε στην Αχαΐα το 1894 και πέθανε το 1978. Πολέμησε στους Βαλκανικούς Πολέμους, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη Μ. Ασία. Ωστόσο διακρίθηκε ιδιαίτερα στον πόλεμο του 1940, ως διοικητής της ΧΙΙΙ Μεραρχίας Πεζικού (ΜΠ).

Ο έμπειρος Μουτούσης, διοικητής πυροβολικού του Γ’ Σώματος Στρατού τότε, ανέλαβε τη διοίκηση της Μεραρχίας στις 25ης Νοεμβρίου 1940, αφού η προηγούμενη διοίκηση αποδείχτηκε ανίκανη να εκτελέσει τον επιθετικό ελιγμό προς Γκραμποβίτσα και Ποντγκορίγιε, όπως είχε διαταχθεί από το Σώμα. Ο Μουτούσης με του που ανέλαβε τη διοίκηση ανέπτυξε αμέσως δραστηριότητα.

Κίνησε αμέσως το 23ο Σύνταγμα Πεζικού (ΣΠ) προς τη Γκραμποβίτσα και κάλυψε με πλαγιοφυλακές το μέτωπο από την Επισκοπή μέχρι το Ποντγκορίγιε. Το ίδιο βράδυ απέστειλε το ΙΙ/22 Τάγμα Πεζικού (ΤΠ) μαζί με τη διοίκηση του 22ου ΣΠ προς το Ποντγκορίγιε. Πάντα υπό την προσωπική του επίβλεψη, μέχρι το βράδυ το 23ο ΣΠ είχε καταλάβει τη Γκραμποβίτσα και τα γύρω υψώματα και εγκαταστάθηκε αμυντικά σε αυτά.

Οι Ιταλοί δεν πρόβαλαν αντίσταση προτιμώντας να αποσυρθούν σε ισχυρά οργανωμένες θέσεις βορειότερα. Από τη διάταξη που επέβαλε ο Μουτούσης στα τμήματά του ήταν φανερό πως επεδίωκε να καλύψει το μέτωπο από τη λίμνη Αχρίδα μέχρι τη Γκραμποβίτσα, η οποία θα αποτελούσε το σημείο συνδέσμου με την νοτίως ενεργούσα ΙΧ ΜΠ. Ωστόσο ολόκληρη η διάταξη του ήταν μάλλον αραχνοΰφαντη αφού είχε στη διάθεση του μόλις 5 τάγματα, 3 πυροβολαρχίες και 2½ ίλες ιππικού.

Αντί όμως να περιοριστεί σε άμυνα ο Μουτούσης, με τη σύμφωνη γνώμη και του Τσολάκογλου, αποφάσισε να επιτεθεί. Αρχικός αντικειμενικός του σκοπός ήταν η διάσπαση της φύση και τέχνη οχυρής εχθρικής τοποθεσίας στην δυτική όχθη του Τσεράβα ποταμού. Αποβραδίς ο Μουτούσης ενημέρωσε τους διοικητές των τμημάτων του και με το πρώτο φως της 26ης Νοεμβρίου το 22ο ΣΠ με τα ΙΙ/22 και ΙΙΙ/22ΤΠ κινήθηκε προς τα υψώματα 955 και 1085. Το ΙΙΙ/23ΤΠ κατέλαβε τις ορισμένες θέσεις χωρίς σοβαρά προβλήματα.

Το ΙΙ/22ΤΠ όμως αν και κατέλαβε το 1085 και έλαβε επαφή με ουλαμό της Γ’ Ομάδας Αναγνώρισης που ενεργούσε ως προπομπός στην περιοχή. Στο μεταξύ οι ιταλικές δυνάμεις ανέκοψαν τον υποχωρητικό τους ελιγμό και ετοιμάστηκαν για άμυνα. Γύρω στις 10.00 ιταλικά άρματα μάχης κινήθηκαν κατά μήκος της οδού Τσεράβα – Γκραμποβίτσα, εκτελώντας επιθετική αναγνώριση.

Τα ελληνικά τμήματα άνοιξαν μαζικά πυρ εναντίον τους και υποχρέωσαν να αποσυρθούν. Ο Μουτούσης αναλογιζόμενος τον κίνδυνο ενίσχυσε τότε τις δυνάμεις του με δύο πεδινές πυροβολαρχίες – της Γ’ 2 Μοίρας, που του διέθεσε το Γ’ ΣΣ – στις οποίες ανέθεσε αντιαρματική αποστολή, δηλαδή την κάλυψη της αμαξιτής οδού Τσεράβα – Γκραμποβίτσα. Νοτιότερα το ΙΙΙ/23ΤΠ ενισχυμένο με ουλαμό (2 πυροβόλα) της ΧΙΙΙα Μοίρας Ορειβατικού Πυροβολικού, κινήθηκε κατευθείαν δυτικά, με στόχο το ύψωμα 1210, το οποίο ο εχθρός είχε οχυρώσει και κατείχε με ισχυρές δυνάμεις.

Το τάγμα, άριστα υποστηριζόμενο από τα δύο ορειβατικά πυροβόλα ανέτρεψε με ορμητική έφοδο με τη λόγχη τους Ιταλούς και κατέλαβε το ύψωμα, συλλαμβάνοντας και αιχμαλώτους – μεταξύ των οποίων 2 αξιωματικοί – και κυριεύοντας πολεμικό υλικό. Εκεί το τάγμα θα συνδεόταν με το 32ο ΣΠ της ΙΧ ΜΠ. Έτσι, μετά την επέμβαση του Μουτούση η ΧΙΙΙ ΜΠ σε μια ημέρα προέλασε σε βάθος 5 -7 χλμ. εντός της εχθρικής τοποθεσίας σχηματίζοντας ενιαίο μέτωπο από την Επισκοπή μέχρι το ύψωμα 1210. Ουσιαστικά 5 ελληνικά τάγματα κάλυπταν περισσότερα από 10 χλμ. μετώπου.

Με το ξημέρωμα της 27ης Νοεμβρίου ο Μουτούσης διέταξε την συνέχιση της επίθεσης. Δεν εννοούσε να χάσει τη πρωτοβουλία των κινήσεων που είχε κερδίσει την προηγουμένη για τίποτα. Αδιαφορώντας για τις άθλιες καιρικές συνθήκες προώθησε τις δυνάμεις του, παρακολουθώντας πάντα εκ του σύνεγγυς τον αγώνα στα κρίσιμα σημεία του. Ο Μουτούσης διέταξε το 2/22ΤΠ να κινηθεί δυτικά και να καταλάβει τα υψώματα 807 και 975.

Το τάγμα όμως άργησε να κινηθεί με αποτέλεσμα να αναβληθεί η επίθεση. Αμέσως ο μέραρχος κινήθηκε στη περιοχή, αφαίρεσε τη διοίκηση από τον διοικητή του 2/22ΤΠ και τον παρέπεμψε στο στρατοδικείο. Στον νότιο τομέα της μεραρχίας, διλοχία του 23ου ΣΠ κινήθηκε επιθετικά προς τα χωριά Στρόπτσκα και Λεσνίτσα, τα οποία αποτελούσαν σημαντικά σημεία στηρίγματος των Ιταλών.

Η διλοχία καθηλώθηκε από τα σφοδρά ιταλικά πυρά, αλλά αγκιστρώθηκε στις καταληφθείσες θέσεις, όχι μακριά από τους αντικειμενικούς της σκοπούς. Στο μεταξύ με σύντονη άγρια πορεία, το πρωί της 27ης Νοεμβρίου, έφτασε στην περιοχή και το 18ο ΣΠ της ΧΙΙΙ ΜΠ, το Ι/22ΤΠ και η ΧΙΙΙβ και ΧΙΙΙγ ΜΟΠ. Ήταν η πρώτη φορά που η ΧΙΙΙ ΜΠ θα πολεμούσε με όλα τα οργανικά της τμήματα, υπό ενιαία διοίκηση.

Ύστερα από το ατυχές συμβάν με το 2/22ΤΠ, ο Μουτούσης, με τις δυνάμεις του σχεδόν πλήρεις πλέον, σχεδίασε να συνεχίσει την επίθεση με το πρώτο φως της επομένης. Εξάλλου κατά τη διάρκεια της νύκτας το Γ’ ΣΣ έστειλε και νέες ενισχύσεις – την XV ΜΟΠ (6 πυροβόλα), δύο πυροβολαρχίες των 155 χιλ. και δύο λόχους βαρέων πολυβόλων των 13,2 χιλ. Το βράδυ εκείνο κανείς δεν κοιμήθηκε.

Ο Μουτούσης αποφάσισε να ρίξει το βάρος του στο αριστερό πλευρό. Στόχος του ήταν η κατάληψη του υψώματος 1292 – 5χλμ. νότια του Πόγραδετς. Το ύψωμα αυτό αποτελούσε το κλειδί της ιταλικής τοποθεσίας. Η κατάληψή του δε θα άνοιγε τον δρόμο προς την πόλη, αλλά και θα είχε ως συνέπεια την περικύκλωση των μαχόμενων μεταξύ Στρόπτσκα και υψώματος 975 ιταλικών δυνάμεων.

Έτσι μέσα στη νύκτα, την άγρια και παγωμένη βορειοηπειρωτική νύκτα, το 18ο ΣΠ βάδισε και πάλι, μαζί με την ΧΙΙΙγ και ΧV ΜΟΠ. Στις 11 το πρωί τα τμήματα του είχαν αναπτυχθεί στο ύψωμα 1210 έτοιμα για εξόρμηση. Κατά την πορεία ο 18ο ΣΠ είχε βομβαρδιστεί από την ιταλική αεροπορία, χωρίς αποτέλεσμα. Δυτικά του 18ου ΣΠ θα ενεργούσε το 32ο ΣΠ της ΙΧ ΜΠ.

Ο Μουτούσης, κατά τη συνήθειά του, βρισκόταν και αυτός εκεί, στις θέσεις εξόρμησης, έφιππος, παρακολουθώντας τα τμήματά του. Ο ίδιος ενημέρωσε προσωπικά τον διοικητή του 18ου ΣΠ συνταγματάρχη Αλ. Σίνη και τους διοικητές των ταγμάτων. Οι Ιταλοί όμως γνώριζαν επίσης την αξία του υψώματος και το είχαν οχυρώσει άριστα. Φωλέες πολυβόλων είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στα απόκρημνα βράχια, χαρακώματα είχαν σκαφτεί, καλυμμένα με σειρές συρματοπλέγματος, πίσω βρισκόταν το πυροβολικό, έχοντας επισημασμένους τομείς βολής και από πάνω υπήρχε η πανίσχυρη ιταλική αεροπορία.

Οι συνθήκες κάθε άλλο παρά ευνοϊκές ήταν για τους Έλληνες. Παρόλα αυτά η επίθεση εκδηλώθηκε το απόγευμα της 28ης Νοεμβρίου, μέσα σε άθλιες καιρικές συνθήκες και χιονιά και ομίχλη που περιόριζαν την ορατότητα τα 20 μέτρα. Τα ελληνικά τμήματα εξόρμησαν και προωθήθηκαν αργά. Το 2/18ΤΠ έλαβε επαφή με την κύρια εχθρική τοποθεσία αντίστασης μπροστά από τη Στρόπτσκα και το 1/18ΤΠ ενώπιον του αυχένα Μπραγκοζέτι (1434). Τα τάγματα διανυκτέρευσαν στις θέσεις που βρισκόταν, έχοντας ρητή διαταγή να συνεχίσουν την επίθεση με το πρώτο φως της επομένης, κατόπιν προπαρασκευής του φίλιου πυροβολικού.

Με το πρώτο φως, πράγματι το ελληνικό πυροβολικό άρχισε να πλήττε τις εχθρικές θέσεις. Όμως η βολή του δεν μπορούσε να είναι τόσο αποτελεσματική όσο θα ήθελε, αφού τα κατεχόμενα από τον εχθρό υψώματα ήταν καλυμμένα από πυκνά πέπλα ομίχλης. Έτσι το ελληνικό πεζικό δεν κατάφερε να προχωρήσει. Το 1/18ΤΠ καθηλώθηκε, ενώ ο διοικητής του 18ου ΣΠ φοβούμενος περικύκλωση του 2/18ΤΠ, δεν αποτολμούσε να συνεχίσει την επίθεση με ένα μόνο τάγμα. Ο Μουτούσης όμως αγρυπνούσε.

Αγνοώντας τις δικαιολογίες τέθηκε ο ίδιος επικεφαλής. Έφιππος περιόδευσε τις γραμμές μάχης και διέταξε να εφορμήσει και το μέχρι τότε τηρούμενο σε εφεδρεία ΙΙΙ/18ΤΠ κατά του εχθρού. Όταν το ΙΙΙ/18ΤΠ ήταν έτοιμο να εξορμήσει ο Μουτούσης διέταξε τον υπασπιστή του συντάγματος να ξεδιπλώσει την πολεμική Σημαία του συντάγματος. Η σημαία, σύμβολο ιερό, ούτως ή άλλως, μέσα στον αχό της μάχης αποκτά σημασία ακόμα μεγαλύτερη, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Άγγελος Τερζάκης (Ελληνική Εποποιία 1940-41).

Με την σημαία να κυματίζει στον παγωμένο αγέρα, με τους σαλπιγκτές του συντάγματος να παιανίζουν το «προχωρείτε, προχωρείτε», το ελληνικό πεζικό αναθάρρησε. Αξιωματικοί και άνδρες πετάχτηκαν από τα χαρακώματα και όρμησαν μπροστά. Οι φοβερές ελληνικές λόγχες πρόβαλαν απειλητικές και η ουρανομήκης ιαχή «Αέρα», κάλυψε ακόμα και τις βροντές των πυροβόλων.

Το ΙΙΙ/18ΤΠ κατάφερε να προωθηθεί. Κατέλαβε το μεγαλύτερο τμήμα της Στρόπτσκα, αλλά κατόπιν καθηλώθηκε, δεχόμενο πυρά από στο εκτεθειμένο αριστερό του πλευρό, από καλά παραλλαγμένα ιταλικά πολυβολεία. Η κατάσταση κατέστη σύντομα κρίσιμη, αλλά ευτυχώς ο μέραρχος δεν αδρανούσε. Παλιός πυροβολητής με τεράστια πολεμική εμπειρία, από τις λάμψεις των ιταλικών πολυβόλων, μέσα στην ομίχλη, ο Μουτούσης μπόρεσε να αναγνωρίσει τις θέσεις τους.

Αμέσως στράφηκε στον διοικητή της ΧV ΜΟΠ λοχαγό Βουδικλάρη και τον διέταξε κοφτά: «Κύριε λοχαγέ προωθήστε μου ένα πυροβόλο». Αμέσως η διαταγή του μεράρχου εκτελέστηκε και με τις προσωπικές του οδηγίες, με την δεύτερη βολή ενός ορειβατικού πυροβόλου των 105 χιλ. η ιταλική φωλέα πολυβόλων τινάχτηκε στον αέρα!
Με το πλευρό του απαλλαγμένο από τα εχθρικά πολυβόλα, το 3/18ΤΠ συνέχισε τώρα την προέλασή του και διέσπασε την εχθρική τοποθεσία σε βάθος, φτάνοντας στα νότια της Ζεβράσκας και απειλώντας με πλαγιοκόπηση από τα δεξιά το περιμάχητο ύψωμα 1292.

Αλλά και το Ι/18ΤΠ κατάφερε να προωθηθεί και να λάβει στενή επαφή με την κύρια ιταλική τοποθεσία αντίστασης ενώπιον του 1292. Ακόμα μεγαλύτερο άθλο πέτυχε το 2/18ΤΠ. Μια διλοχία του τάγματος πέρασε με σχοινιά τις κρημνώδεις όχθες του ποταμού Τσερέβα, μεταξύ των υψωμάτων 1210 και 1434 και αφού ανασυγκροτήθηκε στην βόρεια όχθη και κατόπιν ελισσόμενη με ταχύτητα, κατέλαβε το Μπραγκοζέτι, ύστερα από μάχη με την ιταλική φρουρά και έλαβε επαφή με το 1292.

Οι ιταλικές δυνάμεις στο στρατηγικής σημασίας ύψωμα κινδύνευαν πλέον να περικυκλωθούν. Με το πρώτο φως της 30ης Νοεμβρίου το 3/18ΤΠ, υπό τον ταγματάρχη Κωνσταντίνο Μαλλιαρό, κινήθηκε από τη Ζερβάσκα και επιτέθηκε στο 1292. Στις 08.00 ακριβώς η ελληνική σημαία κυμάτιζε στο ύψωμα. Οι Ιταλοί υπέστησαν πανωλεθρία στο ύψωμα. Τα τμήματα τους αποδεκατίστηκαν. Σχεδόν ένας ολόκληρος λόχος τους αιχμαλωτίστηκε ενώ τα ελληνικά τμήματα κυρίευσαν μια ολόκληρη πυροβολαρχία με τα πυροβόλα της και δεκάδες πολυβόλα, ολμίσκους, αυτόματα και τυφέκια. Ήταν το τέλος.

Η ιταλική διοίκηση διέταξε την άμεση απαγκίστρωση των δυνάμεών της και την υποχώρηση πέραν του Πόγραδετς. Αν και ο Μουτούσης, μετά την κατάληψη του 122 διέταξε το σύνολο των δυνάμεών του να προωθηθεί με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα σε όλο το εύρος του μετώπου, εντούτοις δεν κατέστη δυνατή η περικύκλωση του υποχωρούντος ιταλικού όγκου, παρά μόνο των ιταλικών οπισθοφυλακών.

Η ΧΙΙΙ ΜΠ, αν και παρουσίασε αδυναμίες κατά τη διάρκεια του αγώνα, οφειλόμενες στο γεγονός ότι διέθετε μικρό αριθμό μονίμων αξιωματικών και μεγάλο αριθμό εφέδρων προερχόμενων από το Πολεμικό Ναυτικό, εντούτοις, χάρη στη στιβαρή και εκ του σύνεγγυς διοίκηση του υποστρατήγου Μουτούση, κατάφερε να διασπάσει το ιταλικό μέτωπο και να κερδίσει την μάχη του Πόγραδετς.

Απέναντί της ήταν η ιταλική ΜΠ «Βενέτσια», ενισχυμένη με ένα σύνταγμα επίλεκτων Βερσαλλιέρων, διαθέτουσα και αριθμό αρμάτων και θωρακισμένων οχημάτων.  Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μουτούσης, όταν κέρδισε τη μάχη του Πόγραδετς είχε μόλις 12 μέρες ως διοικητής της ΧΙΙΙ ΜΠ. Ανέλαβε τη διοίκησή κατά τη μάχη του Ιβάν – Μοράβας, όταν η διοίκηση της μεραρχίας επέδειξε ανεπίτρεπτη ολιγωρία.

Ο Μουτούσης όμως, τολμηρός και έμπειρος πολεμιστής ο ίδιος, δεν ανεχόταν καμία ολιγωρία. Πριν και κατά τη διάρκεια της μάχης αντικατέστησε έξι από τους εννέα διοικητές ταγμάτων της μεραρχίας, δύο διοικητές συνταγμάτων και δύο διοικητές μοιρών πυροβολικού. Με τον τρόπο αυτό όμως κατέστησε την ΧΙΙΙ ΜΠ , την πάλαι ποτέ Μεραρχία Αιγαίου, μια από τις καλύτερες του Ελληνικού Στρατού.

Ο επίλογος της πολεμικής δράσης του Έλληνα πολέμαρχου δόθηκε λίγους μήνες μετά, τον Απρίλιο του 1941 την Καστοριά. Η μάχη της Καστοριάς – γνωστή και ως μάχη του Άργους Ορεστικού και μάχη του Δισπηλιού – ήταν μια μάχη που βάσει της στρατιωτικής λογικής δεν θα έπρεπε καν να έχει δοθεί, αφού και το αποτέλεσμα ήταν προδικασμένο και σε στρατηγικό επίπεδο δεν είχε νόημα, αφού οι Γερμανοί κινούνταν ήδη προς Γρεβενά.

Ωστόσο η μάχη δόθηκε με πείσμα και φανατισμό από τους Έλληνες, από τον ηρωικό μέραρχο Σ. Μουτούση, μέχρι τον τελευταίο φαντάρο, αν και όλοι γνώριζαν ότι «οι βάρβαροι στο τέλος θα περνούσαν».