Μεραρχία “Kurmark” – Βερολίνο: Η έσχατη δύναμη των Πάντσερ της 9ης Στρατιάς

Η Μεραρχία Πάντσερ (ΜΠα) «Kurmark» ήταν μια από τις μονάδες των «εσχάτων ημερών» του χιτλερικού Γ’ Ράιχ. Έλαβε το όνομά της από την ομώνυμη περιοχή του Βρανδεμβούργου. Η μεραρχία άρχισε να σχηματίζεται τον Ιανουάριο του 1945 από τα υπολείμματα της «Ταξιαρχίας Λάνγκεϊτ» και της Ταξιαρχίας Αναπληρώσεων της περίφημης «Μεραρχίας Grossdeutschand».

Η μεραρχία διέθετε το 151ο Σύνταγμα Αρμάτων (ΣΠα), το 152ο Σύνταγμα Γρεναδιέρων Πάντσερ (ΣΓΡΠα), το Σύνταγμα Φουζιλιέρων Πάντζερ (ΣΦΠα), ένα σύνταγμα πυροβολικού, μια επιλαρχία αναγνώρισης, ένα τάγμα κυνηγών αρμάτων, τάγμα μηχανικού, τάγμα διαβιβάσεων και μια αντιαεροπορική πυροβολαρχία και έναν λόχο μοτοσικλετιστών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το τάγμα κυνηγών αρμάτων διέθετε μόνο άνδρες του πεζικού εξοπλισμένους με φορητούς αντιαρματικούς εκτοξευτές και κανένα μηχανοκίνητο στοιχείο. Επίσης το σύνταγμα πυροβολικού διέθετε δύο μόνο μοίρες.

Το 125ο ΣΓΡΠα διέθετε δύο υπό-επανδρωμένα τάγματα. Δύο τάγματα, επίσης περιορισμένης δύναμης, διέθετε και το ΣΦΠα, αλλά σε αυτό είχαν ενταχθεί οι υποψήφιοι δόκιμοι αξιωματικοί που ήταν καλά εκπαιδευμένοι και διατηρούσαν υψηλό ηθικό. Χάρη στους έμπειρους υπαξιωματικούς της «Grossdeutschand» κατορθώθηκε η ικανοποιητική εκπαίδευση και των λοιπών ανδρών γεγονός που είχε και επίπτωση στο ηθικό τους.

Το 151ο ΣΠα διέθετε δύο επιλαρχίες, η πρώτη εξοπλισμένη με άρματα Panther και η δεύτερη με μια ίλη αρμάτων Pz IV και τρεις ίλες με κυνηγούς αρμάτων Hetzer. Διοικητής της μεραρχίας ήταν ο συνταγματάρχης Βίλι Λάνγκεϊτ, ένας αξιόλογος αξιωματικός, βετεράνος του Στάλινγκραντ.

Στη μάχη

Σχεδόν αμέσως μετά την συγκρότησή της, η ΜΠα «Kurmark» ανέλαβε υπηρεσία και την 7η Φεβρουαρίου βρισκόταν ανεπτυγμένη αμυντικά στην περιοχή της Φρανκφούρτης επί του ποταμού Όντερ, καλύπτοντας μέτωπο 18 χλμ. Εκεί ενισχύθηκε με τμήματα μαθητών σχολών δοκίμων αξιωματικών που πολεμούσαν ως απλοί στρατιώτες.

Στις αρχές Μαρτίου η μεραρχία διατάχθηκε να εξαλείψει σοβιετικά προγεφυρώματα στην περιοχή του Ράτβαϊν, αλλά η επίθεση δεν είχε αποτέλεσμα. Την ίδια ώρα οι Σοβιετικοί πέτυχαν να δημιουργήσουν ένα ακόμα προγεφύρωμα υποχρεώνοντας τη μεραρχία να υπέρ-επεκταθεί. Χρειάστηκε η διάθεση της 712ης Μεραρχίας Πεζικού (ΜΠ) για να καλυφθούν τα κενά.

Οι Σοβιετικοί επιτέθηκαν και από το προγεφύρωμα του Ράτβαϊν και παρά την σκληρή άμυνα της ΜΠα «Kurmark» κατάφεραν να το επεκτείνουν. Ο Χίτλερ χαρακτήρισε τα χωριά Βίντεν και Κλέσιν ως «φρούρια» και διέταξε την μέχρις εσχάτων υπεράσπισή τους. Η μεραρχία υπέστη σοβαρές απώλειες στις εκεί μάχες και αποσύρθηκε από την πρώτη γραμμή για να αναδιοργανωθεί.

Τα γεγονότα όμως την επανέφεραν, στις 16 Απριλίου, στο μέτωπο, καθώς η μεγάλη σοβιετική επίθεση εκτοξεύτηκε. Η Μεραρχία κλήθηκε να πολεμήσει διαθέτοντας περί τα 20 άρματα Panther, άλλα τόσα περίπου Hetzer και ελάχιστα Pz IV – συνολικά λιγότερα από 50 τεθωρακισμένα και περί τους 5.000 άνδρες.

Ενταγμένη στο ΧΙ Σώμα Στρατού των SS (που δεν διέθετε καμία μονάδα των SS), της γερμανικής 9η Στρατιάς, η ΜΠα «Kurmark» πολέμησε ηρωικά επί τρεις ημέρες αλλά υποχρεώθηκε να υποχωρήσει. Ενώπιον της απίστευτης σοβιετικής υπεροχής οι μεραρχίες που κάλυπταν τα πλευρά της «Kurmark» διαλύθηκαν και η μεραρχία περικυκλώθηκε.

Στο μεταξύ η 9η Στρατιά διασπάστηκε και ο όγκος της (τρία σώματα στρατού) επίσης περικυκλώθηκε. Παρόλα αυτά οι Γερμανοί συνέχισαν να μάχονται αν και πιέζονταν από σχεδόν 300.000 Σοβιετικούς στρατιώτες, ενισχυμένους με 280 άρματα και πάνω από 7.000 πυροβόλα και όλμους.

Τελικά χάρη στην επίθεση της γερμανικής 12ης Στρατιάς ένα τμήμα της 9ης Στρατιάς κατάφερε να διασωθεί από τη σοβιετική περικύκλωση στον θύλακα του Χάλμπε. Στοιχεία της «Kurmark» κατάφεραν επίσης να ξεφύγουν και να παραδοθούν τελικά στους Αμερικανούς, στις 5 Μαΐου 1945. Ο διοικητής της, που στο μεταξύ είχε προαχθεί σε υποστράτηγο, το 1951 εντάχθηκε στις Συνοριακές Δυνάμεις της Δυτικής Γερμανίας.

Η διάταξη μάχης της νότιας πτέρυγας της γερμανικής 9ης Στρατιάς.

Ο συνταγματάρχης (με το πηλήκιο) Λάνγκεϊτ με τους άνδρες ενός άρματος Panther. Η φωτογραφία λέει πολλά για το πνεύμα που επικρατούσε μεταξύ διοίκησης και ανδρών στον γερμανικό στρατό.