Μια μάχη “αριστούργημα”: Απίστευτη νίκη, χωρίς κανόνια, αλά… Μιλτιάδη

Μια μάχη πέραν των δυνάμεων που συμμετέχουν σε αυτή είναι πρωτίστως η σύγκρουση των θελήσεων των αντιπάλων διοικήσεων. Είναι αυτό που παραγνωρίζεται συχνά από ορισμένους που ονειρεύονται «λαϊκούς» στρατούς, η αξία της διοίκησης που επιβάλει τις θελήσεις της στον εχθρό, τον αποσυντονίζει και τον κατανικά ακόμα και αν αυτός υπερέχει σε αριθμό και οπλισμό.

Η μάχη στο Φραουστάντ (σημερινή Φσχόβα της δυτικής Πολωνίας) αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα σύγκρουσης όπου οι λίγοι, χωρίς καν να διαθέτουν πυροβολικό, άρπαξαν την πρωτοβουλία και σύντριψαν μια δύναμη διπλάσια τους, οχυρωμένη και υποστηριζόμενη από 32 πυροβόλα, με έναν ελιγμό διπλής υπερκέρασης όπως αυτός του Μιλτιάδη στον Μαραθώνα.

Το 1706 ο Μέγας Βόρειος Πόλεμος μεταξύ της Σουηδίας, από τη μια πλευρά και της συμμαχίας Ρωσίας, Σαξωνίας – Πολωνίας και Δανίας, από την άλλη, βρισκόταν στο απόγείο του. Ο Σουηδικός στρατός ήταν μικρός αλλά αναγνωριζόταν ως ο καλύτερος ίσως στην Ευρώπη εκείνη την εποχή. Ο βασιλιάς της Σαξωνίας είχε έναν καλό στρατό επίσης, ενώ ο ρωσικός στρατός βρισκόταν ακόμα στην νηπιακή του ηλικία ως ευρωπαϊκού τύπου στρατιωτική δύναμη.

Το ενωμένο βασίλειο της Σαξωνίας – Πολωνίας υπό τον Σάξωνα βασιλιά Αύγουστο τον Δυνατό είχε διασπαστεί καθώς πολλοί Πολωνοί δεν επιθυμούσαν να έχουν Γερμανό βασιλιά. Οι εξεγερμένοι κάλεσαν σε βοήθεια τους Σουηδούς που ανταποκρίθηκαν. Το 1706 επιχειρούσε στην σημερινή δυτική Πολωνία η μικρή στρατιά του Σουηδού στρατάρχη Καρλ Γκούσταβ Ρένσκιολντ. Ο όρος “στρατιά” είναι επιεικώς υπερβολικός για τους 9.400 άνδρες (3.700 πεζούς και 5.700 ιππείς, κανένα πυροβόλο) που ο Ρένσκιολντ διέθετε.

Αντίθετα ο Γερμανός (Πρώσος) στρατηγός Γιόχαν Ματίας φον ντε Σούλενμπουργκ μπορούσε να ατενίζει το μέλλον με περισσότερη αισιοδοξία καθώς διέθετε 16.000 πεζούς, εκ των οποίων οι 6.300 ήταν Ρώσοι και οι λοιποί Σάξωνες, 4.000 Σάξωνες ιππείς και 32 πυροβόλα. Ανέμενε δε την ενίσχυσή του με 8.000 ακόμα ιππείς.

Ο Σούλενμπουργκ αν και υπερείχε αριθμητικά αποφάσισε να παρασύρει τους Σουηδούς σε έδαφος της επιλογής του ώστε να τους αναγκάσει είτε να πολεμήσουν εκεί, είτε να συντριβούν από το ιππικό του μόλις αυτό θα ενισχύονταν. Ο Γερμανός στρατηγός προσποιήθηκε υποχώρηση όντας βέβαιος ότι ο ορμητικός Σουηδός αντίπαλός του θα τον ακολουθούσε.

Φτάνοντας στην περιοχή του Φράουσταντ ο Σούλενμπουργκ κατέλαβε μια ισχυρή τοποθεσία και οχύρωσε τους άνδρες τους τάσσοντας το πεζικό του σε δύο γραμμές μάχης, ικανές να αλληλουποστηριχθούν. Το ιππικό του τάχθηκε στα πλευρά. Ενώπιον της τοποθεσίας υπήρχαν παγωμένες λιμνούλες και έλη. Τα δύο άκρα της παράταξής του στηριζόταν στα χωριά Γκέγερζντορφ και Ρέρζντορφ.

Ο ελιγμός της επιτυχίας αλά Μιλτιάδη

Ο Σουηδός στρατηγός πράγματι ακολούθησε την συμμαχική στρατιά και φτάνοντας, στις 13 Φεβρουαρίου, ενώπιον της τοποθεσίας άρχισε να την μελετά. Κατόπιν έταξε τους 3.700 μόλις πεζούς του στο κέντρο, σε τρεις φάλαγγες, όχι γραμμές, έναντι των πενταπλάσιων αντιπάλων, ενώ μοίρασε τους ιππείς του και τους έταξε στα πλευρά του πεζικού.

Κατόπιν οι Σουηδοί προσευχήθηκαν και κινήθηκαν εμπρός. Το σχέδιο του Σουηδού στρατάρχη αποτελούσε αντιγραφή του σχεδίου του Αθηναίου στρατηγού Μιλτιάδη στον Μαραθώνα, με αδύναμο κέντρο και ισχυρές πτέρυγες. Επρόκειτο για κλασικό, πλέον, ελιγμό άρνησης κέντρου και διπλής υπερκέρασης. 

Το σουηδικό ιππικό δυσκολεύτηκε να περάσει τα έλη. Αν η συμμαχική στρατιά διέθετε έναν καλό διοικητή θα έπρεπε το σαξωνικό ιππικό να επιτεθεί στους Σουηδούς την ώρα που είχαν χάσει την συνοχή τους λόγω των ελών. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη.

Έτσι το σουηδικό ιππικό προχώρησε και εφόρμησε κατά των Σαξώνων ιππέων. Το σουηδικό πεζικό δεν επιτέθηκε. Παρέμεινε στο κέντρο συγκρατώντας 16.000 αντιπάλους πεζούς τους οποίος ο διοικητής του φοβήθηκε να διατάξει να επιτεθούν και να συντρίψουν με την αριθμητική υπεροχή τους και μόνο του Σουηδικό πεζικό.

Την ίδια ώρα το σουηδικό ιππικό στα αριστερά εκτελούσε την μια επέλαση μετά την άλλη κατά των επιλέκτων Σαξώνων ιππέων της βασιλικής φρουράς. Τελικά αν και πολέμησαν ηρωικά οι Σάξωνες «έσπασαν» και τράπηκαν σε φυγή. Στο σουηδικό δεξιό οι 12 ίλες δραγώνων του συνταγματάρχη φον Κράσοφ, επίσης επικράτησαν των Σαξώνων ιππέων και αφού κινήθηκαν σε βάθος, στράφηκαν κατά των νώτων των Ρώσων στρατιωτών του Σούλενμπουργκ.

Το αυτό συνέβη και στο σουηδικό αριστερό. Όταν το σουηδικό ιππικό επιτέθηκε κατά των Σαξώνων και Ρώσων πεζών αυτοί «έσπασαν» πανικόβλητοι τους σχηματισμούς τους και τράπηκαν σε άτακτη φυγή σαν μια ανεξέλεγκτη μάζα. Τότε επιτέθηκε εναντίον τους και το σουηδικό πεζικό. Οι Σουηδοί πεζοί στράφηκαν κυρίως κατά των Ρώσων, με τους οποίους υπήρχε ιδιαίτερο μίσος, οι οποίοι δέχονταν επίθεση και από τα νώτα από το ιππικό.

Αποτέλεσμα ήταν η περικύκλωση και ο αφανισμός τους. Οι επιζώντες Σάξωνες και Ρώσοι τράπηκαν σε φυγή προς την πόλη του Φράουσταντ, αλλά το σουηδικό ιππικό κινήθηκε ταχύτερα αυτών και βρέθηκε μπροστά τους κόβοντάς τους τον δρόμο. Την ίδια ώρα το σουηδικό πεζικό ερχόταν επίσης καταπάνω τους. Μη έχοντας άλλη επιλογή χιλιάδες κατέθεσαν τα όπλα και παραδόθηκαν.

Οι απώλειες των ηττημένων ήταν συντριπτικές. Σχεδόν 7.400 άνδρες τους ήταν νεκροί και σχεδόν 8.000 αιχμάλωτοι. Οι νικητές Σουηδοί είχαν 400 νεκρούς και περί τους 1.000 τραυματίες. Ο Σούλενμπουργκ κατάφερε πάντως να ξεφύγει, παρότι είχε πληγωθεί στον… γοφό.

Στα χέρια των νικητών έπεσαν 71 σημαίες και λάβαρα, και τα 32 πυροβόλα της αντίπαλης στρατιάς, χιλιάδες μουσκέτα και ξίφη. Από τους αιχμαλώτους οι Σουηδοί εκτέλεσαν 500 Ρώσους αιχμαλώτους. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Ρώσοι που φορούσαν πράσινα χιτώνια με κόκκινη εσωτερική επένδυση, τα είχαν φορέσει ανάποδα, κατά τη διάρκεια της μάχης για να φαίνονται ως Σάξωνες.

Το σουηδικό πεζικό της εποχής είχε υιοθετήσει μια μοναδική τακτική. Οι άνδρες πλησίαζαν τον εχθρό, έβαλλαν εναντίον μια ομοβροντία και στην συνέχεια εξορμούσα με τις ξιφολόγχες και τις σάρισσες εναντίον του. Ήταν η περίφημη τακτική του Gå På. Αντίστοιχα το ιππικό πολεμούσε σε σχηματισμό σφήνας, όπως οι Εταίροι του Μεγάλου Αλεξάνδρου.