Ναπολεόντειοι Πόλεμοι: Η τακτική της ΝΙΚΗΣ για την Λεπτή Κόκκινη Γραμμή

Μέχρι πρότινος οι μελετητές της στρατιωτικής ιστορίας υποστήριζαν ότι το κλειδί της επιτυχίας του βρετανικού πεζικού έναντι του αντίστοιχου γαλλικού ήταν η ισχύς του πυρός του, συνεπεία της τάξης του σε γραμμή δύο ζυγών έναντι των γαλλικών γραμμών τριών ζυγών ή των φαλαγγών εφόδου βάθους έξι, εννέα ή και 12 ζυγών.

Η θεώρηση αυτή εν μέρει μόνο ευσταθεί. Αντίθετα οι Βρετανοί βασίζονταν, στην πραγματικότητα, στη «βασίλισσα της μάχης» ξιφολόγχη πολύ περισσότερο από τους ακολουθούντες επιθετική τακτική Γάλλους. Η διά της λόγχης έφοδος δεν είναι κάτι νέο στα πεδία των μαχών. Ήδη από τη δεκαετία του1680 το εξοπλισμένο με «φυτευτές» ξιφολόγχες γαλλικό πεζικό εφορμούσε, χωρίς τη χρήση πυρών κατά του αντιπάλου του.

Κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Βορείου Πολέμου οι Σουηδοί του Καρόλου ΙΒ’ ακολούθησαν παρόμοια τακτική, συνδυάζοντας όμως την επίθεση με την ξιφολόγχη με ομοβροντίες πυρών, σε κοντινή απόσταση από τον αντίπαλο, στιγμές πριν την τελική έφοδο.

Οι θεωρητικοί της πολεμικής τέχνης ντε Φολάρντ και ντε Σαξ που πολέμησαν και έγραψαν τον 18ο αιώνα, προέκριναν επίσης την επιθετική τακτική, με την έφοδο να προετοιμάζεται με πυρά. Την τακτική αυτή εφάρμοσε και ο Μέγας Φρειδερίκος κατά τους Α’ και Β’ Σιλεσιακό Πόλεμο (1740-42, 1745). Ωστόσο κατόπιν αναθεώρησε και εκμεταλλευόμενος την εξαιρετική πειθαρχία και το υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης ανδρών του στηρίχθηκε στην ισχύ του πυρός του πεζικού του, το οποίο κατέστη ικανό να βάλλει έως και επτά βολές ανά λεπτό.

Οι Βρετανοί όμως εκμεταλλευόμενοι τα δικά τους εθνικά χαρακτηριστικά δηλαδή την ψυχραιμία και την αποφασιστικότητα κατάφεραν να αναδείξουν τους στρατιώτες τους που εν πολλοίς αποτελούσαν τα κατακάθια της κοινωνίας τους, στους καλύτερους της εποχής.

Η βρετανική τακτική ήταν απλή στην σύλληψή της και αποδείχθηκε απολύτως αποτελεσματική στην πράξη. Το πεζικό εκπαιδευόταν να συγκρατεί τα πυρά του μέχρι την στιγμή που θα διατάσσονταν να βάλλει, σε απόσταση 30, 20 ή και 15 μ. κατά του ερχομένου καταπάνω του εχθρού.

Οι Βρετανοί πεζοί χαμήλωναν τα μουσκέτα τους «σκοπεύοντας» τους αντιπάλους στο ύψος της κοιλιάς, ώστε να είναι βέβαιοι πως θα τον πλήξουν παρά την ισχυρή ανάκρουση του μουσκέτου, ενώ στις τάξεις τους επικρατούσε απόλυτη ησυχία ώστε να ακούγονται καθαρά τα παραγγέλματα των αξιωματικών. Μετά από μια ή το πολύ δύο ομοβροντίες από τις αποστάσεις αυτές, που ήταν εξορισμού θεριστικές, οι Βρετανοί, κατόπιν διαταγής, πρότασσαν τα μουσκέτα και εφορμούσαν με την ξιφολόγχη κατά του εν συγχύσει εχθρού.

Οι αντίπαλοι, συγκλονισμένοι από το θέαμα των κομματιασμένων από τα βρετανικά πυρά συναδέλφων τους ήταν απίθανο να αντέξουν το ψυχολογικό σοκ μιας εφόδου ενός «δάσους» ξιφολογχών που απείχε ελάχιστα μέτρα από τα κορμιά τους. Έτσι στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων οι Γάλλοι «έσπαζαν» τους ζυγούς τους και το έβαζαν στα πόδια.

«Έρχονταν καταπάνω μας στην αρχή αργά και σιωπηλά. Όταν όμως έφτασαν σε απόσταση 100 μ. εξέβαλαν μια δυνατή ιαχή και όρμησαν μπροστά. Η συμπεριφορά των Γάλλων είναι εντελώς αντίθετη με την ψυχραιμία των Βρετανών. Οι άνδρες μας περίμεναν τους Γάλλους χωρίς κανείς τους να εγκαταλείψει τις γραμμές και αναμένοντας τη διαταγή για να πυροβολήσουν», αναφέρει στο ημερολόγιό του Βρετανός αξιωματικός.

«Βάλλαμε εναντίον τους μια ομοβροντία και με τρεις ιαχές εφορμήσαμε. Όλα ήταν θάνατος. Έρχονταν καταπάνω μας με φωνές και κραυγές φτάνοντας μέχρι τις αιχμές των ξιφολογχών μας. Δεν μπόρεσαν να αντέξουν στην σιωπή μας και στην αποφασιστική μας έφοδο. Το έβαλαν στα πόδια χωρίς να αντισταθούν πολύ», αναφέρει ανώνυμος Σκώτος στρατιώτης.

Η ψυχραιμία του βρετανικού πεζικού που εμφανιζόταν σε κάθε μάχη εντυπωσίαζε εχθρούς και συμμάχους. Η απόλυτη τάξη και ησυχία με την οποία δέχονταν την εχθρική επίθεση και τόσο παραξένευε τους Γάλλους, πέραν της βρετανικής ιδιοσυγκρασίας, ήταν επίσης προϊόν της άριστης εκπαίδευσης και του ελέγχου που ασκούσαν αξιωματικοί και υπαξιωματικοί στους στρατιώτες τους.

Πολλές πηγές αναφέρουν ότι μετά την πρώτη ιαχή το μόνο που ακουγόταν ήταν η ήρεμη φωνή αξιωματικών και υπαξιωματικών να λέει: «Σταθερά παιδιά, σταθερά». «Ακούγαμε τον συνταγματάρχη μας να μας λέει ήρεμα μα και αποφασιστικά, ήρεμα παιδιά, όχι βιασύνη», αναφέρει ένας στρατιώτης.

«Στην πρώτη μου μάχη ένιωθα το μυαλό μου να χάνεται και την αναπνοή μου να κόβεται. Η ησυχία που επικρατούσε στις γραμμές μας ήταν απόλυτη. Τότε κοίταξα την παράταξή μας. Αυτό το θέαμα και μόνο ήταν αρκετό για να με εμψυχώσει. Η ηρεμία και η σταθερότητα των συντρόφων μου γέμισε δύναμη την καρδιά μου και με όπλισε με αποφασιστικότητα. Πόσο διαφορετική και θορυβώδης ήταν η προέλαση των Γάλλων!», αναφέρει ανώνυμος Σκώτος στρατιώτης.

Ίσως η καλύτερη περιγραφή της βρετανικής τακτικής όμως προέρχεται από έναν Γάλλο, τον συνταγματάρχη Μπουζώ, ο οποίος αντιμετώπισε την κόκκινη λεπτή γραμμή.

«Οι άνδρες μας ήταν ενθουσιασμένοι. Ο ένας εμψύχωνε τον άλλο και όλοι μαζί κινήθηκαν με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα. Η φάλαγγά μας περιήλθε σε ελαφρά σύγχυση κατά την προέλαση Οι Άγγλοι παρέμεναν σιωπηλοί, ακίνητοι με τα όπλα στο παρουσιάστε. Από μακριά έμοιαζαν με έναν μακρύ κόκκινο τοίχο. Σύντομα τους πλησιάσαμε φωνάζοντας: Εμπρός! Ζήτω ο αυτοκράτορας! Διά της λόγχης.

“Κάποιοι άνδρες μας ύψωσαν τα πηλήκιά τους πάνω στις ξιφολόγχες τους. Η προέλασή μας εξελίχθηκε σε αγώνα δρόμου, με την αταξία να επικρατεί και κάποιους άνδρες να βάλλουν. Η αγγλική γραμμή παρέμενε ακίνητη και σιωπηλή, με τα μουσκέτα πάντα στο παρουσιάστε, ακόμα και όταν είχαμε πλησιάσει στα 300 περίπου μέτρα και η θυελλώδης επίθεσή μας θα τους έπληττε σε ελάχιστα λεπτά.

“Η αντίθεση ήταν μεγάλη. Σύντομα, βλέποντας τους Άγγλους να μη βάλλουν, να συγκρατούν τα πυρά τους, καταλάβαμε ότι όταν θα τα δεχόμασταν τα η κατάσταση δεν θα ήταν καθόλου ευχάριστη. Η ψυχολογία μας ανατράπηκε. Στο μυαλό μας είχε πλέον ριζώσει η ιδέα πως δεν μπορούσαμε να αντιπαρέλθουμε το ηθικό πλεονέκτημα της απίστευτης αταραξίας τους.

“Την ώρα της επίπονης αυτής αναμονής είδαμε τους Άγγλους να σηκώνουν τα μουσκέτα τους και να σκοπεύουν. Το αίσθημα της επερχόμενης θύελλας της φωτιάς «πάγωσε» πολλούς από τους άνδρες μας. Πολλοί άρχισαν να βάλλουν μεμονωμένα και άσκοπα. Ξαφνικά οι σταθερές, συγκεντρωτικές ομοβροντίες τους αποδεκάτισαν τις γραμμές μας. Οπισθοχωρήσαμε προσπαθώντας να ανακτήσουμε την τάξη και το θάρρος μας. Τότε τρεις συνεχόμενες ιαχές έσπασαν την σιωπή και στη θέα των ξιφολογχών τους τραπήκαμε σε άτακτη φυγή»…