Ο 3/527 “κομμουνιστικός” Λόχος στη μάχη του Κάντσικου, Ήπειρος 1947

Η κατάσταση στις αρχές του 1947 εμφανιζόταν συγκεχυμένη για τον διανύοντα ακόμα την «παιδική» του ηλικία αναγεννημένο Ελληνικό Στρατό. Ο ανταρτοπόλεμος που άρχισε στο Λιτόχωρο το 1946 δεν τον βρήκε σε καμία περίπτωση ετοιμοπόλεμο. Ομάδες ανταρτών του μετέπειτα Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) δρούσαν χωρίς ουσιαστική πίεση από τον αντίπαλο εξαπολύοντας πλήγματα κατά το δοκούν σε τόπο και χρόνο.

Στην περιοχή του Κάντσικου (Δροσοπηγή Κονίτσης) είχαν εντοπισθεί από τον Δεκέμβριο του 1946 οι ομάδες του Πετρίτη και του Νεμέρτσικα, ενώ υπήρχαν πληροφορίες και για άφιξη της ομάδας του Γιαννούλη. Ο 3ος Λόχος του 527 Τάγματος Πεζικού (ΤΠ) της 43ης Ταξιαρχίας (ΤΞ) της VIII Μεραρχίας Πεζικού (ΜΠ) είχε, από τον Φεβρουάριο του 1947, αναπτυχθεί στα υψώματα Ρούπα και Παναγιά κοντά στο χωριό, καθώς υπήρχαν πληροφορίες για επικείμενη ανταρτική επίθεση.

Στις 3 Μαρτίου άνδρες του λόχου εντόπισαν δύο άνδρες που είχαν επιφορτιστεί από τους αντάρτες να μεταφέρουν ένα μήνυμα στον λόχο. Το μήνυμα ήταν προς τους στρατιώτες τους οποίους οι αντάρτες καλούσαν να παραδοθούν ή να ενωθούν με τους «μαχητές του λαού». Από τους δύο αυτούς άνδρες ο λόχος πληροφορήθηκε ότι επίκειται εναντίον του επίθεση στις 4 ή 5 Μαρτίου.

Ο λόχος ενημέρωσε το 527ΤΠ το οποίο και τον ενίσχυσε με μια διμοιρία, ενημερώνοντας παράλληλα και την 43η ΤΞ. Ωστόσο η 4η και η 5η Μαρτίου παρήλθαν χωρίς να συμβεί το παραμικρό. Έτσι το βράδυ της 6ης Μαρτίου ο λόχος εξαπέλυσε περίπολο δυνάμεως διμοιρίας, υπό τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Χατζηγιαννάκη προς την Φούρκα. Η εν λόγω περίπολος δεν συνάντησε αντίπαλο και τα ξημερώματα της 7ης Μαρτίου ξεκίνησε την πορεία επιστροφής. Επίσης για κάθε ενδεχόμενο ο λόχος είχε εγκαταστήσει ενέδρα σε μικρή γέφυρα κοντά στο ύψωμα Παναγιά.

Η επίθεση

Στις 05.15 τα ξημερώματα της 7ης Μαρτίου οι τρεις ομάδες ανταρτών (Πετρίτη, Νεμέρτσικα, Γιαννούλη), δυνάμεως 500-700 ανδρών, εξοπλισμένες με έναν ιταλικό όλμο, 10 πολυβόλα και πολλά οπλοπολυβόλα, επιτέθηκε στις θέσεις των ανδρών του λόχου, ο οποίος διέθετε τρεις διμοιρίες τυφεκιοφόρων – η περίπολος δεν είχε επιστρέψει ακόμα – κανένα πολυβόλο και έναν βρετανικό όλμο των 3in. Οι αντάρτες είχαν δημιουργήσει βάση πυρός και σκόπευαν να επιτεθούν από Βορρά και Νότο κατά των θέσεων του 3ου Λόχου.

Ωστόσο επέπεσαν στην ενέδρα που είχε εγκαταστήσει ο λόχος και η μάχη άρχισε. Έτσι χάθηκε για αυτούς το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Η μάχη τώρα είχε ανάψει για τα καλά. Παρά την πίεση των πολλαπλάσιων ανταρτών ο λόχος άντεχε. Με σήμα του επίσης ενημέρωσε το τάγμα το οποίο αποφάσισε να τον ενισχύσει με μια διμοιρία ενισχυμένη με στοιχείο όλμου και με τον 2ο Λόχο, μείον μιας διμοιρίας. Όμως οι ενισχύσεις δεν κατάφεραν να προωθηθούν, εν τέλει, εγκαίρως. Μόνο η περίπολος Χατζηγιαννάκη κατάφερε να επιστρέψει και να ενισχύσει τον 3ο Λόχο. Επίσης η Αεροπορία δήλωσε αδυναμία να επέμβει.

Έτσι ο λόχος συνέχισε να μάχεται μόνος του κυκλωμένος από τους αντάρτες. Περί τις 09.30 ο Χατζηγιαννάκης και οι άνδρες του κατάφεραν να διασπάσουν τον κλοιό των ανταρτών και να ενωθούν με τον λόχο. Στο μεταξύ οι αντάρτες κατάφεραν, μετά από άγρια πάλη, να καταλάβουν το ύψωμα Παναγιά και προσωρινά το ύψωμα Ρούπα. Από το τελευταίο όμως εκδιώχθηκαν με ηρωική αντεπίθεση των ανδρών της εκεί διμοιρίας. Οι αντάρτες συνέχισαν να πιέζουν τον λόχο καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, βλέποντας πως δεν έρχονταν ενισχύσεις του Στρατού.

Τελικά όμως, αδυνατώντας να θραύσουν την άμυνα του 3ου Λόχου άρχισαν να αποσύρονται από τις 16.00 το απόγευμα. Ο 3ος Λόχος μόνος του είχε νικήσει τουλάχιστον πενταπλάσιους και καλύτερα οπλισμένους αντιπάλους. Οι απώλειές του ήταν σημαντικές – 4 νεκροί, 12 τραυματίες, 7 εξαφανισθέντες. Οι απώλειες των ανταρτών ήταν βαρύτερες. Στο πεδίο βρέθηκαν 13 νεκροί τους και οι τραυματίες τους ήταν πολύ περισσότεροι – υπολογίστηκαν σε 45. Οι αντάρτες, όπως συνήθιζαν, πήραν μαζί τους άλλους νεκρούς τους και τους τραυματίες τους. Επίσης οι νικητές κυρίευσαν ένα εχθρικό πολυβόλο, ένα υποπολυβόλο και έξι τυφέκια και αραβίδες.

Η εν λόγω σύγκρουση ήταν μια από τις εκατοντάδες παρόμοιες που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του ανταρτοπολέμου. Αυτό που την καθιστά ξεχωριστή είναι το γεγονός ότι τόσο ο διοικητής του όσο και 35 στρατιώτες του φέρονταν ως «κομμουνιστές» και «έτοιμοι να ενωθούν με τους ομοϊδεάτες τους σε περίπτωση προσβολής». Το πόσο έξω έπεσε η υπηρεσία επί του προκειμένου φάνηκε στη μάχη.