Ο Χίτλερ, ο χριστιανός στρατηγός Χαϊνρίτσι και η ΕΣΧΑΤΗ ΜΑΧΗ της Γερμανίας

Τον Ιανουάριο του 1945 καθώς οι μάχες στην περιοχή των Αρδεννών και της Αλσατίας και Λωρραίνης δεν είχαν ακόμα κοπάσει, οι Σοβιετικοί εξαπέλυσαν την προτελευταία, όπως αποδείχθηκε, επίθεσή τους κατά των Γερμανών, η οποία τους έφερε σε απόσταση 60χλμ. από το Βερολίνο, την πρωτεύουσα του «χιλιόχρονου Ράιχ».

Οι γερμανικές δυνάμεις, όπως είχε προβλέψει ο επιτελάρχης της Ανωτάτης Διοίκησης Στρατού (ΟΚΗ) στρατηγός Χάιντς Γκουντέριαν, σαρώθηκαν, εξαιτίας των εμμονών του Χίτλερ, ο οποίος δεν πίστευε καν ότι οι Σοβιετικοί θα εξαπέλυαν επίθεση στην Ανατολή και κατασπατάλησε τις τελευταίες γερμανικές αξιόμαχες δυνάμεις στην άσκοπη επίθεση των Αρδεννών και στις ακόμα πιο άσκοπες επιθέσεις στην Αλσατία και τη Λωρραίνη.

Η τήξης των χιονιών και η εξάντληση της σοβιετικής επιθετικής ισχύος επέφεραν σχετική ανάπαυλα στο τεταμένο γερμανικό μέτωπο, η οποία λίγο- πολύ διατηρήθηκε ως τις 16 Απριλίου.

Παράνοια !

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης που είχε προκύψει, ο Χίτλερ είχε συγκροτήσει μια νέα Ομάδα Στρατιών (ΟΣ), αυτή του Βιστούλα, «αν και οι πιθανότητες να ξαναφτάσουν οι Γερμανοί στον Βιστούλα, ήταν τόσες όσες και να ξαναφτάσουν στον Βόλγα», όπως αναφέρει ο Ελβετός ιστορικός του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου Έντι Μπάγιερ.

Η νέα ΟΣ, τέθηκε, με εντολή του Χίτλερ και παρά την άγρια διαμάχη με τον Γκουντέριαν, υπό τις διαταγές του Χάινριχ Χίμλερ, του παντελώς απαίδευτου περί τα πολεμικά, αρχηγού των SS. Η ανικανότητα του Χίμλερ φάνηκε εξ αρχής, όταν έγινε αφορμή να χαθεί μέρος της Πομερανίας και να αποκλειστεί εκεί μια ολόκληρη γερμανική στρατιά (η 2η).

Παρόλα αυτά ο Χίτλερ δεν άλλαξε άποψη. Η νέα ΟΣ, μετά και την περικύκλωση της 2ης Στρατιάς, είχε απομείνει με την 9η Στρατιά, η οποία τηρούσε το μέτωπο έναντι του Βερολίνου και την 3η Στρατιά Πάντσερ, η οποία τηρούσε το μέτωπο από τη βαλτική, μέχρι το σημείο συνδέσμου με την 9η Στρατιά, βόρεια των υψωμάτων του Ζέελοφ, αλλά αντίθετα με τον τίτλο της δεν διέθετε τεθωρακισμένους σχηματισμούς.

Ο νέος διοικητής και οι εκατέρωθεν δυνάμεις

Ο Χίτλερ κατόπιν σκληρού αγώνα του Γκουντέριαν, πείστηκε τελικά να απαλλάξει τον Χίμλερ από τη διοίκηση της ΟΣ του Βιστούλα, τοποθετώντας στη θέση του έναν στρατηγό που, παρά τα επιτεύγματά του στο πεδίο της τιμής, δεν έχαιρε της εκτίμησης του Χίτλερ, κυρίως λόγω του ισχυρού του θρησκευτικού αισθήματος. Ο νέος διοικητής ήταν ο Γκόταρτν Χαϊνρίτσι.

Ο 59 ετών, τότε, Χαϊνρίτσι υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες μορφές της ευρωπαϊκής στρατιωτικής ιστορίας. Καταγόταν από στρατιωτική οικογένεια που πολεμούσε για την Γερμανία από τον 12ο αιώνα. Ήταν ένας μικρόσωμος, διοπτροφόρος άνδρας, αλλά εξαιρετικά γενναίος, βαθιά θρησκευόμενος, έντιμος και φιλάνθρωπος. Όταν ειδικός απεσταλμένος του Χίτλερ του απαγόρευσε να εκκλησιάζεται, την επομένη Κυριακή, ο στρατηγός μετέβη, οικογενειακώς, στην εκκλησία…

Αντί της πολυποίκιλτης στολής του στρατηγού προτιμούσε να φορά ένα πανωφόρι από λευκή προβιά, κληρονομιά από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και αντί για τις καλογυαλισμένες δερμάτινες μπότες, κοντές, στρατιωτικές αρβύλες, με δερμάτινες περικνημίδες.

Σεβόταν το αίμα των ανδρών του περισσότερο από όλα. Είχε πολεμήσει ηρωικά στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τραυματιζόμενος τρεις φορές. Είχε δε τιμηθεί με πλήθος παρασήμων. Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έδρασε, αρχικά, στη Γαλλία, επικεφαλής του XII Σώματος Στρατού. Με την έναρξη της Επιχείρησης «Μπαρμπαρόσα», επικεφαλής του ΧΧΧΧΙΙΙ Σώματος Στρατού, έφτασε μέχρι την Τούλα, έξω από τη Μόσχα.

Όταν οι Σοβιετικοί εξαπέλυσαν την περίφημη «Χειμερινή Αντεπίθεση», στον Χαϊνρίτσι ανατάθηκε η διοίκηση της 4ης Στρατιάς, με την εντολή να μην υποχωρήσει ούτε σπιθαμή. Και πράγματι κατάφερε να συγκρατήσει τους Σοβιετικούς, αναδεικνυόμενος σε μετρ του αμυντικού αγώνα, κερδίζοντας και το προσωνύμιο «δηλητηριώδης νάνος».

Συνέχισε να διοικεί την 4η Στρατιά μέχρι το 1943, όταν κατά τη διάρκεια της γερμανικής υποχώρησης, αρνήθηκε να καταστρέψει την πόλη του Σμολένσκ, όπως είχε διαταχθεί. Αποτέλεσμα της απόφασής του να παραμείνει άνθρωπος και να μη μετατραπεί σε κτήνος, ήταν να απομακρυνθεί από τη διοίκηση, αργότερα, με εισήγηση του Χίμλερ και να τεθεί δε διαθεσιμότητα, γλιτώνοντας, πάντως, το στρατοδικείο και την εκτέλεση.

Τελικά οι ανάγκες του πολέμου υποχρέωσαν τον Χίτλερ να τον ανακαλέσει στην υπηρεσία και να του αναθέσει διοίκηση στην Ουγγαρία. Από εκεί, στις αρχές Μαρτίου, τον κάλεσαν στο Βερολίνο και του ανέθεσαν τη διοίκηση της ΟΣ του Βιστούλα.

Αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά του, ο Χαϊνρίτσι, αμέσως έσπευσε να συναντηθεί με τον Γκουντέριαν, τους διοικητές των στρατιών του, στρατηγούς Μαντόιφελ και Μπούσσε και να επιθεωρήσει τις μονάδες τους. Από την επιθεώρηση που πραγματοποίησε μόνο ενθουσιασμένος δεν έμεινε. Οι δυνάμεις που αποτελούσαν την 3η Στρατιά Πάντσερ και την 9η Στρατιά έπασχαν στον τομέα της εκπαίδευσης και κυρίως του οπλισμού και των πυρομαχικών.

Η 3η Στρατιά Πάντσερ, για παράδειγμα, παρά τον πομπώδη τίτλο της, δεν διέθετε παρά ελάχιστα άρματα, κυνηγούς Πάντσερ και πυροβόλα εφόδου. Όλες της δε οι μονάδες ανήκαν στην 11η Στρατιά των SS, η οποία, αφού διέθεσε κάθε μάχιμο στοιχείο της, έπαψε ουσιαστικά να υφίσταται, με εξαίρεση τον πολεμικό χάρτη του Χίτλερ – ένα σώμα στρατού της δόθηκε στην 9η Στρατιά και άλλο ένα στην 3η Στρατιά Πάντσερ.

Τεράστια ήταν η έλλειψη πυροβόλων, η οποία αντιμετωπίστηκε, εν μέρει, με την ανάπτυξη αντιαεροπορικών πυροβόλων στις ζώνες άμυνας, τα οποία όμως, ως όπλα ευθυτενούς τροχιάς, δεν μπορούσαν να καλύψουν τις νεκρές ζώνες ενώπιον του γερμανικού μετώπου.

Ο Χαϊνρίτσι, όταν κλήθηκε στο περίφημο καταφύγιο του Χίτλερ, για σύσκεψη, εξέθεσε λεπτομερώς όλα τα προβλήματα. Ιδιαίτερα στάθηκε στο ζήτημα της μετακίνησης τριών μεραρχιών πάντσερ, οι οποίες μέχρι τότε αποτελούσαν την εφεδρεία της ΟΣ Βιστούλα και με διαταγή του Χίτλερ στέλνονταν προς ενίσχυση της ΟΣ του ευνοούμενού του στρατηγού (λίγο αργότερα στρατάρχη) Σέρνερ στην Τσεχοσλοβακία, γιατί ο Χίτλερ πίστευε ότι «οι Ρώσοι δεν θα επιτίθεντο καν στο Βερολίνο».

Ο Χαϊνρίτσι προσπάθησε να εξηγήσει ότι χωρίς εφεδρείες, ακόμα κι αν οι δυνάμεις του πολεμούσαν ηρωικά, μοιραία, δεν θα άντεχαν για πάντα στην καταθλιπτική ισχύ των Σοβιετικών για περισσότερες από μερικές ημέρες. Τότε εμφανίστηκε ο Γκαίρινγκ και είπε με στόμφο ότι θα στείλει στον Χαϊνρίτσι 100.000 άνδρες της Luftwaffe του.

Αντίστοιχα ο Νταίνιτς είπε ότι θα έστελνε μερικές χιλιάδες ναύτες, ο Χίμλερ μερικές χιλιάδες SS. Ο Χίτλερ υπολόγισε τις «ενισχύσεις» σε 135.000, δηλαδή σε 12 πλήρεις μεραρχίες! «Ιδού οι εφεδρείες σας Χαϊνρίτσι», αναφώνησε. Ο στρατηγός, μόλις ξεπέρασε το αρχικό σοκ, αντέτεινε ότι μια μάζα ανδρών δεν συνιστά μεραρχία.

Ούτε το προσωπικό της Luftwaffe – χειριστές αεροσκαφών και αντιαεροπορικών πυροβόλων, οι περισσότεροι, μαζί με βοηθητικούς – ούτε οι άνδρες του Ναυτικού, ούτε φυσικά οι άνδρες των Algemeine SS (Γενικά SS, δηλαδή μη μάχιμα, σε αντιδιαστολή με τα Waffen SS, τα πολεμικά SS) είχε την απαιτούμενη εκπαίδευση και εμπειρία να ανταπεξέλθει σε αγώνα πεζικού κατά των συντριπτικά ανώτερων σοβιετικών δυνάμεων.

Ως παράδειγμα μάλιστα παρουσίασε την 9η Μεραρχία Αλεξιπτωτιστών – υπαγόταν στην 9η Στρατιά – την κατάσταση της οποίας, σε επίπεδο εκπαίδευσης, χαρακτήρισε ως τραγική. Τότε επενέβη, λάβρος, ο Γκαίρινγκ, δηλώνοντας ότι οι αλεξιπτωτιστές του είναι ήρωες του Μόντε Κασίνο και δεν μπορεί κανείς να αμαυρώνει την αξία τους! Όταν άρχισε η σοβιετική επίθεση η μεραρχία αυτή διαλύθηκε με την πρώτη κρούση.

Ο Χαϊνρίτσι το μόνο που αποκόμισε από την καταστροφική εκείνη σύσκεψη ήταν η βεβαιότητα ότι μπορούσε να στηριχθεί αποκλειστικά στον εαυτό του. Για αυτό αποφάσισε να λάβει δύο προληπτικά μέτρα. Το πρώτο ήταν να διατάξει την εκκένωση της πρώτης τοποθεσίας της 9ης Στρατιάς, το βράδυ της 15ης Απριλίου, ώστε ο σοβιετικός βομβαρδισμός να πέσει στο κενό και το δεύτερο να αποσπάσει από τις δυνάμεις του στρατηγού των SS Φέλιξ Στάινερ, τις πλέον αξιόμαχες δυνάμεις που αυτός διέθετε, τις μεραρχίες Γρεναδιέρων Πάντσερ (ΜΓΠ) των SS 11η «Nordland» και 23η «Nederland». Άλλες δύο μεραρχίες SS, η 28η «Wallonien» και η 27η «Langemarck», οι οποίες είχαν σχεδόν διαλυθεί στις προηγούμενες μάχες και είχαν δοθεί στον Στάινερ, επίσης του αφαιρέθηκαν και δόθηκαν στην 3η Στρατιά Πάντσερ.

Η διάταξη μάχης των γερμανικών δυνάμεων την παραμονή της μάχης ήταν η εξής :

ΟΣ Βιστούλα (Χαϊνρίτσι)

3η Στρατιά Πάντσερ (φον Μαντόιφελ)

– Σώμα Στρατού Ζβινεμούντε : 2η και 402η Ναυτικές Μεραρχίες (ΝΜ)
– ΧΧΧΙΙ Σώμα Στρατού : Μεραρχία «Φόιγκτ», 281η Μεραρχία Πεζικού (ΜΠ), 549η Μεραρχία Λαϊκών Γρεναδιέρων (ΜΛΓ), Φρουρά Στετίνου.
– Σώμα Στρατού Όντερ : Μεραρχία «Κλόσεκ», 610η ΜΠ.
– ΧΧΧΧVI Σώμα Πάντσερ : 1η ΝΜ, 547η ΜΛΓ.

9η Στρατιά (Μπούσσε)

-CI Σώμα Στρατού: 5η Μεραρχία Κυνηγών, 606η ΜΠ, Μεραρχία Πεζικού «Βερολίνο», 25η ΜΓΠ, Ομάδα Μάχης «Χίλιες και μια νύκτες».
– LVI Σώμα Στρατού : 9η Μεραρχία Αλεξιπτωτιστών (ΜΑ), 20η ΜΓΠ, Μεραρχία Πάντσερ (ΜΠσ) «Μύχενμπεργκ», 1ο Σύνταγμα Γρεναδιέρων Πάντσερ «Μύχενμπεργκ», 2ο Σύνταγμα Γρεναδιέρων Πάντσερ «Μύχενμπεργκ».
– XI Σώμα Στρατού SS: 303η Μεραρχία «Ντέμπεριτς», 169η ΜΠ, 712η ΜΠ, ΜΓΠ «Κούρμαρκ», Φρουρά Φρανκφούρτης επί του Όντερ.
– V Ορεινό Σώμα Στρατού SS : 286η ΜΠ, 32η ΜΛΓ SS «30ης Ιανουαρίου», 391η Μεραρχία Ασφαλείας.

Ως εφεδρεία της ΟΣ του Βιστούλα ο Χαϊνρίτσι είχε στη διάθεσή του μόνο την 18η ΜΓΠ. Συνολικά, η ΟΣ του Βιστούλα, μαζί με τις δυνάμεις που αποσπάστηκαν από τον Στάινερ, παρέτασσε περί τους 350.000 άνδρες, συνολικά – μάχιμους και βοηθητικούς – με περίπου 4.000 πυροβόλα – το 1/3 τουλάχιστον των οποίων ήταν αντιαεροπορικά – και περί τα 1.500 άρματα, πυροβόλα εφόδου, κυνηγούς αρμάτων και ελαφρά θωρακισμένα οχήματα.

Από την άλλη πλευρά του λόφου οι Σοβιετικοί είχαν συγκεντρώσει τεράστιες δυνάμεις, οργανωμένες σε τρία «Μέτωπα» (σοβιετικός όρος, αντίστοιχος της ΟΣ). Από Βορρά προς Νότο η διάταξη των Σοβιετικών είχε ως εξής :
Το 2ο Λευκορωσικό Μέτωπο (στρατάρχης Ροκοσόφσκι), έναντι της 3ης Γερμανικής Στρατιάς Πάντσερ παρέτασσε την 5η Στρατιά Αρμάτων, τη 2η Στρατιά Εφόδου, την 19η, 49η, 65η κα 70η Στρατιές Πεζικού. Υποστηρίζονταν δε από αέρος από την 4η Αεροπορική Στρατιά.

Στο κέντρο είχαν αναπτυχθεί οι δυνάμεις του 2ου Λευκορωσικού Μετώπου, υπό τον στρατάρχη Ζούκωφ, με την 1η και τη 2η Στρατιές Αρμάτων της Φρουράς, την 3η και την 5η Στρατιές Εφόδου, την 8η Στρατιά της Φρουράς, την 1η Πολωνική Στρατιά και τις 611η, 47η, 69η, 33η και 3η Στρατιές. Από αέρος οι δυνάμεις του Ζούκωφ υποστηρίζονταν από τη 16η και τη 18η Αεροπορικές Στρατιές.

Συνολικά οι Σοβιετικοί έριξαν στη μάχη περισσότερους από 2.500.000 άνδρες. Μόνο ο Ζούκωφ, υπερείχε της 9ης Γερμανικής Στρατιάς – βάσει σοβιετικών εκτιμήσεων – 4:1 σε πεζικό, 6:1 σε άρματα και 10:1 σε πυροβολικό. Ο Ζούκωφ υποστηρίζονταν από 3.000 τεθωρακισμένα, και 16.000 πυροβόλα, ρουκετοβόλα και όλμους των 120mm.
Στην πραγματικότητα ο διοικητής της 9ης Γερμανικής Στρατιάς, στρατηγός Μπούσσε, παράτασσε έναντι του Ζούκωφ 112.000 μάχιμους άνδρες, υποστηριζόμενους από 2.700 πυροβόλα, ρουκετοβόλα και βαρείς όλμους και 570 τεθωρακισμένα.

Η σοβιετική επίθεση

Στις 16 Απριλίου 1945 ένας υπόκωφος ήχος έσεισε την γερμανική πρωτεύουσα, καθώς πάνω από 16.000 ρωσικά πυροβόλα, εκτοξευτές ρουκετών και όλμοι των 120 mm άνοιξαν πυρ κατά των θέσεων της 9ης Γερμανικής Στρατιάς, από την Φραγκφούρτη επί του Όντερ – νότιο όριο και σημείο στηρίγματος της 9ης Γερμανικής Στρατιάς, μέχρι τα υψώματα Ζέελοφ, βόρεια, σημείο συνδέσμου της με την 3η Στρατιά Πάντσερ του Μαντόιφελ.

Χάρη στον ελιγμό του Χαϊνρίτσι, η σοβιετική προπαρασκευή δεν ήταν τόσο επιτυχημένη. Μόλις έληξε τα τμήματα της 9ης Στρατιάς έσπευσαν να επανδρώσουν τις αμυντικές τους τοποθεσίες και αμύνθηκαν σθεναρά των σοβιετικών εφόδων, με μόνη εξαίρεση, την 9η Μεραρχία Αλεξιπτωτιστών του Γκαίρινγκ, η οποία έδειξε εξαρχής σημεία κάμψης. Ο Ζούκωφ, θέλοντας να επιτύχει άμεση διάσπαση των γερμανικών θέσεων, έριξε, πριν το πεζικό του επιτύχει ρήγμα, τα τεθωρακισμένα του κατά των Γερμανών.

Καθώς ο Ζούκωφ προσπαθούσε απελπισμένα να θραύσει τη γερμανική άμυνα, νότια, ο Κόνιεφ, επιτέθηκε κατά του V Γερμανικού Σώματος Στρατού, επί του Νάισε και το κατατρόπωσε, ανοίγοντας διάπλατα μια πραγματική λεωφόρο, πίσω από το δεξιό πλευρό των αμυνόμενων ακόμα στην τοποθεσία της Φρανκφούρτης επί του Όντερ, ανδρών της 9ης Γερμανικής Στρατιάς. Η μάχη του Βερολίνου είχε στην πραγματικότητα ήδη λήξει μετά από την εξέλιξη αυτή.

Εξάλλου και στα υψώματα Ζέελοφ η γερμανική αντίσταση, στιγμή τη στιγμή, κατέρρεε καθώς οι απώλειες, σε άνδρες και υλικό ήταν βαριές και δεν μπορούσαν να αναπληρωθούν. Ο Χαϊνρίτσι προσπάθησε να κρατήσει τα υψώματα ρίχνοντας στη μάχη την 18η ΜΓΠ, που τηρούσε σε εφεδρεία, μαζί με τις μόνες αξιόμαχες μεραρχίες του Στάινερ, την 23η SS «Nederland» και την 11η «Nordland». Η πρώτη ήταν κατ’ όνομα μόνο μεραρχία, αφού είχε σχεδόν διαλυθεί στις προηγούμενες μάχες και ουσιαστικά είχε δύναμη μικρότερη του συντάγματος. Η 11η ΜΓΠ SS «Nordland» βρισκόταν σε, ελαφρώς, καλύτερη κατάσταση.

Ακόμα και οι ασήμαντες αυτές ενισχύσεις όμως δεν κατάφεραν να φτάσουν εγκαίρως. Η μεν 18η ΜΓΠ χτυπήθηκε άγρια από την Ερυθρά Αεροπορία πριν καλά-καλά χρησιμοποιηθεί, υφιστάμενη σοβαρές απώλειες, η δε «Nordland» έμεινε από καύσιμα και καθυστέρησε περί τις 24 ώρες για να φτάσει στα υψώματα Ζέελοφ. Μέχρι τότε ήταν αργά. Μια αντεπίθεση της 18ης ΜΓΠ έδωσε ανάσα ζωής μερικών ακόμα ωρών στην γερμανική αντίσταση. Όλα όμως ήταν μάταια.

Ο Χαϊνρίτσι είχε προβλέψει τι θα συνέβαινε και ζητούσε επίμονα την εντολή αναδίπλωσης της 9ης Στρατιάς του, η οποία διαφορετικά κινδύνευε να τριχοτομηθεί, καθώς οι δυνάμεις του Κόνιεφ έπλητταν το ακάλυπτο δεξιό της πλευρό και οι δυνάμεις του Ζούκωφ είχαν ανοίξει ρήγμα μεταξύ του κέντρου της και του αριστερού της.

Στο κέντρο το LVI Σώμα Πάντσερ υπό τον στρατηγό Βάιτλινγκ, προσπαθούσε, ελισσόμενο να κρατήσει μια γραμμή άμυνας. Τελικά υποχρεώθηκε να υποχωρήσει εντός του Βερολίνου, όπως και η «Nordland», μαζί με μερικά υπολείμματα άλλων μεραρχιών των SS και μερικές δεκάδες Γάλλους SS, μαζί με το CI Σώμα Στρατού της 9ης Στρατιάς. Αυτό που ο Χαϊνρίτσι φοβόταν είχε συμβεί. Η 9η Στρατιά του είχε κοπεί στα τρία. Νότια ο Μπούσε, με το ΧΙ Σώμα Πάντσερ SS, το V Ορεινό Σώμα Στρατού SS και μερικά υπολείμματα του V Σώματος Στρατού της 4ης Στρατιάς Πάντσερ, αμύνονταν περικυκλωμένος.

Ακόμα χειρότερα, στις 20 Απριλίου, ο Ροκοσόφσκι εξαπέλυσε και αυτός την επίθεσή του κατά των δυνάμεων της 3ης Γερμανικής Στρατιάς Πάντσερ. Ο Μαντόιφελ αμύνθηκε σθεναρά, αλλά η κατάρρευση της 9ης Στρατιάς εξέθετε το δεξιό του πλευρό. Η δε προέλαση του Ζούκωφ προς τα δυτικά – σκοπός του ήταν η από Βορρά περικύκλωση του Βερολίνου – υποχρέωνε τον Μαντόιφελ να επεκτείνει το δεξιό του, για να μην κυκλωθεί.

Ο Χαϊνρίτσι του διέθεσε για τον σκοπό αυτό τις τελευταίες δυνάμεις του Στάινερ, ο οποίος απέμεινε πλέον με μια κατ’ όνομα μόνο διοίκηση, χωρίς ουσιαστικά να διαθέτει στρατεύματα, ικανά να πολεμήσουν, πέρα από μερικούς ναύτες και αεροπόρους, άπειρους στην επίγεια μάχη και το κυριότερο, σχεδόν άοπλους. Και όμως από αυτόν τον στρατηγό, από αυτή τη δύναμη, ο Χίτλερ ανέμενε την «σωτηρία» του Βερολίνου και τη δική του.

Ο μύθος του Στάινερ

Τέσσερις μόλις μέρες μετά την έναρξη της επίθεσης τους , οι Σοβιετικοί είχαν διασπάσει το γερμανικό μέτωπο βόρεια και νότια της πόλης του Βερολίνου και με ταχύ ρυθμό προχωρούσαν στην περικύκλωση της πόλης. Οι γερμανικές δυνάμεις δεν ήταν, πλέον, σε θέση να αμφισβητήσουν, ούτε για μια στιγμή, την υπεροχή των Σοβιετικών.
Υπήρχε όμως κάποιος που αρνείτο κατηγορηματικά να δει την πραγματικότητα.

Ήταν ο Αδόλφος Χίτλερ. Το πρωινό της 20ης Απριλίου το τηλέφωνο ηχούσε δαιμονισμένα στο τηλεφωνικό κέντρο του υπογείου καταφυγίου. Ο αυλοκόλακας στρατηγός Κρεμπς, αντικαταστάτης του Γκουντέριαν στην ηγεσία της Ανωτάτης Διοίκησης Στρατού (ΟΚΗ), ελάμβανε συνεχώς κακές ειδήσεις. Το αρχηγείο της Ανωτάτης Διοίκησης Ενόπλων Δυνάμεων (ΟΚW) και της Ανωτάτης Διοίκησης Στρατού (ΟΚΗ) στο Τσόζεν, νότια του Βερολίνου, θα καταλαμβάνονταν από λεπτό σε λεπτό από τις σοβιετικές δυνάμεις του Κόνιεφ, σηματοδοτώντας, ουσιαστικά, την περίσχεση της ίδιας της πόλης.

Ο Χαϊνρίτσι, επικοινωνούσε συνεχώς με τον Κρεμπς ζητώντας του να πείσει τον Χίτλερ να εγκρίνει την υποχώρηση της 9ης Στρατιάς σε νέες θέσεις εγγύτερα του Βερολίνου. Το αίτημα του, όμως, απορρίφθηκε και ο Χίτλερ, μέσω του Κρεμπς, ζήτησε από τον διοικητή της στρατιάς, στρατηγό Μπούσε, να κρατήσει τις θέσεις του, καλύπτοντας με «κάποιον τρόπο» και τις δύο εκτεθειμένες πτέρυγες και τα νώτα του. Ήταν πλέον φανερό ότι ο Χίτλερ είχε πλέον χάσει κάθε αίσθηση της πραγματικότητα.

Το πρωινό της 21ης Απριλίου ο Χίτλερ ξύπνησε, στις 09.30, από τον ήχο των σοβιετικών οβίδων. Αδυνατώντας να πιστέψει ότι οι εκρήξεις προέρχονταν από τις οβίδες του σοβιετικού πυροβολικού θεώρησε ότι επρόκειτο για αεροπορική επιδρομή. Μόνο μετά τη διαβεβαίωση του στρατηγού Κρεμπς πείστηκε τελικά για το αυτονόητο.

Προς αντιμετώπιση της απειλής, στον βόρειο τομέα, ο Χίτλερ οργάνωσε μόνος του «μία αντεπίθεση, που θα πετάξει τους Ρώσους πίσω, πέρα από τον Όντερ». Την ευθύνη διεξαγωγής της επίθεσης ανέλαβε ο στρατηγός των SS Φέλιξ Στάινερ, επικεφαλής του «Αποσπάσματος Στρατιάς Στάινερ», όπως, ο Χίτλερ, ονόμασε την ανύπαρκτη, κατά τα άλλα, διοίκηση του άτυχου Στάινερ.

Ο Χίτλερ, αν και ήθελε να ονομάζεται ηγέτης, ποτέ του δεν είχε το θάρρος να παραδεχτεί τα σφάλματα του. Ήταν πολύ πιο εύκολο να χρεώνει τις αποτυχίες των δικών του επιλογών στη «δειλία» των στρατηγών του. Ο Χίτλερ, κοιτώντας τον χάρτη του, έδειξε με το δάχτυλό του και αναφώνησε: «Στάινερ, Στάινερ, Στάινερ». Υπολόγιζε ότι οι δυνάμεις του Στάινερ θα πλαγιοκοπούσαν το πλευρό των προελαυνουσών δυνάμεων του Ζούκωφ και θα τους κατάφερναν τέτοιο πλήγμα, ώστε θα τις εξανάγκαζαν σε άτακτη υποχώρηση.

Παράλληλα στο νοτίως της πόλης μέτωπο, η κυκλωμένη 9η Στρατιά, διατασσόταν να επιτεθεί και «να καταστρέψει τις θωρακισμένες δυνάμεις του Κόνιεφ, που βρισκόταν στα νώτα της». Το αν μπορούσε να γίνει αυτό, φυσικά, δεν τον απασχολούσε. Θα μπορούσε, άλλωστε, με την ίδια ευκολία να διατάξει να καταληφθεί η Σελήνη. Στο μυαλό του Χίτλερ δεν υπήρχαν εμπόδια.

Παρόλα αυτά, η περιβόητη «επίθεση Στάινερ», προσωπική, όπως ειπώθηκε έμπνευση του «Φύρερ», όχι μόνο δεν είχε ελπίδες επιτυχίας, αλλά δεν ήταν καν δυνατό να εκδηλωθεί. Σύμφωνα με τον Χίτλερ ο Στάινερ διέθετε πέντε ΜΓΠ, ενώ την επίθεση του θα υποστήριζε η Luftwaffe και όλο το διαθέσιμο πυροβολικό.

Φυσικά, όπως αναφέρθηκε ο Στάινερ δεν είχε ποτέ πέντε μεραρχίες, είχε μόνο τέσσερις και αυτές ημιδιαλυμένες, τις οποίες υποχρεώθηκε να διαθέσει για την στήριξη της 9ης Στρατιάς και της 3ης Στρατιάς Πάντσερ. Αυτό που του απέμεινε ήταν ένα συνονθύλευμα ανδρών κάθε ηλικίας και καταγωγής, οπλισμένων με κάθε διαθέσιμο όπλο, από αντιαρματικές γροθιές ως ιταλικά υποπολυβόλα, με ελάχιστα πολυβόλα, χωρίς πυροβολικό, άρματα και φυσικά, χωρίς καμία προοπτική υποστήριξης από τη Luftwaffe .

O Χίτλερ, με διαταγή του, που απέστειλε στις 16.50 της 21ης Απριλίου στον ίδιο τον Στάινερ, τον καθιστούσε υπεύθυνο για την εκτέλεση της επίθεσης. Η ποινή για την μη ορθή εκτέλεση ήταν ο θάνατος. «Από την επιτυχία της αποστολής σας εξαρτάτε η τύχη της γερμανικής πρωτεύουσας» , έγραφε.

Αμέσως ο Στάινερ τηλεφώνησε στον Κρεμπς, του εξήγησε την κατάσταση και του είπε ότι απλά δεν είχε καν στρατεύματα για να επιτεθεί με αυτά. Τότε άρπαξε το ακουστικό ο Χίτλερ και είπε στον εμβρόντητο στρατηγό : «Θα δεις Στάινερ, θα δεις. Οι Ρώσοι θα υποστούν τη μεγαλύτερη ήττα τους μπροστά από τις πύλες του Βερολίνου». «Του είπα», αναφέρει ο Στάινερ, «ότι θεωρώ την κατάσταση απελπιστική. Με αγνόησε». Λίγο αργότερα ήρθε και η γραπτή διαταγή.

Συνεχίζοντας τον παραλογισμό του ο Χίτλερ κάλεσε τον πτέραρχο Κόλερ, αντικαταστάτη του Γκαίρινγκ και ουρλιάζοντας απαίτησε από αυτόν να διαθέσει κάθε διαθέσιμο άνδρα του στο «Απόσπασμα Στρατιάς Στάινερ». «Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα ότι υπάρχει τέτοιος σχηματισμός», εκμυστηρεύθηκε αργότερα ο Κόλερ.

Ο Χίτλερ επίσης απέφυγε να ενημερώσει τον Χαϊνρίτσι για την απόφασή του, γνωρίζοντας, προφανώς ότι ο στρατηγός θα επιχειρούσε να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Όταν τελικά ο Χαϊνρίτσι πληροφορήθηκε την απόφαση του Χίτλερ, τηλεφώνησε αμέσως στον Κρεμπς και του είπε δεν αποδεχόταν τη διαταγή και ζητούσε να εκδοθεί νέα διαταγή που θα επέτρεπε στην κυκλωμένη 9η Στρατιά να επιχειρήσει να διαφύγει και να εισέλθει στην πόλη του Βερολίνου, συνεισφέροντας στην άμυνά της. Ο Χαϊνρίτσι, αρχόμενος στο ύψος των περιστάσεων, ζήτησε από τον Κρεμπς να κανονίσει μια συνάντησή του με τον Χίτλερ. «Ο Φύρερ είναι πολύ απασχολημένος», ήταν η απάντηση.

Στις 22 Απριλίου οι δυνάμεις του Κόνιεφ το Τζόζεν και βάδιζαν, ακάθεκτές, προς το Πότσνταμ, περικυκλώνοντας το Βερολίνο κατά τα ¾ της περιμέτρου του. Την ίδια ώρα στο καταφύγιο του Χίτλερ επικρατούσε αναβρασμός. Σε λίγο άρχισε η πρώτη στρατιωτική σύσκεψη της ημέρας

22α Απριλίου, η ημέρα της μοίρας

Ο Χίτλερ σηκώθηκε στις 09.00. Αμέσως μετά ζήτησε να του αναφέρουν τα σχετικά με την εξέλιξη της επίθεσης του Στάινερ. Οι πληροφορίες όμως ήταν συγκεχυμένες. Από το αρχηγείο των SS εστάλη η πληροφορία ότι η επίθεση εκτοξεύθηκε. Αντίθετα το αρχηγείο της Luftwaffe ανέφερε ότι η επίθεση δεν είχε καν εκδηλωθεί. Σε αυτό το κλίμα άρχισε στις 15.00 η σύσκεψη επί της στρατιωτικής κατάστασης της 22ας Απριλίου. Παρόντες ήταν ο Κρεμπς, ο Κάιτελ, ο Γιόντλ, ο Κόλλερ, άλλοι αξιωματούχοι και δύο γραμματείς.

Η σύσκεψη άρχισε με την ανάλυση της στρατιωτικής κατάστασης από τον Γιόντλ και τον Κρεμπς. Η ατμόσφαιρα όμως κατέστη ζοφερή όταν οι στρατηγοί έθιξαν το επίμαχο θέμα, την «επίθεση Στάινερ». Η επίθεση δεν είχε καν εκδηλωθεί. Παρά τον «σοφό» σχεδιασμό από μέρους του, παρά τις απειλές που εκτόξευσε κατά του Στάινερ, η επίθεση δεν εκδηλώθηκε ποτέ. Αυτό ήταν βαρύ πλήγμα για τον Χίτλερ, ο οποίος έξαλλος κυριολεκτικά άρχισε να κραυγάζει.

Επί τρεις ώρες οι ακροατές του έτρεμαν μπροστά στην οργή του. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των παρευρισκομένων και κυρίως των υπηρετών, ο Χίτλερ κατηγορούσε, με ιδιαίτερα οργισμένο ύφος, τους στρατηγούς του που τον πρόδωσαν. «Ο πόλεμος χάθηκε. Αρνούμαι να συνεχίσω. Οι στρατηγοί μου αποφάσισαν να με προδώσουν. Τίποτα πια δεν έχει νόημα», έλεγε. «Βλέπω ότι η μάχη έχει χαθεί και αισθάνομαι προδομένος από αυτούς που εμπιστεύθηκα. Έχω αποφασίσει να μείνω στην πρωτεύουσα και να πολεμήσω τον Μπολσεβικισμό. Θα αναλάβω προσωπικά τη διεύθυνση της μάχης», κατέληξε.

Τότε επενέβη ο Γιόντλ και πρότεινε στον Χίτλερ ένα παράτολμο σχέδιο, το τελευταίο όμως που είχε πιθανότητες επιτυχίας. Η 12η Στρατιά , η οποία φρουρούσε την ανατολική όχθη του ποταμού Έλβα, απέναντι στους Αμερικανούς, θα διατασσόταν να εγκαταλείψει τις εκεί θέσεις της και να σπεύσει προς το Βερολίνο, για να άρει την πολιορκία της πόλης. Απότομα μια νέα ελπίδα γεννήθηκε. Ο Κάιτελ δήλωσε πως θα έφευγε άμεσα για το στρατηγείο της 12ης Στρατιάς για να μεταφέρει και προσωπικά τις διαταγές του «Φύρερ» στον διοικητή της στρατηγό Βενκ.

Η 12η Στρατιά θα έπρεπε να στρέψει τα νώτα της στους Αμερικανούς και κινούμενη ανατολικά, να ενωθεί με την κυκλωμένη 9η Στρατιά του Μπούσε. Κατόπιν και οι δύο στρατιές θα επιχειρούσαν να διασπάσουν το ρωσικό μέτωπο και να επιτύχουν σύνδεσμο με τους πολιορκημένους του Βερολίνου. Η 12η Στρατιά αποτελούσε μια ακόμα ουτοπία. Θεωρητικά είχε 10-12 μεραρχίες. Στην πραγματικότητα μόνο τέσσερις είχαν συγκεντρωθεί. Από αυτές τις τέσσερις μεραρχίες περίμενε ο Χίτλερ το θαύμα.

Το παράδοξο της όλης υπόθεσης, πάντως, είναι και παραμένει, το γιατί ο Χίτλερ δεν απάλλαξε τον Στάινερ από τα καθήκοντά του, γιατί δεν τον εκτέλεσε, όπως τον είχε απειλήσει, όταν του έδωσε τη διαταγή της επίθεσης.

Ο Στάινερ ξανά

Στις 23 Απριλίου ο Βενκ έλαβε τη διαταγή επίθεσης και πράγματι κινήθηκε με τις τέσσερις αξιόμαχες μεραρχίες του προς τα δυτικά, με σκοπό όμως, όχι φυσικά να άρει την πολιορκία του Βερολίνου, από τις εικοσαπλάσιές του σοβιετικές δυνάμεις, αλλά να ανοίξει έναν διάδρομο, μέσω του οποίοι Γερμανοί στρατιώτες και πολίτες θα μπορούσαν να διασωθούν από την σοβιετική αιχμαλωσία.

Ο Χαϊνρίτσι, από την πλευρά του, εξακολουθούσε να πιέζει τον Χίτλερ και τον Κρεμπς, αιτούμενος ελευθερία δράσης για την κυκλωμένη 9η Στρατιά, η οποία αργοπέθαινε, έχοντας απομείνει με 40.000 περίπου άνδρες. Η τρίτη ψηφίδα στο πάζλ της μάχης του Βερολίνου εξακολουθούσε να είναι ο Στάινερ.

Στις 25 Απριλίου ο Χαϊνρίτσι επισκέφθηκε τον Μαντόιφελ. Ο τελευταίος του δήλωσε απερίφραστα ότι δεν μπορούσε να κρατήσει περισσότερες από 24 ώρες ακόμα. Αμέσως μετά πήγε στον Στάινερ, τον οποίο συνάντησε στον σταθμό διοίκησης της 25ης ΜΓΠ, η οποία μόλις είχε τεθεί υπό τη διοίκησή του.

Εκεί συνάντησε και τον στρατηγό Γιόντλ. Ο Γιόντλ είχε πάει εκεί για να διατάξει τον Στάινερ να επιτεθεί. Ο Στάινερ του έλεγε πως τα στρατεύματά του ήταν σε άθλια κατάσταση. Ήταν εμφανές ότι ο Στάινερ δεν επρόκειτο να επιτεθεί. Και πάλι όμως, ούτε ο Γιόντλ, ούτε ο Χαϊνρίτσι τον απάλλαξαν από τα καθήκοντά του, ο τελευταίος μάλλον διότι αναγνώριζε την αλήθεια των λεγομένων του.

Μερικές ώρες μετά την συνάντηση αυτή το τηλέφωνο κουδούνιζε μανιασμένα στον σταθμό διοίκησης του Χαϊνρίτσι. Ήταν ο Μαντόιφελ. «Χρειάζομαι την άδειά σας για να υποχωρήσω από το Στετίνο και το Σβεντ», είπε. Η πόλη του Στετίνου, πρωτεύουσα της Πομερανίας, είχε χαρακτηριστεί από τον Χίτλερ «φρούριο» και η εγκατάλειψή του απαγορευόταν εξ’ ορισμού.

Η μικρή πόλη του Σβεντ, μετά την κατάρρευση της άμυνας στα υψώματα Ζέελοφ, αποτελούσε το νότιο σημείο στηρίγματος της άμυνας της 3ης Στρατιάς Πάντσερ, στην περιοχή του οποίου ο Στάινερ είχε διαθέσει κάθε αξιόμαχη μονάδα του, ακριβώς για να στηρίξει το δεξιό πλευρό του Μαντόιφελ. Τώρα όμως η άμυνα της 3ης Στρατιάς Πάντσερ κατέρρεε σε Βορρά και Νότο.

Ο Χαϊνρίτσι γνώριζε ότι ο Χίτλερ είχα απαγορεύσει και την εκφώνηση ακόμα της λέξης «υποχώρηση». Γνώριζε ότι είχε έρθει η μεγάλη ώρα να αποδείξει αν ήταν ηγέτης ή όχι, υπεύθυνος δηλαδή για τις ζωές των ανδρών του. Ο Χαϊνρίτσι δεν δίστασε.

«Υποχώρησε. Με ακούς; Υποχώρησε είπα. Και άκου, Μαντόιφελ, εγκατέλειψε και το Στετίνο», είπε. Κατόπιν φώναξε τον υπασπιστή του. «Ενημέρωσε την Ανωτάτη Διοίκηση Ενόπλων Δυνάμεων (OKW) ότι διέταξε την 3η Στρατιά Πάντσερ να υποχωρήσει», του είπε. «Την ώρα που θα λάβουν το μήνυμα θα είναι αργά για να ακυρώσουν τη διαταγή», σκέφτηκε φωναχτά.

Κατόπιν στράφηκε προς τον υπασπιστή και φίλο του συνταγματάρχη Αίσμαν και τον υποστράτηγο φον Τρότα, έναν φανατικό οπαδό του Χίτλερ, που ο Κάιτελ είχε προσκολλήσει στο αρχηγείο του Χαϊνρίτσι για να τον ελέγχει. «Ποια είναι η γνώμη σας;», ρώτησε. Ο Αίσμαν συμφώνησε με τη διαταγή, λέγοντας πως έπρεπε να υποχωρήσουν όσο γίνεται, περιμένοντας την συνθηκολόγηση. Ο φον Τρότα, στο άκουσμα της λέξης συνθηκολόγηση, πετάχτηκε όρθιος από το κάθισμά του.

«Είναι ατιμία για έναν στρατιώτη να σκεφτεί, έστω, την συνθηκολόγηση. Η ΟΚW αποφασίζει, όχι εμείς». Ο Χαϊνρίτσι, χωρίς καν να τον κοιτάξει, του είπε: «Αρνούμαι να εκτελώ έτι περαιτέρω τις διαταγές αυτοκτονίας. Είναι δική η ευθύνη, εκπροσωπώντας τους άνδρες μου, να αρνηθώ να τις εκτελέσω και αυτό προτίθεμαι να πράξω. Είμαι υπεύθυνος για αυτό έναντι του γερμανικού λαού και πάνω από όλα, φον Τρότα, απέναντι στον Θεό», είπε.

Ο Κάιτελ ενημερώθηκε για την απόφαση του Χαϊνρίτσι και στις 27 Απριλίου μετέβη στην περιοχή. Συνάντησε τον Χαϊνρίτσι και τον Μαντόιφελ, σε ένα σταυροδρόμι, κοντά στην πόλη του Φύρστενμπεργκ. Πριν καν οι Χαϊνρίτσι και Μαντόιφελ προλάβουν να τον χαιρετήσουν ο Κάιτελ άρχισε να ουρλιάζει. «Γιατί έδωσες διαταγή υποχώρησης; Διατάχθηκες να παραμείνεις στον Όντερ. Ο Χίτλερ σε διέταξε να κρατήσεις. Σε διέταξε να μην κινηθείς από εκεί», κραύγασε. «Εσύ, εσύ, διέταξες υποχώρησε», κραύγασε με μίσος, δείχνοντας με το δάχτυλο τον Χαϊνρίτσι.

Ο μικρόσωμος στρατηγός, φορώντας πάντα την προβιά του, του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, τις στρατιωτικές του αρβύλες και τις περικνημίδες του, αποτελούσε, επί τη εμφανίσει, τεράστια αντίθεση με τον αγέρωχο στρατάρχη, με την αψεγάδιαστη στολή του και τη στραταρχική ράβδο στο χέρι, ο οποίος, όμως, καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, δεν είχε ασκήσει ενεργή διοίκηση στο πεδίο της μάχης, δεν είχε δει ποτέ άνδρες να πεθαίνουν, κομματιασμένους τραυματίες να ικετεύουν.

Ο Χαϊνρίτσι, ατάραχος, τον κοίταξε και με ήρεμη φωνή του είπε: «Σας αναφέρω στρατάρχη Κάιτελ ότι αδυνατώ να κρατήσω τη γραμμή του Όντερ με τα στρατεύματα που διαθέτω. Δεν προτίθεμαι να θυσιάσω τις ζωές των ανδρών μου. Θα πρέπει μάλιστα να υποχωρήσω ακόμα περισσότερο».

Τότε επενέβη ο Μαντόιφελ και είπε: «Λυπάμαι που σας το λέω, αλλά ο στρατηγός Χαϊνρίτσι έχει δίκιο. Οφείλω να υποχωρήσω και άλλο, εκτός και αν λάβω ενισχύσεις. Βρίσκομαι εδώ για να μάθω αν θα τις λάβω ή όχι», είπε ξερά.
Τότε ο Κάιτελ, κυριολεκτικά, “κοκκίνισε”.

«Εφεδρείες δεν υπάρχουν. Είναι διαταγή του Φύρερ. Θα στρέψεις τη στρατιά σου εδώ και τώρα». «Στρατάρχη Κάιτελ, όσο εγώ είμαι διοικητής της ΟΣ τέτοια διαταγή δεν θα δώσω στον Μαντόιφελ», είπε ο Χαϊνρίτσι. Και ο Μαντόιφελ συμπλήρωσε: «Η 3η Στρατιά Πάντσερ υπακούει μόνο στον στρατηγό Χάσο φον Μαντόιφελ». Ο Κάιτελ τότε έχασε εντελώς την ψυχραιμία του. φώναζε και χειρονομούσε σαν τρελός.

Στο τέλος κραύγασε στον Μαντόιφελ: «Αναλαμβάνεις την ευθύνη για αυτό έναντι της ιστορίας». «Οι Μαντόιφελ πολεμούν για την Πρωσία εδώ και 200 χρόνια και πάντα αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους», φώναξε τώρα, φανερά εκνευρισμένος, ο Μαντόιφελ.

Ο Κάιτελ αμέσως στράφηκε και πάλι κατά του Χαϊνρίτσι. «Εσύ, εσύ φταις!», του είπε. Ο Χαϊνρίτσι, ατάραχος πάντα του είπε ήσυχα: «Στρατάρχη Κάιτελ, αν θέλετε αυτοί οι άνδρες να γυρίσουν πίσω και να σκοτωθούν, γιατί δεν τους διατάζετε ο ίδιος;».

Ο Κάιτελ δεν απάντησε αμέσως. Λίγες στιγμές αργότερα όμως, παίρνοντας πάλι το πομπώδες του ύφος είπε: «Στρατηγέ Χαϊνρίτσι, από αυτή τη στιγμή απαλλάσσεστε από τα καθήκοντά σας. Επιστρέψτε στο αρχηγείο σας και περιμένετε τον αντικαταστάτη σας». Ήταν το επίσημο τέλος της ΟΣ Βιστούλα. Η τελευταία μάχη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στο ευρωπαϊκό θέατρο επιχειρήσεων έβαινε προς τη λήξη της, παρασύροντας το «χιλιόχρονο» Ράιχ στον κρημνό.

Ο Χαϊνρίτσι φορώντας τα γυαλιά του.

Ο στρατηγός Χάϊνρίτσι (αριστερά).

Ο Χίτλερ και οι επιτελείς του.