Ο Μακρυγιάννης στις εμφύλιες συγκρούσεις της Επανάστασης… βία και χάος

Κατά την έναρξη των εμφυλίων συγκρούσεων, το 1823, ο Ιωάννης Μακρυγιάννης βρέθηκε αρχικά στο πλευρό της μερίδας του Κολοκοτρώνη. Ερχόμενος όμως σε σύγκρουση με τον Γενναίο Κολοκοτρώνη τάχθηκε υπό τις διαταγές των αντιπάλων του και πολέμησε κατά της μερίδας του Κολοκοτρώνη στην Τριπολιτσά, την οποία οι κυβερνητικοί κατέλαβαν τον Μάρτιο του 1824.

Ο Μακρυγιάννης ονομάστηκε αντιστράτηγος από τους κυβερνητικούς. Στο μεταξύ όμως η πολεμική κατάσταση άρχισε να πιέζει. Την ώρα που οι νικητές κυβερνητικοί του Κουντουριώτη εόρταζαν τα επινίκια, έφτασαν τα άσχημα νέα. Οι Τούρκοι είχαν καταστρέψει τα Ψαρά. Σύντομα θα ακολουθούν ακόμα χειρότερα γεγονότα. Ο Μακρυγιάννης, πάντως, στάλθηκε από την κυβέρνηση στην Ύδρα, για να προστατεύσει το νησί από ενδεχόμενη τουρκική απόβαση. Σύντομα όμως ανακλήθηκε στο Άργος και μαζί με τον Παπαφλέσσα, ανέλαβε νέα εκστρατεία κατά των Κολοκοτρωναίων.

Οι κυβερνητικοί νίκησαν και λεηλάτησαν περιοχές της Αρκαδίας και της Μεσσηνίας. Ο Μακρυγιάννης υποστηρίζει, στα απομνημονεύματά του, πως δεν μπόρεσε να επιβάλει το κύρος του στους άτακτους άνδρες του, οι οποίοι προέβησαν στις λεηλασίες. Στα δε Καλύβια της Τριπολιτσάς άνδρες του Μακρυγιάννη σκότωσαν τον Πάνο Κολοκοτρώνη, τον γιο του Γέρου του Μοριά.

Σε όλο το διάστημα της εμφύλιας σύγκρουσης, ο Μακρυγιάννης, αναφέρει, πως η κυβέρνηση Κουντουριώτη πλήρωνε αφειδώς τα ρουμελιώτικα σώματα, για να πολεμούν τους Πελοποννήσιους. Τα χρήματα αυτά προέρχονταν από το διαβόητο αγγλικό δάνειο και αντί να χρησιμοποιηθούν για την ελευθερία της πατρίδας, ξοδεύτηκαν για την αντιμετώπιση των πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος.

Τον Νοέμβριο του 1824 ο Μακρυγιάννης στάλθηκε στην Αθήνα, ως απεσταλμένος της κυβέρνησης, για να πείσει τον Γκούρα και άλλους οπλαρχηγούς να έρθουν στην Πελοπόννησο να πολεμήσουν. Ο Μακρυγιάννης διορίστηκε φρούραρχος του Ναυπλίου και υπό την ιδιότητα αυτή έλαβε μέρος στις μάχες κατά των στρατιωτικών, στην περιοχή της Κορίνθου. Οι κυβερνητικοί επικράτησαν και ο Γκούρας προχώρησε σε απίστευτες λεηλασίες. Την ίδια ώρα άλλες κυβερνητικές δυνάμεις, υπό τον Καραϊσκάκη, λεηλάτησαν την περιοχή του Αιγίου. Ο Μακρυγιάννης άρχισε τότε να καταλαβαίνει τη ζημιά που προκαλούσε η εμφύλια σύγκρουση και αναφώνησε: «Θε, δώσε μας γνώση κι᾿ αρετή να σωθούμε, να μην χαθούμε παράωρα!».

Ο ίδιος, όπως γράφει, απαγόρευε στους άνδρες τους – περί τους 350 – να λεηλατούν. Όταν όμως εκείνοι είδαν τι έκανε ο Γκούρας με τους δικούς του, έπαψαν πια να υπακούουν στον Μακρυγιάννη και ακολούθησαν την ίδια τακτική. Από κάθε χωριό που έβγαιναν έμεναν μόνο οι τοίχοι των σπιτιών! Ο Μακρυγιάννης υποχρεώθηκε να τιμωρήσει σκληρά τέσσερις στρατιώτες του που έκλεβαν και λεηλατούσαν. Ωστόσο η τιμωρία αυτή αποτελούσε σταγόνα στον ωκεανό.

Οι καταστροφές και το μίσος που άναψαν οι εμφύλιες συγκρούσεις παραλίγο να είχαν ολέθριο αποτέλεσμα για την έκβαση της επανάστασης. Δυστυχώς οι Έλληνες δεν διδασκόμαστε από τα λάθη μας. Εντελώς αηδιασμένος από την κατάσταση, ο Μακρυγιάννης επέστρεψε στο Ναύπλιο. Εκεί ο Μακρυγιάννης παρουσιάστηκε στη διοίκηση και αρνήθηκε κάθε νέα εμπλοκή στις εμφύλιες συγκρούσεις.

«Είπα της Κυβέρνησης ότι εγώ σε εφύλιον πόλεμον, και νόμους φκειάνοντας, δεν ματαμπαίνω μπεζέρισα να μου δώσουνε μίαν διαταγή να πάγω εις Ρούμελη ν᾿ αγωνιστώ δια τους Τούρκους, ειδέ να διαλύσω το σώμα μου ή βάλτε άλλον κ᾿ εγώ κάθομαι ως απλός πολίτης όμως δια εφύλιον πόλεμον διαταγή δεν μάτα ακούγω», αναφέρει.

Παρόλα αυτά διατάχθηκε να μεταβεί στην Αρκαδία. Στο μεταξύ αποβιβάστηκε στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ. Οι ελληνικές δυνάμεις, υπό τον ίδιο τον Κουντουριώτη, ηττήθηκαν κατά κράτος από τον Ιμπραήμ, στη μάχη στο Κρεμμύδι. Κατόπιν ο Αιγύπτιος πολέμαρχος πολιόρκησε τα φρούρια του Ναυαρίνου. Ο Μακρυγιάννης βρισκόταν, την περίοδο αυτή, στην Αρκαδία. Όταν έμαθε τα συμβαίνοντα προσπάθησε να πάει και αυτός, με τους άνδρες του, να πολεμήσει. Δεν τον άφησαν όμως οι επικεφαλής των κυβερνητικών στην περιοχή γιατί φοβόταν για την ασφάλειά τους. Αλλά και οι άνδρες του δεν έδειξαν ιδιαίτερη προθυμία. «Οι μισοί ήταν υπέρ εμού, να πάμε, οι μισοί γύρευαν μιστούς, και η Κυβέρνηση, μου ᾿λεγαν, δεν μας διόρισε δια τους Αράπηδες, μας διόρισε δια την Αρκαδιά».

Τελικά ο Μακρυγιάννης, με μερικούς άνδρες του, πήγε στο Ναυαρίνο και πολέμησε τον Ιμπραήμ, κρατώντας το κάστρο του Νεόκαστρου, για αρκετές ημέρες, μέχρι που το παρέδωσε με συνθήκη και με βρετανικό πλοίο πήγε στην Καλαμάτα, με όσους άνδρες του είχαν επιζήσει. Κοντά στην Καλαμάτα συνάντησε και για τελευταία φορά τον Παπαφλέσσα που πήγαινε να συναντήσει τη μοίρα του στο Μανιάκι. Αυτός είπε στον Μακρυγιάννη να τον ακολουθήσει. Ο τελευταίος όμως αρνήθηκε, καθώς οι άνδρες του ήταν άοπλοι και πολλοί από αυτούς και τραυματίες.

Ο Μακρυγιάννης με τους άνδρες του έφτασε στην Τριπολιτσά. Εκεί όμως είχε να αντιμετωπίσει εξέγερση των ανδρών του, οι οποίοι ζητούσαν μισθούς και αποζημίωση για τα πολύτιμα όπλα που είχαν υποχρεωθεί να αφήσουν στο Νεόκαστρο. Ο Μακρυγιάννης τους πλήρωσε με δικά του έξοδα. Κατόπιν αυτού πήγε στο Ναύπλιο, αλλά η κυβέρνηση τον διέταξε να επιστρέψει στην Τριπολιτσά, με σκοπό να κρατηθεί η πόλη έναντι των φαλαγγών του Ιμπραήμ που πλησίαζαν. Καθοδόν όμως προς την Τριπολιτσά έμαθε ότι η πόλη είχε ήδη κυριευθεί.