Ο πόλεμος του 1897 και ο πολιτικάντης συνταγματάρχης της υποχώρησης

Ελλάδα και Τουρκία (Οθωμανική αυτοκρατορία) συγκρούστηκαν, ανεπίσημα, πολλές φορές μετά την επανάσταση του 1821. Η μεγάλη κρίση τελικά ξέσπασε με την έκρηξη της νέας κρητικής επανάστασης, το 1896. Τον Φεβρουάριο του 1897 η ελληνική κυβέρνηση έστειλε στην Κρήτη ένα μικτό απόσπασμα υπό τις διαταγές του συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσου. Οι μικρές τακτικές ελληνικές δυνάμεις, σε συνεργασία με τους Κρήτες επαναστάτες κατάφεραν σοβαρά πλήγματα στον εχθρό.

Παρά την ουσιαστική εμπλοκή της Ελλάδας η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν της κήρυξε, αμέσως, τον πόλεμο. Στα τέλη Μαρτίου 1897 όμως, η εισβολή στη Μακεδονία ενός σώματος 2.500 εθελοντών της Εθνικής Εταιρείας, έδωσε στους Τούρκους την αφορμή να προχωρήσουν.

Ο Ελληνικός Στρατός είχε κινητοποιηθεί από τις 15 Φεβρουαρίου. Συγκροτήθηκαν τρεις μεραρχίες, δύο στη Θεσσαλία και μία στην Ήπειρο. Οι μεραρχίες στη Θεσσαλία (Ι και ΙΙ) συγκρότησαν τον Στρατό Θεσσαλίας, δυνάμεως 40.000 ανδρών και 96 πυροβόλων, υπό τη διοίκηση του διαδόχου του θρόνου Κωνσταντίνου. Όμως ΔΕΝ υπήρχε σχέδιο δράσης και η ανώτατη διοίκηση φάνηκε ανίκανη να επιβάλει το κύρος της και να παύσει ακόμα και επικεφαλής σχηματισμών, οι οποίοι αρνούνταν να συμμορφωθούν με τις οδηγίες-διαταγές της.

Η Ι Μεραρχία τελούσε υπό τη διοίκηση του υποστρατήγου Νικολάου Μακρή. Επικεφαλής της 2ης Ταξιαρχίας της ήταν ο συνταγματάρχης Χρήστος Μαστραπάς. Ο Μαστραπάς αποτελούσε τυπικό δείγμα ανώτερου αξιωματικού της εποχής που είχε κερδίσει βαθμούς όχι στα στρατόπεδα αλλά στη βουλή και τα πολιτικά γραφεία.

Γεννημένος στη Δωρίδα το 1836, εισήλθε στη Σχολή των Ευελπίδων το 1858 και αποφοίτησε το 1861 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού. Τρία χρόνια αργότερα εξελέγη βουλευτής παρότι ήταν εν ενεργεία αξιωματικός, έχοντας φτάσει… περιέργως, ήδη στον βαθμό του λοχαγού. Από την στιγμή αυτή και μετά ο Μαστραπάς κινούντο μεταξύ βουλευτικού θώκου και στρατεύματος κατά το δοκούν, αναλαμβάνοντας και υπουργός Στρατιωτικών, για μερικούς μήνες, το 1892, σε υπηρεσιακή κυβέρνηση.

Το 1897 ήταν 61 ετών. Αν και βουλευτής από το 1895, επανήλθε στην υπηρεσία για να διοικήσει τη 2η Ταξιαρχία της Ι Μεραρχίας. Υπήρξε εκ των πρωταγωνιστών της ήττας στη λεγόμενη «Μάχη των Συνόρων» (6-11 Απριλίου 1897), διοικώντας με τραγικό τρόπο την ταξιαρχία του, μεταδίδοντας ηττοπάθεια και προκαλώντας σύγχυση με τις διαταγές και τις αντιδιαταγές του στους άνδρες του και τους προϊσταμένους του.

Διέταξε υποχωρήσεις χωρίς κανένα λόγο, προφανώς λόγω του δικού του πανικού και της απειρίας του. Χάρη στο Μαστραπά εγκαταλείφθηκε κρίσιμο έδαφος χωρίς καν να υπάρχει τουρκική πίεση. Μαζί με τον 70χρονο Μακρή αποφάσισαν αυθαίρετα ότι το στράτευμα δεν βρισκόταν υπό διάλυση, χωρίς όμως να επιχειρήσουν να το ανασυγκροτήσουν.

Αργότερα υποχώρησε αυθαίρετα προς τη Λάρισα. Ο διάδοχος τον διέταξε να αντεπιτεθεί και να ανακαταλάβει τις χαμένες θέσεις, αλλά αυτός απλώς αναπτύχθηκε αμυντικά παρακάτω… Όταν, αργότερα, του ζητήθηκε να βοηθήσει το Μηχανικό στην πρόκληση τεχνητής πλημμύρας σε ρέμα της περιοχής ώστε να ανακοπεί τη τουρκική προέλαση, αρνήθηκε κάθε συνδρομή.

Μαζί με τον Μακρή αποτέλεσαν ένα καταστροφικό δίδυμο για την εξέλιξη των επιχειρήσεων κατά τη μάχη των συνόρων. Οι Μακρής και Μαστραπάς έστελναν απελπισμένα μηνύματα καταστροφής στο αρχηγείο, την στιγμή που οι Τούρκοι δεν είχαν καν παραβιάσει τις ελληνικές αμυντικές θέσεις. Το κακό ήταν ότι ο διάδοχος δεν έκανε τον κόπο να ενημερωθεί προσωπικά.

 Ο μετέπειτα στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος χαρακτήριζε τον Μαστραπά “αμαθή, άψυχο, στερούμενο της στοιχειωδεστάτης τακτικής μόρφωσης”.