Ο Βελισάριος, οι 250 επίλεκτοι και οι Γερμανοί στον Δούναβη

Εμπνεόμενος από την πολεμική τέχνη των δύο κύριων αντιπάλων της Αυτοκρατορίας εκείνη την εποχή, των Γερμανών και των νομάδων της Ανατολής, ο εξέχων στρατηγός Βελισάριος συνέλαβε την ιδέα ευρέσεως του αντιδότου, το οποίο δεν ήταν άλλο από το ιππικό διπλού ρόλου.

Το νέο ιππικό το οποίο σκόπευε να συγκροτήσει έπρεπε να διαθέτει επαρκή ευελιξία, αλλά και ισχύ πυρός ώστε να ανταπεξέρχεται της επέλασης του επίφοβου γερμανικού βαρέως ιππικού και αρκετή συνοχή ώστε αντιμετωπίζει ευχερώς τις άτακτες, αλλά ορμητικές επιθέσεις των Ανατολιτών ιπποτοξοτών. Οι ιππείς αυτοί ονομάστηκαν βουκελάριοι – η βουκέλα ήταν ένα είδος γαλέτας. Οι άνδρες που μοιράζονταν τα ίδιο ψωμί, οι ομοτράπεζοι δηλαδή, αποτέλεσαν αρχικά ένα μόνο μικρό τμήμα σωματοφυλάκων του Βελισάριου, στο οποίο κατατάχθηκαν όλοι οι φίλοι του.

Η διαφορά τους από το κοινό ιππικό, τους λεγόμενους καβαλάριους, ήταν ότι οι βουκελάριοι ήταν εξοπλισμένοι με λόγχη και τόξο και ήταν ικανοί να πολεμούν τόσο σε πυκνή τάξη, πραγματοποιώντας επελάσεις όπως το βαρύ ιππικό, αλλά και σε διάταξη ακροβολισμού ακόμα, αποφεύγοντας βαρύτερους αντιπάλους και καταβάλλοντάς τους με τα βέλη τους.

Κατά των Γερμανών

Όταν ο Βελισάριος πείσθηκε ότι οι άνδρες του ήταν ετοιμοπόλεμοι ζήτησε από τον αυτοκράτορα να του επιτρέψει να μεταβεί με το τάγμα του στα βόρεια σύνορα, για δοκιμάσει το τάγμα σε πραγματικές συνθήκες μάχης, πολεμώντας κατά των Γερμανών Γεπίδων. Έτσι ο Βελισάριος, επικεφαλής των βουκελαρίων του, περί τους 250, έφτασε στον Δούναβη και αμέσως ανέλαβε δράση. Οι Γεπίδες, όπως και οι περισσότεροι Γερμανοί, εκτός από τους Φράγκους, είχαν, υπό την επίδραση των Ούννων, καταστεί εξαίρετοι ιππείς. Το πεζικό τους δεν ήταν αξιόλογο.

Το γερμανικό ιππικό όμως ήταν εκλεκτό και ιδιαιτέρως μετά τη μάχη της Αδριανούπολης προκαλούσε τρόμο στους Βυζαντινούς. Διακρινόταν για την ορμητικότητα του, αλλά όχι για την πειθαρχία και τη συνοχή του. Οι Γεπίδες ζούσαν σε ομάδες, γνωστές ως «γκάου», στη βόρεια όχθη του Δούναβη, ο οποίος αποτελούσε το σύνορο της Αυτοκρατορίας. Από εκεί περνούσαν συχνά τον ποταμό και εκτελούσαν επιδρομές σε μεγάλο βάθος.

Ο Βελισάριος στρατοπέδευσε με τους άνδρες του σε μια περιοχή όπου δεν υπήρχε κοντά ούτε πόλη, ούτε χωριό. Αυτό το έπραξε για να συνηθίσει τους άνδρες του στις στερήσεις. Στην νότια όχθη του Δούναβη είχε αγκυροβολήσει ένα πλοίο, το οποίο αποτελούσε την προχωρημένη βάσή τους, επί του οποίου υπήρχαν μικρά αποθέματα τροφίμων, αποθέματα βελών και ένα συνεργείο σιδηρουργών για την πραγματοποίηση επισκευών στον οπλισμό.

Οι βουκελάριοι θα επισκέπτονταν το πλοίο – βάση κάθε 10 ημέρες, εφόσον συνέτρεχε λόγος. Διαφορετικά θα ζούσαν από εφόδια που θα κυρίευαν από τους εχθρούς. Ο Βελισάριος, έχοντας μελετήσει τις τακτικές μάχης των Γεπίδων διέταξε τους άνδρες του να μην εμπλέκονται μαζί τους παρά μόνο όταν οι εχθροί θα είχαν αποδιοργανωθεί από τις απώλειες που θα τους είχαν προκαλέσει τα βέλη τους. Οι βουκελάριοι θα αναπτύσσονταν σε διάταξη ακροβολισμού, παρενοχλώντας διαρκώς με βολές, τους Γεπίδες ιππείς, επιχειρώντας να τους εξαναγκάσουν να επελάσουν, εγκαταλείποντας το πεζικό τους.

Με τον τρόπο αυτό οι Γεπίδες ιππείς θα στερούντο της προστασίας του φιλίου τους πεζικού και θα αντιμετωπίζονταν ευχερώς από τους Βυζαντινούς βουκελάριους. Οι άνδρες, υπό την άγρυπνη καθοδήγησή του, ακολούθησαν πράγματι κατά γράμμα τις εντολές του. Επί τέσσερις περίπου μήνες οι 250 βουκελάριοι του Βελισάριου, επιχειρούσαν σε μια περιοχή όπου δρούσαν 20 φορές περισσότεροι τους εχθροί, χωρίς να ηττηθούν από αυτούς, προκαλώντας τους μάλιστα σημαντικές απώλειες και αιχμαλωτίζοντας αρκετούς. Ο Βελισάριος σε αυτές τις μάχες είχε μόνο τρεις τραυματίες και έναν νεκρό, ο οποίος όμως δεν χάθηκε συνεπεία της εχθρικής δράσης, αλλά από ατύχημα – πνίγηκε.