Οι Σωματοφύλακες του Βασιλέως: Η αληθινή ιστορία της παρέας του Ντ’ Αρτανιάν

Οι Μουσκετοφόροι του Βασιλέως, γνωστοί ως Σωματοφύλακες στους πολλούς, υπήρξαν οι πλέον επίλεκτοι στρατιώτες της Γαλλίας των Βουρβόνων, γράφοντας σελίδες δόξας στα πεδία των μαχών και εξάπτοντας τη λαϊκή και λογοτεχνική φαντασία.

Ο λόχος των έφιππων μουσκετοφόρων Φρουρών συγκροτήθηκε το 1622 από τον Γάλλο βασιλιά Λουδοβίκο ΙΓ’. Αποτέλεσε εξέλιξη της ίλης των Καραμπινιέρων, ελαφρών ιππέων της Βασιλικής Φρουράς. Τα επίσημα καθήκοντα των ανδρών του λόχου ήταν η προστασία του βασιλιά όταν αυτός βρισκόταν εκτός των ανακτόρων του. Επίσης τον προστάτευαν στο πεδίο της μάχης.

Οι άνδρες έφεραν τον τυπικό οπλισμό των δραγώνων, αποτελούμενο από μουσκέτο, μακρύ νυκτικό ξίφος, τύπου epee, και εγχειρίδιο. Αργότερα εξοπλίστηκαν και με ξιφολόγχη, ενώ σταδιακά μετεξελίχθηκαν σε ιππείς.

Αρχικά πολεμούσαν ως δραγώνοι (έφιπποι πεζοί), όντας ικανοί να μάχονται και έφιπποι και πεζοί. Ως έφιπποι πεζοί, χρησιμοποιούσαν τα άλογα μόνο για να κινούνται ταχύτερα, αλλά πολεμούσαν πεζή. Καθώς όμως όλοι τους προέρχονταν από την τάξη των ευγενών είχαν, ούτως ή άλλως, εμπειρία στην ιππευτική και την ιππομαχία την οποία αξιοποιούσαν και στο πεδίο της μάχης.

Έφεραν το κλασικό μουσκέτο, συστήματος πυροδότησης με φυτίλι, του πεζικού, ένα όπλα δύσχρηστο, βαρύ και όχι ιδιαίτερα αποτελεσματικό, όταν δεν χρησιμοποιείτο μαζικά. Για τον λόγο αυτό οι Μουσκετοφόροι εκπαιδεύονταν να πολεμούν ως πεζικό, βάλλοντας ανά ζυγούς.

Επίσης, μετά την εισαγωγή της ξιφολόγχης στο γαλλικό οπλοστάσιο, ήταν μια από τις πρώτες μονάδες που εξοπλίστηκαν με αυτή. Οι ξιφολόγχες της εποχής προσαρμόζονταν εντός της κάννης του όπλου, στερώντας του έτσι τη δυνατότητα να βάλλει. Για τον λόγο αυτό αποτελούσε την έσχατη λύση για τον στρατιώτη που ήταν εξοπλισμένος με αυτή.

Κοινό τους γνώρισμα ήταν το χαρακτηριστικό μακρύ χιτώνιο, εν είδει ποδιάς, τύπου tabard, χρώματος μπλε ρουαγιάλ, το οποίο έφερε εμπρός και πίσω έναν ραμμένο με αργυρή κλωστή σταυρό. Το μπλε ήταν το χρώμα του βασιλικού οίκου των Βουρβόνων που κυβερνούσε τη Γαλλία και το χιτώνιο που παραδίδονταν, μαζί με το σπαθί στον κάθε άνδρα της μονάδας σήμαινε όχι ότι απλώς ανήκε στη μονάδα, αλλά ότι ανήκε στον ίδιο τον βασιλιά, προσωπικά.

Επίσης οι άνδρες έφεραν κοντές μπότες πεζικού, με σπιρούνια, ώστε να μπορούν να κινούνται και να μάχονται πεζή και όχι της ψηλές, μέχρι τους μηρούς, μπότες του ιππικού. Η κατάταξη στη μονάδα γίνονταν με αξιοκρατικά κριτήρια, μεταξύ των κατώτερων Γάλλων ευγενών, χωρίς να υπολογίζεται η οικονομική τους κατάσταση. Ο λόχος είχε, αρχικά, δύναμη 150 ανδρών.

Αργότερα εξελίχθηκε σε σύνταγμα με δύναμη 300 ανδρών. Η πρώτη μάχη στην οποία συμμετείχαν ήταν η πολιορκία της πόλης Λα Ροσέλ, από τα βασιλικά στρατεύματα, έναντι των Ουγενότων που την κρατούσαν, το 1622. Πολέμησαν επίσης στον Τριακονταετή Πόλεμο και κατά των Ισπανών, μέχρι το 1659.

Στην περίοδο του Λουδοβίκου ΙΔ’ η μονάδα αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος της έφιππης βασιλικής φρουράς του Οίκου του Βασιλέως (Maison de Roi) και έδρασε με εξαιρετικά αποτελέσματα στον πόλεμο της Κληρονομικής Μεταβίβασης (1667-68), στον Ολλανδικό Πόλεμο (1672-78), στον Πόλεμο της Μεγάλης Συμμαχίας (1688-97) και στον πόλεμο της Ισπανικής Διαδοχής (1700-15).

Η μονάδα συνέχισε να υπάρχει μέχρι το 1776, όποτε και διαλύθηκε για οικονομικούς λόγους από τον Λουδοβίκο ΙΣΤ. Ανασυγκροτήθηκε μετά την πρώτη πτώση του Ναπολέοντα, το 1814, για μικρό χρονικό διάστημα.

Ωστόσο η περίοδος της απόλυτης δόξας της τοποθετείται, χρονικά, στη διάρκεια της βασιλείας του Λουδοβίκο ΙΓ και ΙΔ. Το 1623 συγκροτήθηκε και ένας δεύτερος λόχος που αποτέλεσε την προσωπική φρουρά του καρδινάλιου Ρισελιέ, πρωθυπουργού, τότε, της Γαλλίας και διατηρήθηκε και από τον διάδοχό του καρδινάλιο Μαζαρέν.

Μετά τον θάνατο του τελευταίου ο λόχος ενώθηκε με τον βασιλικό λόχο και σχημάτισαν σύνταγμα, δυνάμεων 300 ανδρών. Στους άνδρες του πρώτου λόχου δόθηκαν άλογα χρώματος γκρι και σε αυτούς του δευτέρου άλογα χρώματος μαύρου. Κατά συνέπεια ο μεν πρώτος λόχος ονομάστηκε «λόχος των Γκρι Μουσκετοφόρων» και ο δεύτερος ο «λόχος των Μαύρων Μουσκετοφόρων».

Οι Μουσκετοφόροι αποτελούσαν, σχεδόν πάντοτε, την εμπροσθοφυλακή των γαλλικών στρατών και στην περίοδο βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΔ είχαν την ευκαιρία να αποδείξουν την αξία τους στα πεδία των μαχών, καθώς η Γαλλία βρέθηκε να πολεμά από το 1667 έως το 1715, σχεδόν, χωρίς διακοπή.

Η μονάδα αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης του μεγάλου Αλεξάνδρου Δουμά, στο μυθιστόρημά του «Οι τρεις Σωματοφύλακες». Οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος βασίζονται σε υπαρκτά πρόσωπα, τον Σαρλ Οζιέ ντε Μπατς ντε Καστελμόρε, κόμη του Αρτανιάν, τον Αρμάντ, ιππότη ντε Σιγεγκί, ντ’ Ατός ε ντ’ Ωτεβίγ, τον Ανρί, ιππότη ντ’ Αραμίτς και τον Ισαάκ ντε Πορτό. Και οι τέσσερις, ως ντ’ Αρτανιάν, Άθως, Άραμις και Πόρθος, πρωταγωνιστούν στο μυθιστόρημα.

Ο ντ’ Αρτανιάν σκοτώθηκε το 1673, κατά την πολιορκία του Μάαστριχ, στον Ολλανδικό Πόλεμο, ο ντ’ Ατός σκοτώθηκε σε μονομαχία, στο Παρίσι, το 1643, ο ντ’ Αραμίτς παραιτήθηκε, το 1648, και πέθανε ιδιωτεύων, είτε το 1655, είτε το 1674. Ο ντε Πορτό, τέλος, αποστρατεύθηκε το 1652 και πέθανε σε μεγάλη ηλικία.