Όταν ο ποταμός “πνίγηκε” στο αίμα των Τούρκων απ’ το χριστιανικό ξίφος

Την 27η Ιουλίου 1697 ο Ευγένιος της Σαβοΐας βρισκόταν μπροστά από το οχυρό του Πετροβαράντιν στη βόρεια όχθη του Δούναβη. Περίπου 30.000 Αυστριακοί, Σάξωνες και Πρώσοι στρατιώτες είχαν παραταχθεί έξω από το οχυρό περιμένοντας να τους επιθεωρήσει ο νέος τους διοικητής στο τουρκικό μέτωπο. Μόλις ο Ευγένιος έφτασε 30.000 στόματα κραύγασαν ταυτόχρονα την ιαχή «ζήτω». Ένας λεπτός νέος άνδρας εμφανίστηκε ενώπιον τους. Δεν φορούσε καν τη στολή του ανωτάτου αξιωματικού. Φορούσε μόνο ένα τριμμένο καφέ χιτώνιο. Με βήμα ταχύ ο Ευγένιος περνούσε μπροστά από τα παρατεταγμένα συντάγματα.

Κοιτούσε με απογοήτευση τους καταπονημένους άνδρες που το μόνο σημάδι περηφάνιας τους ήταν οι κυματίζουσες σημαίες με τους δικέφαλους αυτοκρατορικούς αετούς και την Παρθένο. Οι άνδρες κοιτούσαν επίσης με έκπληξη, ίσως και με κρυφή απογοήτευση, τον νέο τους διοικητή. Έμοιαζε με καρικατούρα, με καπουτσίνο μοναχό που φορούσε κοντό ράσο. Ο «μικρός καπουτσίνος», όπως τον ονόμασαν οι στρατιώτες τους παρατηρούσε με γρήγορο βλέμμα. Η κατάσταση που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο Ευγένιος ήταν πολύ χειρότερη από ότι ο ίδιος είχε φανταστεί. Για να επιλύσει το επισιτιστικό πρόβλημα του στρατού ζήτησε από τους ανωτάτους αξιωματικούς του την καταβολή υποχρεωτικού «δανείου». Με τα χρήματα που συγκέντρωσε αγόρασε τρόφιμα και τα διένειμε στους άνδρες.

Παρά τις προσπάθειες του Ευγένιου οι προϊστάμενοι του στη Βιέννη δεν πίστευαν πως θα μπορούσε πραγματικά να αναλάβει οποιασδήποτε μορφής δράση πέραν της στατικής άμυνας. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας τον είχε διατάξει να ενεργήσει με τη μέγιστη προσοχή και να αποφύγει κάθε παρακινδυνευμένη ενέργεια. Ο ίδιος πάντως με συνεχή εργασία και επίπονες ασκήσεις τηρούσε το ηθικό του στρατεύματος σε πολύ υψηλό επίπεδο. Όλοι περίμεναν την άφιξη του Τούρκου για αν του «δώσουν το μάθημα του», όπως έλεγαν.

Ήταν Αύγουστος. Ο Ευγένιος, η στρατιά του οποίου είχε πλέον ενισχυθεί, μετά την καταστολή της ουγγρικής εξέγερσης, περίμενε υπομονετικά τον εχθρό ενισχύοντας τις θέσεις του. Ήταν βέβαιος ότι οι Τούρκοι δεν θα δίσταζαν να κάνουν το επόμενο βήμα προς τα εμπρός. Ο Ευγένιος είχε καταλάβει την ψυχολογία του αντιπάλου, ο οποίος διακρινόταν για το θράσος του αλλά όχι για την σταθερότητα του. Έτσι δεν εξεπλάγη καθόλου όταν, στις 19 Αυγούστου 1697, οι περίπολοι των ουσάρων τον ενημέρωσαν ότι μια τεράστια τουρκική στρατιά διέσχισε τον Δούναβη στο ύψος της συμβολής του με τον Τίσα.

Την τουρκική στρατιά – 60.000 πεζοί, 40.000 ιππείς και 200 πυροβόλα – οδηγούσε ο ίδιος ο σουλτάνος Μουσταφά Β’. Ενθαρρυμένος από την προηγούμενη επιτυχία, ο θρασύς Τούρκος έφερε μαζί του ειδικές άμαξες έμφορτες με αλυσίδες με τις οποίες σκόπευε να αλυσοδέσει τους χριστιανούς αιχμαλώτους ! Η ύβρις εμφανιζόταν σε όλο της το μεγαλείο. Ο σουλτάνος ήταν τόσο σίγουρος για την επιτυχία του που δεν φρόντισε να αποστείλει αναγνωριστικά αποσπάσματα για να συλλέξει πληροφορίες για τον εχθρό. Το μόνο που κατόρθωσε να πληροφορηθεί ήταν ότι ο Ευγένιος και ο στρατός του στάθμευαν στο Πετροβαράντιν.

Αντίθετα το επίλεκτο ελαφρύ ιππικό των Αυστριακών παρακολουθούσε από κοντά τις τουρκικές κινήσεις και ενημέρωνε συνεχώς τον Ευγένιο για τις τουρκικές κινήσεις. Στο μεταξύ ο «γενναίος» σουλτάνος όταν έμαθε ότι ο Ευγένιος είναι στο Πετροβαράντιν, αν και διέθετε τις μισές μόνο δυνάμεις από τις δικές του, αποφάσισε να μην επιτεθεί κατά των Αυστριακών αλλά να κινηθεί ανατολικά, να επιτεθεί στο Στέγκεντ και να εισβάλει κατόπιν στην Τρανσυλβανία.

Ο Ευγένιος φυσικά πληροφορήθηκε από τους ακούραστους ουσάρους του την αλλαγή κατεύθυνσης της τουρκικής προέλασης. Απότομα ο Ευγένιος πετάχτηκε όρθιος. Η είδηση τον ηλέκτρισε. Αν μόνο προλάβαινε να επιτεθεί στους Τούρκους τη στιγμή που θα διέσχιζαν τον ποταμό Τίσα ήταν βέβαιος ότι θα τους αφάνιζε. Αμέσως συνέγειρε τον στρατό του και ρίχθηκε, επικεφαλής τμημάτων ουσάρων και δραγώνων, σε καταδίωξη των Τούρκων οι οποίοι είχαν αρχίσει να κατασκευάζουν πλωτή γέφυρα επί του Τίσα στο ύψος της Ζέντα.

Ο σουλτάνος τρέμοντας στην ιδέα ότι υπήρχε κίνδυνος να παγιδευτεί μεταξύ της στρατιάς του Ευγενίου, της φρουράς του Στέγκεντ και του ποταμού, έσπευσε να περάσει πρώτος τον ποταμό, μόλις είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή της γέφυρας. Στο μεταξύ ο Ευγένος έσπευδε με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα προς τη Ζέντα. Το επόμενο πρωί –11 Σεπτεμβρίου- και καθώς η προέλαση των Αυστριακών συνεχιζόταν, ένας ουσάρος παρουσίασε ενώπιον του Ευγένιου έναν Τούρκο πασά που είχε αιχμαλωτίσει.

Ο Τούρκος τρέμοντας κυριολεκτικά είδε μπροστά του τον Ευγένιο, ο οποίος του δήλωσε κοφτά: «αν δεν μιλήσεις θα σε κομματιάσω στο λεπτό»! Παράλληλα διέταξε τον ουσάρο που είχε αιχμαλωτίσει τον πασά να ξεγυμνώσει τη σπάθη του και να κόψει το κεφάλι του Τούρκου. Ο πασάς δεν άντεξε. Έπεσε στις βαριές μπότες του Ευγενίου και τις αγκάλιασε κλαίγοντας και παρακαλώντας, τρέμοντας για τη ζωή του. Με την άκρη του ματιού του διέκρινε άλλωστε τη λάμψη του γυμνού σπαθιού του ουσάρου. Με δάκρυα στα μάτια, με ευχές να έχει ο Αλλάχ καλά τον Ευγένιο, ο Τούρκος είπε ότι γνώριζε.

Είπε ότι είχαν εγκαταστήσει μια γέφυρα κατασκευασμένη από 60 πλοιάρια στον ποταμό και ότι ο σουλτάνος με το ιππικό είχαν ήδη περάσει τον ποταμό και ότι εκείνη την ώρα διέσχιζαν τον Τίσα το πυροβολικό και τα μεταγωγικά. Οπισθοφυλακή είχε μείνει το πεζικό με επικεφαλής τον μεγάλο βεζίρη Ελμάς Μωχαμέτ. Ο πασάς ανέφερε επίσης ότι οι θέσεις του πεζικού τους προστατευόταν από ένα πρόχειρο οχύρωμα κατασκευασμένο από άμαξες των μεταγωγικών που είχαν μείνει πίσω για αυτόν ακριβώς τον λόγο.

Ο Ευγένιος δεν έχασε καιρό. Τέθηκε επικεφαλής των ουσάρων και κάλπασε προς την όχθη του ποταμού. Παράλληλα διέταξε τους αξιωματικούς να κινηθούν με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα προς τον ποταμό. Δεν έπρεπε να χάσουν μια τέτοια ευκαιρία. Όταν ο Ευγένιος με τους λιγοστούς συνοδούς του έφτασε απέναντι από τις τουρκικές θέσεις δεν έμεναν παρά 5 ώρες για να πέσει η νύκτα. Μια ώρα αργότερα έφτασε στην περιοχή και το αυτοκρατορικό πεζικό. Αμέσως ο Ευγένιος έταξε τις δυνάμεις του σε μηνοειδή σχηματισμό και διέταξε την εκτόξευση άμεσης επίθεσης. Τα τμήματα του ακολούθησαν αμέσως τις διαταγές του.

Παράλληλα ο διοικητής του αριστερού κέρατος, ο στρατηγός Γκουίντο Στάρενμπεργκ, ανακάλυψε ένα αβαθές σημείο στον ποταμό και από εκεί κίνησε το πεζικό του πίσω από τη γραμμή των τουρκικών αμαξών, αποκόπτοντας όσους Τούρκους δεν είχαν περάσει τη γέφυρα. Το τι ακολούθησε είναι δύσκολο να περιγραφεί. Οι περικυκλωμένοι Τούρκοι δεν είχαν καμία ελπίδα διαφυγής και οι Αυστριακοί δεν φάνηκαν καθόλου φιλάνθρωποι. Όταν κατέρρευσε η εξωτερική γραμμή άμυνας τους οι Τούρκοι προσπάθησαν επιτιθέμενοι ορμητικά να πετάξουν τους Αυστριακούς και πάλι έξω από τη γραμμή των αμαξών.

Με τα γιαταγάνια στα χέρια και την κραυγή «Αλλάχ – Αλλάχ», εφόρμησαν σαν ορμητικό κύμα κατά των αυτοκρατορικών. Οι άριστα εκπαιδευμένοι άνδρες του Ευγενίου όμως δεν έχασαν την ψυχραιμία τους. Τα συντάγματα πεζικού έλαβαν θέσεις. Οι άνδρες σήκωσαν τα όπλα τους και σκόπευσαν κατά του αλαλάζοντος βαρβαρικού όχλου. Τους άφησαν να πλησιάσουν σε απόσταση μικρότερη των 30 μέτρων. Απότομα και κοφτά οι αξιωματικοί έδωσαν το παράγγελμα «πυρ». Οι κάννες των μουσκέτων βρόντηξαν.

Ακολούθησε ένα βουητό θανάτου. Χιλιάδες Τούρκοι έπεσαν. Ένας μακάβριος σωρός πτωμάτων σχηματίστηκε μπροστά από τις αυστριακές γραμμές. Η όχθη και το νερό του ποταμού είχε γίνει κατακόκκινο. Το αίμα έρεε άφθονο. Έχοντας αποκρούσει την απελπισμένη τουρκική αντεπίθεση οι Αυστριακοί εγέρθηκαν και με γυμνά τα σπαθιά και προτεταμένες τις ξιφολόγχες επιτέθηκαν με τη σειρά τους. Οι Τούρκοι προσπαθούσαν να ξεφύγουν. Όρμησαν προς τη γέφυρα και παρασύροντας όποιον βρισκόταν απέναντι τους προσπάθησαν να περάσουν απέναντι. Ελάχιστοι το κατόρθωσαν. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο μεγάλος βεζίρης.

Η μάχη συνεχίστηκε ως τις 22.00 το βράδυ. Ελάχιστοι αιχμάλωτοι συνελήφθησαν καθώς, όπως ο ίδιος ο Ευγένιος ανέφερε «οι στρατιώτες, οργισμένοι καθώς ήταν, δεν λυπήθηκαν κανέναν και σφαγίασαν όποιον έπεφτε στα χέρια τους, παρά τα χρήματα που τους πρόσφεραν οι Τούρκοι πασάδες». Περισσότεροι από 30.000 Τούρκοι κείτονταν νεκροί στην όχθη του ποταμού. Ωστόσο το μέγεθος τη νίκης μόλις την επόμενη ημέρα έγιναν εμφανή, όταν οι νικητές πέρασαν στην απέναντι όχθη του ποταμού.

Μέσα στον ποταμό επέπλεαν χιλιάδες τουρκικά κουφάρια. Το πεζικό του υπερφίαλου σουλτάνου είχε κυριολεκτικά αφανιστεί. Ο «γενναίος» σουλτάνος το είχε ήδη βάλει στα πόδια μαζί με τους ιππείς τους, εγκαταλείποντας πίσω του το πυροβολικό και τα μεταγωγικά του, περιλαμβανομένων και των αμαξών των εμφόρτων με αλυσίδες. Στο τουρκικό στρατόπεδο βρέθηκαν 3.000.000 τουρκικά νομίσματα και κυριεύθηκαν 9.000 άμαξες, 21.000 ζώα και επτά ιππουρίδες. Αντίθετα ο στρατός του Ευγένιου θρήνησε 300 μόνο νεκρούς και 1.800 τραυματίες. Ήταν ένας πραγματικός θρίαμβος.