Όταν το κόμμα διατάζει.. Ανόητη επίθεση, άπιστευτη σφαγή χωρίς αντίκρισμα

O Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος ξέσπασε, ουσιαστικά, πολύ νωρίτερα από το πραξικόπημα των στρατιωτικών στις 17 Ιουλίου 1936. Ήταν μια σύγκρουση όπου η προπαγάνδα, εκατέρωθεν, έπαιξε σπουδαίο ρόλο και πολλοί μύθοι της οποίας σύγκρουσης ακόμα υπάρχουν και ταλαιπωρούν την ιστορική αλήθεια. Στα τέλη Μαΐου 1937 η δημοκρατία έδειχνε ιδιαιτέρως κουρασμένη από τον πόλεμο και τις μεταξύ των συστατικών μερών της διαμάχες. Η άνοδος του Χουάν Νεγκρίν στην πρωθυπουργία λίγο βοήθησε στην ηθική ανύψωση των δημοκρατών. Ο Νεγκρίν, ένας άσημος, έως τότε, σοσιαλιστής βουλευτής, με μεγάλη αδυναμία στις ωραίες γυναίκες και στα ακριβά αυτοκίνητα, δεν αποτελούσε την ισχυρή προσωπικότητα που θα ένωνε τη διχασμένη, μεταξύ σοσιαλιστών, τροτσκιστών, αναρχικών, κομμουνιστών, Βάσκων και Καταλανών αποσχιστών δημοκρατία.

Όσον αφορά τους Βάσκους, έδιναν μάχη επιβίωσης απέναντι στους εθνικιστές και η νέα κυβέρνηση Νεγκρίν αποφάσισε πως ήταν καιρός να τους ενισχύσει. Για τον σκοπό αυτό τα δημοκρατικά στρατεύματα εξαπέλυσαν δύο επιθέσεις αντιπερισπασμού στην Αραγωνία και στη Σεγκόβια. Και οι δύο απέτυχαν με σημαντικές απώλειες σε άνδρες και υλικό. Το δημοκρατικό επιτελείο ήδη από τα τέλη Απριλίου σχεδίαζε παράλληλα μια μεγάλη επίθεση στην Εστρεμαδούρα, η επιτυχία της οποίας θα ανακούφιζε σαφώς τους Βάσκους και θα αιφνιδίαζε τους εθνικιστές, οι οποίοι ούτε σοβαρές δυνάμεις είχαν στην περιοχή, ούτε ενισχύσεις μπορούσαν γρήγορα να φέρουν.

H πολιτική επίθεση των ηλιθίων

Εξάλλου στην Εστρεμαδούρα δρούσαν και ανταρτικές ομάδες στα νώτα των εθνικιστών. Το εν λόγω σχέδιο, πνευματικό σχέδιο του στρατηγού Τοράδο, αποτελούσε κλασική εφαρμογή του ελιγμού επί εσωτερικών γραμμών. Ήταν απλό στη σύλληψη και ορθό. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας (ΚΚΙ) όμως και κυρίως η Μόσχα όμως είχαν άλλη γνώμη. Η νέα επίθεση που θα εξαπέλυε η δημοκρατία θα έπρεπε να έχει και πολιτικό μήνυμα!

Για αυτό θα έπρεπε να εξαπολυθεί κοντά στη Μαδρίτη, την πόλη σύμβολο των κομμουνιστών της εποχής. Αν οι στρατηγοί επέμεναν να επιτεθούν στην Εστραμαδούρα θα μπορούσαν να το πράξουν, χωρίς όμως τη συνδρομή των ρωσικών αρμάτων και αεροσκαφών! Το τελεσίγραφο ήταν αδύνατο να αγνοηθεί και ο Νεγκρίν απεδέχθη τους όρους των κομμουνιστών. Η νέα επίθεση θα εξαπολύονταν στον τομέα βορειοδυτικά της Μαδρίτης. Στόχος της θα ήταν η κατάληψη του ασήμαντου από κάθε άποψη χωριού, τότε, της Μπρουνέτε.  Η εν λόγω επίθεση θα είχε νόημα μόνο αν διενεργούντο παράλληλα με ανάλογη επίθεση ανατολικά, ώστε, εν είδει ηλάγρας, οι δύο δημοκρατικές αιχμές να παγίδευαν σημαντικές εθνικιστικές δυνάμεις. Από την στιγμή που μια συγκλίνουσα επίθεση επί δύο αξόνων δεν ήταν εντός των δυνατοτήτων της Δημοκρατίας ακόμα κι αν ήταν επιτυχής δεν θα είχε ως κέρδος παρά μερικά τετραγωνικά χιλιόμετρα εδάφους χωρίς καμία ιδιαίτερη σημασία.

Η επίθεση της Μπρουνέτε όμως θα αποτελούσε την επίδειξη ισχύος του ΚΚΙ. Για αυτό για την διεξαγωγή της διατέθηκαν πραγματικά εντυπωσιακές δυνάμεις. Δεξιά τάχθηκε το κομμουνιστικό 5ο Σώμα Στρατού υπό τον ανίκανο «στρατηγό» Μοδέστο, πρώην δεκανέα των ισπανικών αποικιακών δυνάμεων. Το σώμα διέθετε τρείς μεραρχίες, την 11η του εκπαιδευμένου στη Μόσχα, ευθυνόφοβου, Λίστερ, την 46η του πρώην ανθρακωρύχου «Ελ Καμπεσίνο» και την 35η του Πολωνού «στρατηγού Βάλτερ», ο οποίος είχε ήδη διαπιστευτήρια σφαγέα των ανδρών του στη Σεγκόβια.

Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών «στρατηγών» ήταν η αδιαφορία τους για το αίμα των ανδρών τους και η αγγίζουσα την ηλιθιότητα ανικανότητά τους περί τα στρατιωτικά. Στις δυνάμεις αυτές ήσαν εντεταγμένες και οι πέντε Διεθνείς Ταξιαρχίες. Αντικειμενικός σκοπός του 5ου Σώματος ήταν η κατάληψη της Μπρουνέτε. Το σώμα θα υποστήριζαν όλα τα διαθέσιμα άρματα και αεροσκάφη. Αριστερά του 5ου είχε ταχθεί το 18ο Σώμα Στρατού, υπό τον Ισπανό Χουράδο αρχικά, ο οποίος όμως δεν άντεξε με αυτά που έβλεπε και παραιτήθηκε και τον συνταγματάρχη Κασάδο αργότερα. Και αυτό διέθετε τρείς μεραρχίες, την 10η, την 15η και την 34η.

Σε δεύτερο κλιμάκιο τάχθηκαν 14η Μεραρχία των υπό τον αναρχικό άξιο όμως αυτοδίδακτο «στρατηγό» Θιρπριάνο Μέρα, η 45η Μεραρχία υπό τον Μολδαβού, πράκτορα της ΕΣΣΔ και εγνωσμένης ανικανότητας «στρατηγό» Κλέμπερ (πέθανε σε γκουλάγκ) και η 69η Μεραρχία. Την επίθεση θα υποστήριζαν 170 άρματα και θωρακισμένα οχήματα, 217 πεδινά πυροβόλα, 50 βομβαρδιστικά και 90 μαχητικά αεροσκάφη. Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη συγκέντρωση δυνάμεων που είχε έως τότε επιτύχει η δημοκρατία. Συγκεντρώθηκαν σχεδόν 80.000 άνδρες (άλλες πηγές αναφέρουν 85.000), υποστηριζόμενες από 150-300 αεροσκάφη, αναλόγως της πηγής, και τουλάχιστον 190 άρματα μάχης και θωρακισμένα οχήματα, όλα εξοπλισμένα με πυροβόλα, έναντι των οποίων οι εθνικιστές δεν μπορούσαν τίποτα να αντιπαρατάξουν. Οι εθνικιστές από την πλευρά τους φρουρούσαν όλο το μέτωπο με μια με μεραρχία, την 71η. Για την ακρίβεια δεν υπήρχε συνεχές μέτωπο, αλλά μικρά εθνικιστικά αποσπάσματα σε διάφορα χωριά ή σε συγκεκριμένα εδαφικά χαρακτηριστικά.

Πώς να σφάζεις τους δικούς σου άνδρες…

Με το πρώτο φως της 6ης Ιουλίου η επίθεση άρχισε. Η 34η Μεραρχία του 18ου Σώματος επιτέθηκε πρώτη στο χωριουδάκι Βιγιανουέβα ντε λα Κανιάδα, όπου συνάντησε απίστευτα πείσμωνα αντίσταση. Ο Μιάχα, ο έχων το γενικό πρόσταγμα της επίθεσης, έστειλε μήνυμα, απαιτώντας την κατάληψη του χωριού με κάθε κόστος. «Αν χρειαστεί τοποθετήστε πίσω από τους άνδρες μας μια πυροβολαρχία και αναγκάστε τους να κινηθούν», έγραφε. Και όμως δεν υπήρχε κανένας λόγος να εξαντληθούν οι επιθετικές δυνάμεις των δημοκρατικών γύρω από την Κανιάδα ή οποιοδήποτε άλλο χωριουδάκι. Πολύ απλά τα σημεία στηρίγματος των εθνικιστών θα μπορούσαν απλά να παρακαμφθούν και να εξουδετερωθούν από τις εφεδρικές δυνάμεις. Οι αποκομμένοι λόχοι των εθνικιστών δεν θα είχαν άλλη επιλογή από το να παραδοθούν.

Ακολουθώντας όμως κατά γράμμα τις «σοφές» διαταγές του Μιάχα, τα δημοκρατικά στρατεύματα ενεπλάκησαν σε αιματηρούς αγώνες με τις μικρές εθνικιστικές φρουρές στα διάφορα χωριά, σπαταλώντας πολύτιμο χρόνο και αποδιαρθρώνοντας την επίθεση τους. Στην Κανιάδα οι αμυνόμενοι εθνικιστές αν και υστερούσαν αριθμητικά σε αναλογία 1:9 κράτησαν όλη την μέρα. Στον άλλο τομέα του μετώπου η 11η Μεραρχία του Λίστερ προήλασε ανενόχλητη και κατέλαβε τη Μπρουνέτε. Εκεί όμως σταμάτησε αντί να συνεχίσει την κίνηση της, να στραφεί βορειοανατολικά και να κυκλώσει το σύνολο των μαχόμενων στην περιοχή εθνικιστικών δυνάμεων.

Φοβούμενος να αναλάβει την ευθύνη ο Λίστερ σταμάτησε και ανέμενε την μεραρχία του Ελ Καμπασίνο να προελάσει και να καλύψει το δεξιό του πλευρό, τη στιγμή που ουδεμία απειλή υπερφαλάγγισης τους δεν υφίστατο. Ο Ελ Καμπεσίνο όμως χρειάστηκε τρείς ολόκληρες μέρες για να κάμψει την αντίσταση ενός μόνο τάγματος φαλαγγιτών στο χωριό Κουιχόρνα. Ο τελευταίος εξάντλησε τη μεραρχία του σε έναν άσκοπο αγώνα, αντί να προελάσει και να ενωθεί με τον Λίστερ, τηρώντας απλώς την φρουρά της Κουιχόρνα υπό επιτήρηση. Δεν είχε άλλωστε τίποτα να φοβηθεί. Αλίμονο αν ένα εθνικιστικό τάγμα ήταν σε θέση να απειλήσει τις γραμμές συγκοινωνιών μιας ολόκληρης στρατιάς.

Φυσικά οι εθνικιστές δεν άφησαν αυτές τις τρείς μέρες ανεκμετάλλευτες. Ο εθνικιστής στρατηγός Βαρέλα που ανέλαβε την διοίκηση, έφερε την 150η Μεραρχία την οποία εξαπέλυσε αμέσως κατά του σημείου συνδέσμου των μεραρχιών του Λίστερ και του Καμπεσίνο. Για να στηρίξει το απειλούμενο κέντρο του ο Μοδέστο έριξε στη μάχη την εφεδρική 35η Μεραρχία. Και να που το θαύμα είχε γίνει. Δύο μόλις εθνικιστικές μεραρχίες (150η, 71η), η μία μάλιστα στενά αγκιστρωμένη(71η) σε αμυντικό αγώνα με ένα αντίπαλο σώμα, όχι μόνο κρατούσαν εννέα εχθρικές, αλλά ανάγκαζαν τους αντιπάλους να εμπλέξουν ακόμα και τις εφεδρείες τους!

Ο Μιάχα ενίσχυσε τότε το 5ο Σώμα του με τη 15η Μεραρχία του 18ου Σώματος. Η 15η Μεραρχία διοικείτο από τον πλέον ανίκανο και εγκληματικό ίσως διοικητή του δημοκρατικού στρατού, τον Ούγγρο κομμουνιστή Γκαλ. Ο Γκαλ αφού έταξε τα άρματα του σε θέσεις κάλυψης κορμού, τα χρησιμοποίησε ως αυτοκινούμενα πυροβόλα (!) και εξαπέλυσε το άμοιρο πεζικό του σε κατά μέτωπο επιθέσεις απέναντι στα εθνικιστικά πολυβόλα. Με γαϊδουρινή επιμονή έριχνε συνεχώς και νέες δυνάμεις, εμμένοντας να καταλάβει έναν λόφο, τον οποίο οι άνδρες του ονόμασαν «λόφο των κουνουπιών», εξαιτίας του συνεχούς βουίσματος των σφαιρών.

Στις γελοίες αυτές επιθέσεις σαρώθηκε το άνθος των διεθνών ταξιαρχιών. Υπήρξαν τάγματα που έχασαν το 70% των ανδρών τους. Παρόλα αυτά ο Γκαλ συνέχισε να διατάζει επίθεση. Στο μεταξύ ο Βαρέλα έφερε στο πεδίο της μάχης και τη 13η Μεραρχία. Η μεραρχία αυτή κράτησε το μέτωπο απέναντι από το 18ο Σώμα των δημοκρατικών, επιτρέποντας στον Βαρέλα να συγκεντρώσει τις ταλαιπωρημένες αλλά ακαταπόνητες 71η και 150η μεραρχίες και να εξαπολύσει με αυτές επίθεση κατά του 5ου δημοκρατικού Σώματος Στρατού. Ο Βαρέλα κατόρθωσε πράγματι να σταματήσει την προέλαση των δημοκρατικών μεραρχιών. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα. Οι ενισχύσεις βρίσκονταν καθοδό.

Ο Κόνδωρ φτερουγίζει… 

Στις 11 Ιουλίου οι δημοκρατικοί δέχθηκαν τις πρώτες επισκέψεις των αεροσκαφών της γερμανικής «Λεγεώνας Κόνδωρ». Οι Γερμανοί επικέντρωσαν την προσπάθεια τους κατά των αρμάτων μάχης των δημοκρατικών. Μέσα σε δύο ημέρες είχαν καταστραφεί 130 περίπου άρματα και θωρακισμένα των δημοκρατικών. Οι Γερμανοί πιλότοι των μαχητικών είχαν κατορθώσει να αποκτήσουν τοπική αεροπορική υπεροχή, αφού οι Σοβιετικοί χειριστές, κατ’ ομολογία των μαχητών του δημοκρατικού στρατού απέφευγαν την εμπλοκή και συνήθως έφευγαν, επιτρέποντας στους Γερμανούς να πλήξουν με την ησυχία τους τα χερσαία τμήματα. Όταν μάλιστα αφίχθη στο μέτωπο και άλλες ενισχύσεις (1ο Σώμα Στρατού υπό τον Γιαγκουέ), οι εθνικιστές εξαπέλυσαν σφοδρή αντεπίθεση και άρχισαν να απωθούν τους δημοκρατικούς. Στο δημοκρατικό στρατόπεδο σύντομα επεκράτησε χάος, αν και απέναντι στις εννέα μεραρχίες των δημοκρατικών οι εθνικιστές συγκέντρωσαν μόνο πέντε δικές τους και δύο ταξιαρχίες της Ναβαραίων. 

Τα γερμανικά αεροσκάφη είχαν απομονώσει το πεδίο της μάχης, απαγορεύοντας την άφιξη πυρομαχικών, εφοδίων, ακόμα και νερού στα δημοκρατικά στρατεύματα. Η επίθεση των εθνικιστών κέρδιζε σιγά-σιγά έδαφος, παρά το γεγονός ότι οι δημοκρατικοί εξακολουθούσαν να υπερέχουν αριθμητικά. Ως τις 24 Ιουλίου οι εθνικιστές τους είχαν απωθήσει σχεδόν ως τις γραμμές εξορμήσεως τους. Η μεγάλη δημοκρατική ή μάλλον κομμουνιστική επίθεση είχε παταγωδώς αποτύχει. Ο δημοκρατικός στρατός στην άσκοπη αυτή μάχη υπέστη απώλειες 25.000 ανδρών, έναντι μόλις 7.000 των εθνικιστών. Τεράστιες ήταν επίσης οι απώλειες σε υλικό, οι τόσο δύσκολα αναπληρώσιμες. Η δημοκρατία έχασε στη Μπρουνέτε το 80% των αρμάτων μάχης της, δεκάδες πυροβόλα, εκατοντάδες πολυβόλα και χιλιάδες όπλα. Χιλιάδες γενναίοι άνδρες, ιδίως αυτοί των διεθνών ταξιαρχιών θυσιάστηκαν χωρίς λόγο για την επίτευξη ενός πολιτικού στόχου.

Το ΚΚΙ είχε, σε στρατιωτικό επίπεδο, μετατραπεί στον καταστροφέα της δημοκρατίας. Οι δε «ένδοξοι», λόγω προπαγάνδας στρατιωτικοί διοικητές του, απεδείχθησαν για μια ακόμα φορά, πολύ μικροί στο πεδίο της μάχης. Η ακατανόητη ευθυνοφοβία τους, απότοκος της κομματικής νοοτροπίας, δεν τους επέτρεψε να εκμεταλλευτούν τις ευκαιρίες που πράγματι παρουσιάστηκαν στις πρώτες μέρες της μάχης. Αντ’ αυτού εξάντλησαν τα γενναία τους στρατεύματα σε αγώνα φθοράς, ο οποίος εκείνη τη στιγμή μόνο τους εθνικιστές ωφελούσε. Σε γενικές γραμμές η μάχη της Μπρουνέτε μπορεί να λεχθεί ότι αποτέλεσε τον τάφο της δημοκρατίας. Παρόλα αυτά, κάνοντας το άσπρο μαύρο, οι δημοκρατικοί υποστήριξαν ότι στη Μπρουνέτε επετεύχθη μεγάλη νίκη!

Σοβιετικό άρμα μάχης Τ-26 των δημοκρατικών. Έφερε πυροβόλο των 45 χλστ. και ήταν ικανό να καταστρέψει κάθε άρμα των εθνικιστών.