Παλεύοντας με τα χαλύβδινα “μεγαθήρια”… Οι Γερμανοί πεζοί κυνηγοί αρμάτων

Η απειλή των αρμάτων μάχης υποχρέωσε το πεζικό που κλήθηκε να την αντιμετωπίσει, να αναπτύξει ειδικές τακτικές. Το γερμανικό πεζικό, αρχικά, λόγω των κεραυνοβόλων επιτυχιών, σε Πολωνία, Δύση και Βαλκάνια, δεν αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα από τη δράση των αντιπάλων αρμάτων. Ωστόσο αργότερα βρέθηκε να αγωνίζεται απέναντι στην συντριπτική αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων σε άρματα μάχης, την οποία έπρεπε να αντιμετωπίσει με τα ίδια μέσα.

Η επιτυχής αντιμετώπιση των αντιπάλων αρμάτων από το πεζικό αποτέλεσε ένα μόνιμο πρόβλημα κατά τη διάρκεια του Β’ ΠΠ. Όταν άρχισε ο πόλεμος το πεζικό, σε επίπεδο λόχου και κάτω, διέθετε ως μοναδικό αντιαρματικό όπλο τα αντιαρματικά (Α/Τ) τυφέκια. Σε επίπεδο τάγματος διατίθεντο Α/Τ πυροβόλα – δύο έως τέσσερα ανά τάγμα, συνήθως.

Στον Γερμανικό Στρατό το βασικό Α/Τ πυροβόλο, εκείνη την περίοδο, ήταν το ΡΑΚ 36 των 37mm. Το 1940 το γερμανικό πεζικό χρειάστηκε, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αντιμετωπίσει τα συμμαχικά άρματα, όπως στην Ου, κατά τη διάσπαση του Μεύση, στις αντεπιθέσεις της 4ης γαλλικής Τεθωρακισμένης Μεραρχίας του Ντε Γκολ ή στο Αρράς κατά των Βρετανών.

Το πρόβλημα κατέστη ακόμα πιο έντονο δε όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Σοβιετική Ένωση. Οι Σοβιετικοί παρέτασσαν τεράστιους αριθμούς αρμάτων, μεταξύ των οποίων και τα εξαιρετικά Τ-34, αλλά και τα βαριά KV-1και KV-2. Απέναντι στα άρματα αυτά, κανένα γερμανικό όπλο δεν είχε επιτυχία, παρά μόνο τα περίφημα 88αρια.

Η ανάγκη αντιμετώπισης των αρμάτων αυτών από το γερμανικό πεζικό ήταν η γενεσιουργός αιτία συγκρότησης και των ειδικών ομάδων πεζών κυνηγών αρμάτων. Η ιδέα δεν ήταν καινούργια. Κατά τον Α’ ΠΠ, όταν οι Σύμμαχοι παρέτασσαν εκατοντάδες άρματα, οι Γερμανοί υποχρεώθηκαν να εκπαιδεύσουν το πεζικό τους να τα αντιμετωπίζει, με ότι μέσο και όπλο υπήρχε διαθέσιμο.

Οι Γερμανοί πεζοί του Α’ ΠΠ αντιμετώπιζαν τα αντίπαλα άρματα με δέσμες χειροβομβίδων, με τα πρώτα Α/Τ τυφέκια που τέθηκαν σε υπηρεσία, με ελαφρά πεδινά πυροβόλα σε ρόλο αντιαρματικών, αλλά και με πέτρες και ξύλα, ακόμα, τα οποία προσπαθούσαν να σφηνώσουν στις ερπύστριες.

Συγκρότηση

Η αντιμετώπιση των αρμάτων ήταν μια ιδιαίτερα επικίνδυνη αποστολή. Αυτό καταδείχθηκε και στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, εκεί όπου «γεννήθηκε» και η διαβόητη «βόμβα Μολότoφ», αλλά και στον Χειμερινό Πόλεμο στη Φιλανδία, τον 1939-40. Οι Φινλανδοί αποδείχθηκαν ιδιαίτερα επιτυχημένοι κυνηγοί των σοβιετικών αρμάτων, αν και οι ομάδες κυνηγών τους υπέστησαν απώλειες της τάξης του 70% του προσωπικού τους.

Οι γερμανικές ομάδες κυνηγών αρμάτων, αποτελείτο από επτά άνδρες. Συνήθως αυτή την αποστολή την αναλάμβανε μια ομάδα μάχης ανά λόχο. Αρχικά η ομάδα διέθετε τρία Α/Τ τυφέκια – τρία στοιχεία, με σκοπευτή και γεμιστή και έναν επικεφαλής υπαξιωματικό.

Η ομάδα αυτή τάσσονταν υπό τις διαταγές ενός εγνωσμένου θάρρους και διοικητικής ικανότητας υπαξιωματικού και εκπαιδεύονταν στα ειδικά όπλα που η αποστολή της απαιτούσε. Ωστόσο όλοι οι Γερμανοί πεζοί εκπαιδεύονταν, ως ένα βαθμό, σε αντιαρματικές τακτικές.

Αντιαρματικές τακτικές και όπλα

Η αντιμετώπιση των αρμάτων μάχης είναι δυνατή με παθητικά και ενεργητικά αντίμετρα. Στα πρώτα περιλαμβάνονταν τα Α/Τ εμπόδια, οι τάφροι και τα ναρκοπέδια. Στα δεύτερα ανήκαν τα Α/Τ όπλα κάθε λογής, κυρίως τα πυροβόλα και τα Α/Τ φορητά όπλα. Αρχικά οι Γερμανοί διέθεταν, σε επίπεδο λόχου, Α/Τ τυφέκια.

Τα Α/Τ τυφέκια είχαν, ούτως ή άλλως, περιορισμένη διατρητική ικανότητα. Τα γερμανικά Α/Τ τυφέκια ήταν τα Panzerbushe 38 και Panzerbushe 39, αμφότερα διαμετρήματος 7,92mm. Τα δύο όπλα έβαλλαν βολίδες διατρητικές θώρακος, αλλά ήταν αποτελεσματικά σε αποστάσεις κάτω των 100μ. και δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν παρά ελαφρά θωρακισμένα άρματα. Αργότερα το Panzerbushe 39 απέκτησε τη δυνατότητα βολής αντιαρματικών οπλοβομβίδων. Επίσης διατέθηκαν και Solothurn S-18/1000 (Panzerabwehrbüchse 785) των 20mm.

Το 1940 τέθηκε σε υπηρεσία και η αντιαρματική οπλοβομβίδα GG/P40, διαμετρήματος 30mm, η οποία βάλλονταν, με την προσθήκη απλού απαρτίου, από τα τυφέκια Mauser 98k του γερμανικού πεζικού. Δεν ήταν όμως ιδιαίτερα αποτελεσματική και το 1942 αντικαταστάθηκε από μια βελτιωμένη, διαμετρήματος 40mm, η οποία μπορούσε να διατρήσει θωράκιση πάχους 50mm σε απόσταση μέχρι και 150 μ.

Από τις οπλοβομβίδες αυτές παρήχθησαν περίπου 24 εκατομμύρια υποδείγματα, σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. Στα τέλη του 1942 εντάχθηκε σε υπηρεσία η βελτιωμένη αντιαρματική οπλοβομβίδα των 46mm, η οποία μπορούσε να διατρήσει θωράκιση 70-90mm, αναλόγως της κλίσης της, σε απόσταση 80-100μ.

Στα τέλη του 1943 αυτή αντικαταστάθηκε από την αντιαρματική οπλοβομβίδα των 61mm, η οποία μπορούσε να διαπεράσει θωράκιση πάχους μέχρι και 120mm σε απόσταση μέχρι και 100μ.

Αν τα αντίπαλα άρματα μάχης περνούσαν από το φράγμα των γερμανικών αντιαρματικών πυροβόλων, την αποστολή εξουδετέρωσή τους, αναλάμβαναν, πλέον, ομάδες γενναίων πεζών, οι οποίοι τα προσέγγιζαν, εκμεταλλευόμενοι τις αδυναμίες τους, δηλαδή την κακή ορατότητα του πληρώματος, το γεγονός ότι λόγω των εσωτερικών θορύβων, το πλήρωμα του άρματος, δεν έχει πραγματική, ακουστική, επαφή με τον έξω του χαλύβδινου περιβλήματός του, κόσμου και της περιορισμένης κινητικότητας του άρματος, σε συγκεκριμένους τύπους εδάφους.

Οι άνδρες αυτοί ενέδρευαν σε κατάλληλες θέσεις και όταν τα αντίπαλα άρματα προσέγγιζαν ορμούσαν εναντίον τους από νεκρές γωνίες για τα όπλα του άρματος και είτε προσκολλούσαν επάνω τους μαγνητικές, ή και κοινές νάρκες, ή αργότερα εκρηκτικά κοίλου γεμίσματος ή έριχναν δέσμες χειροβομβίδες και «κοκτέιλ Μολότωφ», στα καλύμματα των κινητήρων και στις εξαγωγές καυσαερίων τους.

Οι δέσμες χειροβομβίδων ήταν αποτελεσματικές καθώς η θωράκιση των καλυμμάτων των κινητήρων δεν ήταν βαριά και μπορούσε να διαπεραστεί από την έκρηξη, ώστε να καταστρέφει ο κινητήρας και να εξουδετερωθεί το άρμα. Συνήθως η δέσμη χειροβομβίδων αποτελείτο από επτά χειροβομβίδες Μ24, ή αργότερα ΡΗ39. Ο χρόνος ανάφλεξής τους ήταν 4,5 δευτερόλεπτα.

Οι Γερμανοί, αφού πρώτα αντιμετώπισαν, κατόπιν αντέγραψαν το αμερικανικό Bazooka, δημιουργώντας το Panzerschreck (“τρόμος των αρμάτων”), επίσημα γνωστό ως Raketenpanzerbuchse 43. Το όπλο αυτό είχε μήκος 1,638 μ. και βάρος 9,5 κιλών. Έβαλε μια ρουκέτα διαμετρήματος 88mm. Ήταν αποτελεσματικό σε αποστάσεις κάτω των 150μ.

Το 1944 τέθηκε σε υπηρεσία το βελτιωμένο Raketenpanzerbuchse 54, το οποίο σύντομα αντικαταστάθηκε από το βελτιωμένο Raketenpanzerbuchse 54/1, το οποίο είχε μεγαλύτερο βεληνεκές. Μέχρι το τέλος του πολέμου παρήχθησαν περισσότερα από 290.000 όπλα του τύπου και των τριών υποδειγμάτων. Το όπλο αυτό εξόπλισε και τους αντιαρματικούς λόχους των συνταγμάτων πεζικού των Μεραρχιών Πεζικού υποδείγματος 1944.

Ο πλέον διάσημος, όμως, γερμανικός φορητός Α/Τ εκτοξευτής δεν ήταν άλλος από το περίφημο Panzerfaust (= Α/Τ γροθιά), το οποίο άρχισε να εντάσσεται σε υπηρεσία από το καλοκαίρι του 1943. Το αρχικό υπόδειγμα (Panzerfaust Klein) έβαλλε βλήμα κοίλου γεμίσματος, διαμετρήματος 100mm. Είχε όμως αποτελεσματικό βεληνεκές μόλις 30μ. Μπορούσε να διαπεράσει θωράκιση πάχους 140mm.

Το Panzerfaust 30 Gross είχε το αυτό αποτελεσματικό βεληνεκές, αλλά έβαλλε βλήμα κοίλου γεμίσματος διαμετρήματος 150mm, το οποίο μπορούσε να διαπεράσει θωράκιση πάχους 200mm. Ήταν δηλαδή σε θέση να καταστρέψει κάθε άρμα της εποχής.

Το καλοκαίρι του 1944 τέθηκε σε υπηρεσία το Panzerfaust 60 και τον Σεπτέμβριο του 1944 έκανε την εμφάνισή του το Panzerfaust 100. Ακόμα πιο εξελιγμένα υποδείγματα του Panzerfaust σχεδιάστηκαν αλλά δεν πρόλαβαν να χρησιμοποιηθούν, λόγω του τερματισμού του πολέμου. Συνολικά παρήχθησαν περισσότερα από 8 εκατομμύρια όπλα του τύπου. Από το 1944 κάθε λόχος πεζικού και μηχανικού εφοδιάζονταν με 36 τέτοια όπλα.

Οι Γερμανοί πεζοί κυνηγοί αρμάτων διέθεταν επίσης την αντιαρματική βόμβα, κοίλου γεμίσματος, Haftohlladung. Η εκρηκτική αυτή συσκευή, σχήματος χωνιού, είχε στη βάση της τρεις ισχυρούς μαγνήτες, ώστε να προσκολλάτε στα εχθρικά άρματα. Ο στρατιώτης πλησίαζε το αντίπαλο άρμα, κολλούσε επάνω του τη βόμβα, την όπλιζε και έσπευδε να καλυφθεί, καθώς, στα πρώτα υποδείγματα, 4,5 δευτερόλεπτα μετά, ακολουθούσε η έκρηξη.

Στα επόμενα υποδείγματα ο χρόνος ανάφλεξης αυξήθηκε στα 7,5 δευτερόλεπτα, για να έχει επαρκή χρόνο διαφυγής ο στρατιώτης που τοποθετούσε τη βόμβα. Το όπλο αυτό τέθηκε σε υπηρεσία από τον Νοέμβριο του 1942. Ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικό, τόσο κατά των αντιπάλων αρμάτων, αλλά και κατά οικημάτων και οχυρώσεων. Μπορούσε να διαπεράσει 140mm χάλυβα, ή 0,5μ. σκυροδέματος.

Ήταν ωστόσο επικίνδυνο στη χρήση, καθώς απαιτούσε, κυριολεκτικά, την «προσωπική» επαφή του χρήστη με τον στόχο. Το όπλο αυτό χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από τις γερμανικές ομάδες κυνηγών. Μέχρι το τέλος του πολέμου κατασκευάστηκαν 553.900 εκρηκτικά γεμίσματα του τύπου αυτού.

Ένα άλλο όπλο του εκ του συστάδην αντιαρματικού αγώνα ήταν και η «ιπτάμενη νάρκη» Panzerwurfmine I. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για ένα όπλο μεταξύ νάρκης και χειροβομβίδας κοίλου γεμίσματος, το οποίο ρίπτονταν με το χέρι, σε μικρές αποστάσεις. Ήταν εφοδιασμένο με ένα είδος υφασμάτινων πτερύγων.

Όπλιζε αυτόματα, κατά τη ρίψη του και οι πτέρυγες άνοιγαν, σχηματίζοντας ένα είδος μικρού αλεξιπτώτου, με τη βοήθεια του οποίου το πυρομαχικό «προσγειωνόταν» επάνω στο αντίπαλο άρμα και εκρήγνειτο. Το κοίλο γέμισμά του μπορούσε να διαπεράσει θωράκιση 80mm. Εκτεταμένα επίσης χρησιμοποιήθηκαν διάφοροι τύποι Α/Τ ναρκών, με βασικότερο υπόδειγμα την Teller.

Ο παράγοντας εκπαίδευση – ηθικό

Η αντιμετώπιση των αρμάτων μάχης από το πεζικό ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη και επικίνδυνη υπόθεση, που απαιτούσε από τον στρατιώτη το μάξιμουμ των φυσικών, αλλά και πνευματικών του δυνάμεων. Οι άνδρες των κυνηγών αρμάτων έπρεπε να έχουν ατσάλινο νευρικό σύστημα για να αντέξουν στην πίεση που υφίσταντο την στιγμή της μάχης, καθώς γνώριζαν πως μόνο μια στιγμή χώριζε τη ζωή από τον θάνατο.

Οι Γερμανοί πεζοί αντίπαλοι των αρμάτων όφειλαν την επιτυχία τους στην επίπονη, αλλά και εξαιρετικά ρεαλιστική εκπαίδευση που υφίσταντο, καθώς, μέχρι το 1942, περίπου, τα όπλα που διέθεταν δεν ήταν αυτά που θα τους επέτρεπαν, με σχετική ασφάλεια, να αντιμετωπίσουν την τεθωρακισμένη απειλή, ούτε τους εξασφάλιζαν την επιτυχία.

Η εισαγωγή στο γερμανικό οπλοστάσιο των φορητών αντιαρματικών εκτοξευτών άνοιξε μια νέα σελίδα στην ιστορία των κυνηγών αρμάτων. Πλέον ο ταπεινός πεζός είχε τα μέσα να καταστρέψει ένα χαλύβδινο μεγαθήριο. Επρόκειτο για μια επανάσταση στην πολεμική τέχνη, ανάλογη με αυτή της χρήσης του αρκεβούζιου κατά των βαριά θωρακισμένων ιπποτών στην πρώιμη Αναγέννηση.

Σοβιετικό άρμα Τ-34 φλέγεται.

Γερμανός στρατιώτης με αντιαρματικό τυφέκιο.

Νάρκη Teller.