Πάτρα – Κολοκοτρώνης 1821-22: Ελληνική δόξα, ελληνικά ΑΙΣΧΗ και αποτυχίες

Η Ελληνική Επανάσταση ξεκίνησε από τον Μάρτιο του 1821 και στην Πελοπόννησο, στον απόηχο του κινήματος του Αλ. Υψηλάντης στη Μολδοβλαχία. Αι Παλαιαί Πάτραι, η σημερινή Πάτρα δηλαδή, ήταν, από τον ύστερο Μεσαίωνα, από τις μεγαλύτερες πόλεις της Πελοποννήσου. Μοιραία η τουρκική παρουσία ήταν ισχυρή εκεί. Από την έκρηξη της επανάστασης οι Έλληνες προσπάθησαν να εκδιώξουν τους Τούρκους από την σημαντική πόλη, αλλά δεν το κατόρθωσαν ποτέ, λόγω και της ενδημούσας διχόνοιας, της αιώνιας πληγής του Ελληνισμού.

Από τον Φεβρουάριο του 1821 η ένταση στην Πελοπόννησο είχε φτάσεις το κατακόρυφο. Η κίνηση Υψηλάντη στις ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας είχε εξάψει την τουρκική καχυποψία. Η ένταση δε κορυφώθηκε τον Μάρτιο με τις πρώτες συγκρούσεις να λαμβάνουν χώρα.

Στην Πάτρα ο επαναστατικός αναβρασμός ήταν έκδηλος από τον Φεβρουάριο ήδη. Σύμφωνα με έγγραφα των ξένων προξενείων που έδρευαν στην πόλη φαίνεται πως οι Έλληνες αρνήθηκαν να καταβάλουν τον κεφαλικό φόρο στους Τούρκους, γεγονός που προκάλεσε ανησυχία στους κατακτητές. Επίσης Από τις 20 Φεβρουαρίου η ένταση άρχισε να αυξάνεται και μέχρι τις 6 Μαρτίου οι Τούρκοι είχαν αποσυρθεί στο φρούριο της πόλης με τις οικογένειες και τους θησαυρούς τους.

Αλλά και οι Έλληνες άρχισαν να στέλνουν τα γυναικόπαιδα στα Επτάνησα ή στα γύρω ορεινά ενόψει της έναρξης των πολεμικών επιχειρήσεων. Επίσης άμαχοι Έλληνες κατέφυγαν στα ξένα προξενεία στην πόλη, κυρίως το γαλλικό και το ρωσικό, καθώς ο Βρετανός πρόξενος Γκρην ήταν εχθρικά διακείμενος έναντι των Ελλήνων και έθετε κάθε λογής εμπόδια ακόμα και σε όσους προσπαθούσαν να μεταβούν στα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα.

Το ξέσπασμα της επανάστασης

Στις 23 Μαρτίου οι τουρκικές αρχές της πόλης κάλεσαν τους ξένους πρόξενους ζητώντας τους να ασκήσουν την επιρροή τους στους Έλληνες για να μην ξεσηκωθούν. Το απόγευμα της ίδια ημέρας όμως περίπου 300 Τούρκοι επιτέθηκαν κατά της οικείας του πρόκριτου της πόλης Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου και κατά του οικήματος της Μητρόπολης Παλαιών Πατρών και έβαλαν φωτιά η οποία επεκτάθηκε σύντομα στην περιοχή των ξένων προξενείων.

Η επίθεση αυτή των Τούρκων ήταν το έναυσμα του ξεσηκωμού των Ελλήνων. Ομάδες ενόπλων Ελλήνων με επικεφαλής τον υποδηματοποιό Παναγιώτη Καρατζά, τον φαρμακοποιό Νικόλαο Γερακάρη και τον έμπορο Ευάγγελο Λιβαδά οργανώθηκαν και επιτέθηκαν στους Τούρκους. Παράλληλα άλλες ομάδες Ελλήνων επιτέθηκαν στους Τούρκους στην περιοχή του ρωσικού προξενείου που είχαν στο μεταξύ ενισχυθεί με ομοεθνείς τους από το Ρίο. Σύντομα η σύγκρουση γενικεύτηκε και η πόλη παραδόθηκε στη βία και τη φωτιά.

Εντέλει, ύστερα από άγρια ολονύκτια μάχη οι Τούρκοι υποχρεώθηκαν να καταφύγουν στο φρούριο της πόλης. Σταδιακά στην πόλη άρχισαν να συρρέουν Έλληνες και από τις γύρω περιοχές. Έτσι αφίχθη ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Ανδρέας Λόντος, ο Ανδρέας Ζαΐμης και άλλοι οπλαρχηγοί με τους άνδρες τους συγκεντρώνοντας σημαντικό αριθμό πολεμιστών. Εκεί στις 25 Μαρτίου, ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου οι πολεμιστές ορκίστηκαν στον σταυρό για «ελευθερία ή θάνατο» στην πλατεία του Αγ. Γεωργίου.

Μετά την ορκωμοσία οι Έλληνες συγκρότησαν το Αχαϊκό Διευθυντήριο με σκοπό την συστηματική πολιορκία των κλεισμένων στο φρούριο Τούρκων. Οι Έλληνες παράλληλα εξέδωσαν προκήρυξη προς τους ξένους πρόξενους δηλώνοντάς τους την έναρξη της επανάστασης και την απόφασή τους να αγωνιστούν μέχρι τον θάνατο. Την ίδια ώρα οργανώθηκε συστηματικά η πολιορκία του φρουρίου. Συστάθηκε «οπλοποιείο» για τα αναγκαία του αγώνα, ενώ Επτανήσιοι μετέφεραν από αγκυροβολημένα στο λιμάνι πλοία επτά πυροβόλα τα οποία τοποθέτησαν σε πυροβολείο που κατασκεύασαν απέναντι από το φρούριο.

Στο μεταξύ ο αγώνας είχε επεκταθεί σε όλη την Πελοπόννησο (Μωριάς) και σε τμήματα της Στερεάς Ελλάδος (Ρούμελη). Στην Πάτρα όμως η κατάσταση άρχιζε να χειροτερεύει για τους Έλληνες καθώς τουρκικές δυνάμεις ενίσχυσαν τους αμυνόμενους στο φρούριο συμπατριώτες τους. Από το Αγρίνιο (τότε Βραχώρι) ο πασάς της Εύβοιας Γιουσούφ Σελήμ διατάχθηκε να κινηθεί προς την Πάτρα και να άρει την πολιορκία του φρουρίου.

Πράγματι στις 3 Απριλίου ο Γιουσούφ πέρασε ανενόχλητος το στενό του Ρίο – Αντίριο και βάδισε προς την πόλη έχοντας ενημερωθεί για την τακτική κατάσταση και τις δυνατότητες των Ελλήνων από τον Βρετανό πρόξενο Γκρην που δεν συμπαθούσε ιδιαιτέρως την επανάσταση. Οι Έλληνες δεν στάθηκαν καν να αντιμετωπίσουν τον Γιουσούφ αλλά όσοι μπόρεσαν τράπηκαν σε φυγή καθώς και οι έγκλειστοι στο φρούριο Τούρκοι πραγματοποίησαν έξοδο.

Ακολούθησε σφαγή των Ελλήνων, κυρίως των αμάχων, όπου εκατοντάδες σκοτώθηκαν και ακόμα περισσότεροι εξανδραποδίσθηκαν. Τρεις ημέρες αργότερα οι δυνάμεις του Γιουσούφ, με περισσότερους από 600 άνδρες, ενισχύθηκαν με 3.500 Αλβανούς υπό τον κεγαχιάμπεη Μουσταφά. Η δύναμη αυτή είχε σταλεί με σκοπό να άρει τη χαλαρή πολιορκία της Τριπολιτσάς από τους Έλληνες.

Ο Μουσταφά με τους Αλβανούς του πράγματι κινήθηκε δραστήρια. Πρώτα έκαψε το Αίγιο και κινούμενος μέχρι την Κόρινθο ήρε την πολιορκία του Ακροκορίνθου και εισήλθε θριαμβευτικά στην πόλη. Από εκεί βάδισε προς το Άργος . Στις 25 Απριλίου οι Έλληνες επιχείρησαν να τον σταματήσουν αλλά υπέστησαν δεινή ήττα και διαλύθηκαν. Αποτέλεσμα της ήττας αυτή ήταν και η άρση της πολιορκίας του Ναυπλίου.

Ήταν εμφανές λοιπόν πως όσο οι Τούρκοι κρατούσαν την Πάτρα μπορούσαν κατά το δοκούν να μεταφέρουν δυνάμεις προς την Πελοπόννησο απειλώντας να συντρίψουν την επανάσταση πριν καλά – καλά αρχίσει, δεδομένου και του γεγονότος ότι ήλεγχαν τα στενά του Μακρυνόρους μέσω των οποίων περνούσε και περνά ο δρόμος Ιωαννίνων – Πατρών.

Πάντως με τον Μουσταφά απασχολημένο στην Τριπολιτσά οι Έλληνες επιχείρησαν εκ νέου να πολιορκήσουν την Πάτρα από τον Μάιο του 1821 εκ του μακρόθεν, κατά το πρότυπο που ο Κολοκοτρώνης εφάρμοζε στην Τριπολιτσά. Οι Έλληνες κατάφεραν να νικήσουν τους Τούρκους που επιχείρησαν να σπάσουν τις γραμμές των πολιορκητών τους στη μάχη κοντά στην Ι. Μ. Παναγίας Ομπλού, όπως και στις 2 Ιουνίου στη μάχη του Ριγανόκαμπου. Ωστόσο οι τουρκικές απώλειες αναπληρώθηκαν από την άφιξη Λαλιωτών Τούρκων από το περιώνυμο χωριό Λάλα της Ηλείας.

Επίσης λόγω αδυναμίας του ελληνικού επαναστατικού στόλου να αποκλείσει αποτελεσματικά τον Πατραϊκό οι Τούρκοι ανεφοδιάζονταν ανελλιπώς και άρα δεν αντιμετώπισαν επισιτιστικό πρόβλημα όπως συνέβη στην Τριπολιτσά.

Ενισχυμένος με τους Λαλαίους ο Γιουσούφ εξαπέλυσε νέα επίθεση και στις 28 Ιουνίου πυρπόλησε τη Μονή Ομπλού. Λίγες ημέρες αργότερα οι Τούρκοι, υπό τον ίδιο των Γιουσούφ, επιχείρησαν νέα επιδρομή. Αν και υποχρεώθηκαν να υποχωρήσουν τελικά, επέφεραν πάντως ιδιαίτερα σημαντικές καταστροφές στην περιοχή. Στις 12 Ιουλίου, σε ανάλογη επιχείρηση, οι Τούρκοι ηττήθηκαν και πάλι. Ωστόσο οι μάχες αυτές ως μεγάλης κλίμακας αψιμαχίες πρέπει να νοηθούν. Οι αμυντικές αυτές νίκες των Ελλήνων δεν είχαν καίρια σημασία και δεν επηρέαζαν τη γενικότερη στρατηγική κατάσταση στην περιοχή της βορειοδυτικής Πελοποννήσου.

Διάλυση…

Η παράταση του αγώνα στην Πάτρα προκαλούσε ανησυχία στο ελληνικό στρατόπεδο. Ο Δημήτριος Υψηλάντης αντιλαμβανόμενος πως αν δεν κοβόταν ο ομφάλιος λώρος των Τούρκων της Πάτρας με τη δυτική Στερεά και τη Ναύπακτο η πολιορκία δεν μπορούσε να έχει ευτυχή κατάληξη, ζήτησε από τον στόλο να ελέγξει τον Πατραϊκό. Ωστόσο αυτό δεν επετεύχθη.

Στο μεταξύ στην περιοχή των Πατρών οι Έλληνες είχαν καταφέρει να προωθήσουν ελαφρά τις θέσεις τους επίκεντρο του αγώνα κατέστη η Ι.Μ. Γηροκομείου στους πρόποδες του Παναχαϊκού όρους. Οι Τούρκοι είχαν καταλάβει τη μονή όταν αυτή εγκαταλείφθηκε από τους Έλληνες. Τώρα όμως ένοπλα τμήματα υπό τους Παναγιώτη Καρατζά, Θοδωράκη Γρίβα και Ανδρέα Λόντο καθώς και τους Φωκά και Γερακάρη, προωθήθηκαν με στόχο την ανακατάληψη της μονής με στόχο τον στενότερο αποκλεισμό της πόλης.

Οι Έλληνες οχυρώθηκαν πέριξ της μονής και οι Τούρκοι, στις 8 Αυγούστου 1821, επιχείρησαν να τους εκδιώξουν από τα οχυρώματά τους. Οι Τούρκοι διαθέτοντας ιππικό και πυροβολικό επιτέθηκαν με ορμή κατά των ελληνικών οχυρωμάτων. Η μάχη διήρκεσε 24 ολόκληρες ώρες και δόθηκε με πείσμα και ηρωισμό και από τις δύο πλευρές. Τελικά όμως οι Τούρκοι ηττήθηκαν και υποχρεώθηκαν να υποχωρήσουν στην Πάτρα αφήνοντας στους Έλληνες την κατοχή της μονής.

Η επιτυχία όμως αυτή αμαυρώθηκε από τη δολοφονία, στις 4 Σεπτεμβρίου, του Παναγιώτη Καρατζά από Έλληνες λόγω προσωπικών αντιζηλιών. Αποτέλεσμα ήταν να αποχωρήσουν από την πολιορκία πολλοί επιφανείς αρχηγοί και η το ελληνικό στρατόπεδο σχεδόν να διαλυθεί. Η διχόνοια «η δολερή» που έλεγε και ο Σολομός, χτύπησε και θα ξαναχτυπούσε στην Πάτρα και όχι μόνο, κατά τη διάρκεια της επανάστασης.

Ακόμα χειρότερα πάντως, στις 7 Σεπτεμβρίου, ο ενωμένος τουρκοαιγιπτιακός στόλος υπό τους Καρά Αλή και Ισμαήλ Γιβραλτάρ εμφανίστηκε έξω από την Πάτρα σκορπίζοντας αγαλλίαση στους Τούρκους και κατήφεια στους εναπομείναντες Έλληνες. Το βράδυ της 8ης Σεπτεμβρίου, πριν αποβιβαστούν τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις, οι Έλληνες εγκατέλειψαν τις θέσεις τους κοντά στην πόλη και αποχώρησαν.

Την επομένη οι δυνάμεις που αποβιβάστηκαν από τον ενωμένο στόλο ενώθηκαν με τους Τούρκους του φρουρίου και όλοι μαζί επιτέθηκαν στις ελληνικές θέσεις στο Πριναρόκαστρο και στο μετόχι της μονής Ομπλού και τους διασκόρπισαν χωρίς καν μάχη. Η πολιορκία της Πάτρας είχε ολοκληρωτικά αρθεί. Οι Έλληνες είχαν ηττηθεί όχι τόσο από τον εχθρό αλλά κυρίως από την αιώνια ασθένεια της φυλής, τη διχόνοια.

Γενικά η πολιορκία της Πάτρας δεν θα μπορούσε να επιτύχει αν ο ελληνικός στόλος δεν απαγόρευε τον ανεφοδιασμό των εκεί Τούρκων. Από την στιγμή που κάτι τέτοιο δεν συνέβη η εξέλιξη δύσκολα θα μπορούσε να είναι θετική για τους Έλληνες.

Κινήσεις ντροπής

Σε αυτή την κρίσιμη στιγμή όμως ήρθε η είδηση της άλωσης της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821). Οι Αλβανοί μάλιστα της δύναμης του Γιουσούφ έλαβαν επιστολή από τους ομοεθνείς τους που γλίτωσαν από την Τριπολιτσά μετά από την συμφωνία τους με τον Κολοκοτρώνη και το ηθικό τους κλονίστηκε. Με την ίδια επιστολή οι Αλβανοί που γλίτωσαν από την Τριπολιτσά έλεγαν στους Αλβανούς να της Πάτρας να επιχειρήσουν ανάλογο συμβιβασμό με τους Έλληνες για να γλιτώσουν τα κεφάλια τους, ενημερώνοντάς τους παράλληλα για την τύχη των Τούρκων της Τριπολιτσάς.

Έτσι οι Αλβανοί της Πάτρας, υπό τον Ασλάν αγά εγκατέλειψαν τους Τούρκους και έφυγαν από την Πάτρα αποδυναμώνοντας τη φρουρά. Αν υπήρχε μια αξιόμαχη ελληνική δύναμη διαθέσιμη εκείνη την στιγμή η πόλη θα μπορούσε να έχει απελευθερωθεί ασφαλίζοντας έτσι τον Μωρία και εξασφαλίζοντας στους Έλληνες ένα σπουδαίο λιμάνι σύνδεσής τους με τη Δύση.

Τον Οκτώβριο πάντως ανατέθηκε στον Κολοκοτρώνη να επιχειρήσει την απελευθέρωση της Πάτρας. Ο Κολοκοτρώνης διορίστηκε επικεφαλής της επιχείρησης από την Πελοποννησιακή Γερουσία. Ωστόσο εξαρχής αντιμετώπισε προβλήματα όχι από τους Τούρκους, αλλά από τους Έλληνες. Πρόκριτοι και η μερίδα των «πολιτικών» δεν επιθυμούσαν μια νέα επιτυχία του Κολοκοτρώνη ο οποίος, μετά την Τριπολιτσά, ήταν η κυρίαρχη φυσιογνωμία της επανάστασης και το όνομά του είχε καταστεί θρύλος για τους Έλληνες.

Έτσι ενώ ο Κολοκοτρώνης προσπαθούσε να συγκεντρώσει άνδρες για την επιχείρηση οι πρόκριτοι έκαναν ότι μπορούσαν για να τον εμποδίσουν. Τελικά κατάφερε να συγκεντρώσει 1.700 μόλις άνδρες. Οι ίδιοι οι πρόκριτοι της Αχαΐας, με επιστολή τους προς τον Δημήτριο Υψηλάντη, ζητούσαν την αποστολή μόνο 300 ανδρών με επικεφαλής απαραιτήτως «έναν Δεληγιάννη ή έναν Μαυρομιχάλη», απειλώντας διαφορετικά πως αν άλλος – ο Κολοκοτρώνης – ήταν επικεφαλής «θα τον έβαναν στο τουφέκι»!

«Σκοπός τους ήταν να μην πάρω την Πάτρα και δυναμωθώ. Αν με άφηναν να πάω αμέσως θα μου έδιναν τα κλειδιά οι Τούρκοι από τον φόβο τους», διηγείται ο Γέρος του Μωριά στα απομνημονεύματά του, περιγράφοντας το νοσηρό αυτό κλίμα που επικρατούσε τότε και δυστυχώς θα χειροτέρευε αργότερα. Οι Αχαιοί πάντως θεωρούσαν πως μπορούσαν μόνοι τους να απελευθερώσουν την Πάτρα και δεν είχαν ανάγκη τον Κολοκοτρώνη. Αλλά και μεταξύ τους οι αντιζηλίες και οι συγκρούσεις δεν έλλειπαν. Έτσι οι οικογένειες Πετμαζά και Κουμανιώτη είχαν εκδιωχθεί από τους άλλους πρόκριτους προσπαθούσαν να επιστρέψουν, οι δε πρόκριτοι Πατρών και Καλαβρύτων επιχειρούσαν μόνοι τους.

Το βράδυ της 21ης Οκτωβρίου οι εν πολλοίς ασύντακτες δυνάμεις των τελευταίων κινήθηκαν κατά των Τούρκων και αιφνιδιάζοντάς τους κατέλαβαν την περιοχή του Γηροκομείου, της Σαραβαλίου και της Περιβόλας στην πόλη. Μόλις ξημέρωσε Έλληνες και Τούρκοι άρχισαν τα πυρά. Η ανταλλαγή συνεχίστηκε όλη την ημέρα. Μόλις όμως νύχτωσε τα άτακτα τμήματα των προκρίτων απλά σηκώθηκαν και έφυγαν με τους άνδρες να επιθυμούν περισσότερο να εξασφαλίσουν όσα λάφυρα είχαν μέχρι τότε αρπάξει παρά να συνεχίσουν τον «πόλεμο».

Τελικά με επέμβαση του Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λόντου το κακό περιορίστηκε και ελήφθη μάλιστα η απόφαση οι Έλληνες να εκτελέσουν επίθεση κατά του φρουρίου. Για την επίθεση συγκεντρώθηκαν περίπου 3.000 Έλληνες οπλοφόροι. Λίγο αργότερα αφίχθη και ο Βασίλειος Πετμεζάς με σημαντική δύναμη όμως οι άλλοι τον προειδοποίησαν να αποχωρήσει καθώς θεωρείτο άνθρωπος του Κολοκοτρώνη.

Στο μεταξύ ο Γιουσούφ που είχε μεταβεί στη Ναύπακτο, ανησυχώντας για τις εξελίξεις στην Πάτρα έστειλε ενισχύσεις, μεταξύ των οποίων και ένα τμήμα ιππικού δυνάμεως 300 ανδρών. Επιστρέφοντας στην Πάτρα ο ίδιος αποφάσισε να ανακαταλάβει τα τμήματα της πόλης που είχαν καταλάβει οι Έλληνες. Έτσι στις 22 Νοεμβρίου εξαπέλυσε επίθεση κατά των ελληνικών θέσεων.

Οι Έλληνες, με εξαίρεση 70 άνδρες του Λόντου, τράπηκαν σε φυγή επί τη εμφανίσει του τουρκικού ιππικού. Οι 70 κλείσθηκαν σε ένα οίκημα και αμύνθηκαν σθεναρά. Όταν όμως κατάλαβαν ότι είχαν απομείνει μόνοι εκτέλεσαν έξοδο για να διαφύγουν. Οι 53 από αυτούς το κατάφεραν. Οι λοιποί έπεσαν μαχόμενοι. Έτσι έληξε άδοξα η προσπάθεια των εντοπίων προκρίτων να απελευθερώσουν την Πάτρα.

Ο Κολοκοτρώνης επικεφαλής

Οι Τούρκοι στην Πάτρα αφέθηκαν ανενόχλητοι για μεγάλο διάστημα. Μετά την κατάληψη του φρουρίου του Ακροκορίνθου όμως το ζήτημα της Πάτρας επανήλθε. Οι Τούρκοι πάντως δεν αδρανούσαν και τις πρώτες ημέρες του Φεβρουαρίου του 1822 τουρκικά πλοία μετέφεραν 8-9.000 Τούρκους πολεμιστές προερχόμενους από την Ανατολία στην Πάτρα, ενισχύοντας σημαντικά τις δυνάμεις του Γιουσούφ.

Έτσι συγκεντρώθηκαν στην περιοχή περισσότεροι από 12.000 Τούρκοι στην Αχαΐα από όπου μπορούσαν να απειλήσουν ολόκληρη την Πελοπόννησο. Μη έχοντας άλλη επιλογή ο υπουργός Στρατιωτικών Ιωάννης Κωλέττης, αντίπαλος του Κολοκοτρώνη, αποφάσισε την αποστολή του Γέρου στην περιοχή ώστε να ολοκληρωθεί επιτέλους επιτυχώς η πολιορκία.

Εφοδιασμένος με έγγραφη διαταγή του Κωλέττη ο Κολοκοτρώνης κατάφερε να συγκεντρώσει 6.000 άνδρες. Προηγουμένως είχε αποστείλει τον Δημήτριο Πλαπούτα, Κωνσταντίνο Πετμεζά και Αποστόλη και Γενναίο Κολοκοτρώνη να καταλάβουν σημαντικές θέσεις στην περιοχή των Πατρών ώστε να προετοιμάσουν το έδαφος.
Στο μεταξύ, στις 26 Φεβρουαρίου, περίπου 2.000 Τούρκοι «Κακλαμάνοι», όπως ήταν γνωστοί οι εξ Ανατολίας, εξήλθαν των τειχών και κινήθηκαν προς τη Χαλαδρίτσα.

Οι 500 περίπου Έλληνες που επιτηρούσαν την περιοχή δεν άντεξαν στις τουρκικές επιθέσεις και υποχρεώθηκαν σε υποχώρηση. Οι Τούρκοι πυρπόλησαν την κωμόπολη και ετοιμάστηκαν να επιστρέψουν στην Πάτρα. Στην επιστροφή τους όμως βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους άνδρες του Πλαπούτα και του Γενναίου και Αποστόλη Κολοκοτρώνη.

Παρά την αριθμητική τους υπεροχή και το γεγονός ότι διέθεταν και πυροβολικό οι Τούρκοι ηττήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή καταφεύγοντας στην πόλη. Οι εκατέρωθεν απώλειες δεν ήταν σημαντικές αλλά το πλήγμα στο ηθικό των Τούρκων ήταν βαρύ καθώς οι θεωρούμενοι ως φανατικοί Ανατολίτες Τούρκοι ηττήθηκαν στην πρώτη τους σοβαρή σύγκρουση με τους Έλληνες.

Η μάχη Γηροκομείου – Σαραβαλίου

Μετά τη νίκη στη Χαλανδρίτσα οι Έλληνες πλησίασαν περισσότερο στην Πάτρα καταλαμβάνοντας θέσεις περιμετρικά της πόλης. Την 1η Μαρτίου έφτασε στην περιοχή και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ο οποίος άμεσα εκτίμησε την κατάσταση και κατέστρωσε τα σχέδιά του. Ο Κολοκοτρώνης δεν δυσκολεύτηκε να εκτιμήσει την αξία της θέσης του Γηροκομείου, νοτιοδυτικά της πόλης, και της εκεί μονής.

«Και ευθύς έστειλα 100 νομάτους και έπιασαν το μοναστήρι στο Γεροκομιού, τίρο κανονιού (σε απόσταση βολής πυροβόλου) από την Πάτραν», αναφέρει ο Γέρος στα απομνημονεύματά του. «Και βλέποντας οι Τούρκοι ότι επιάσθηκε το μοναστήρι εβγήκαν εις πόλεμον νομίζοντας ότι είναι καθώς πρώτα και τα στρατεύματα κινήθηκαν τα εδικά μας και έγινε ο πόλεμος σφοδρός και επήραμε κεφάλια καμμιά ογδοηνταριά», αναφέρει. Στη μάχη συμμετείχαν και διακρίθηκαν ο Πλαπούτας, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης και ο σημαιοφόρος του Γέρου Νικόλαος Καραχάλιος.

Ουσιαστικά ο Κολοκοτρώνης κινούμενος ταχύτατα κατέλαβε το στρατηγικής σημασίας μοναστήρι που απείχε, όπως ο ίδιος ανέφερε, απόσταση βολής πυροβόλου – δηλαδή λιγότερο από 1.500-2.000 μ. από το φρούριο – προκαλώντας τους Τούρκους να επιτεθούν κατά οχυρής θέσης, έχοντας αναπτύξει τις λοιπές δυνάμεις του προς υποστήριξη αυτών.

Η μονή Γηροκομείου ήταν το δόλωμα και οι Τούρκοι έπεσαν στην παγίδα και ηττήθηκαν. Μετά τη νίκη αυτή ο Κολοκοτρώνης αναδιέταξε τις δυνάμεις του τοποθετώντας δυνάμεις Αχαιών στη θέση Κυνηγού, όχι μακριά από τη Ι.Μ. Γηροκομείου, Τριπολιτσιώτες, υπό τον Γεώργιο Σέκερη στην περιοχή του ληνού, στον λεγόμενο πύργο του Σαϊταγά, αριστερά της μονής, τον Γενναίο στον Παλαιόπυργο, στην περιοχή του σημερινού Πετρωτού, τον Α. Λόντο και Δ. Μελετόπουλο στο χωριό Σελλά, στο Παναχαϊκό όρος, τον Κανέλο Δεληγιάννη στο Πριναρόκαστρο (σημερινό Πουρναρόκαστρο), ανατολικά της πόλης, ενώ ο ίδιος και ο Πλαπούτας έμεινε στο Σαραβάλι, νότια της πόλης, όπου και το αρχηγείο του. Επίσης ο Γέρος ανέπτυξε μικρότερα τμήματα υπό τους Αποστόλη Κολοκοτρώνη, Δ. Πετμεζά, Αναγνώστη Παπασταθόπουλο και Ι. Πέτα σε άλλες επίκαιρες θέσεις γύρω από την πόλη.

Έτσι ο Κολοκοτρώνης ακολουθώντας ουσιαστικά το σχέδιο απομόνωσης της Πάτρας που ακολούθησε και στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, κατάφερε, εν πολλοίς, να αποκλείσει τους περισσότερους Τούρκους στα οχυρά της πόλης. Οι Τούρκοι με τρόμο διαπίστωναν καθημερινά τις προόδους των Ελλήνων και θορυβημένοι αποφάσισαν να αντιδράσουν. Έτσι ο Γιουσούφ πασάς, μαζί με τον επικεφαλής των «Κακλαμάνων» Μεχμέτ αποφάσισε να συντρίψει μια και καλή τους Έλληνες πολιορκητές.

Ο Κολοκοτρώνης αναφέρει πως οι Τούρκοι διέθεταν περί τους 12.000 άνδρες. άλλες πηγές αναφέρουν πάντως μικρότερους αριθμούς (8-10.000 άνδρες). σε κάθε περίπτωση η δύναμη των δύο πασάδων ήταν σημαντική. Το αριθμητικό τους δε πλεονέκτημα πολλαπλασιαζόταν από το γεγονός ότι διέθεταν και μεγάλο αριθμό ιππέων, αλλά και πυροβολικό.

«Συνεννοηθέντες οι δύο πασάδες εσυνάχθησαν όλοι εις τας Πάτρας και εις τας 9 Μαρτίου έγιναν τρις κολώνες (φάλαγγες) μια κατά των Πατρέων στη θέση Κυνηγού, η δε άλλη εις την μέσην κατ’ ευθείαν στο Γεροκομειό, η δε τρίτη στο κάτω μέρος του Γεροκομειού στις σταφίδες (ληνός)», αναφέρει ο Πλαπούτας. Οι Τούρκοι λοιπόν σχημάτισαν τρεις φάλαγγες εφόδου και κινήθηκαν για να επιτεθούν κατά τον Ελλήνων ρίχνοντας το βάρος τους στην περιοχή του Γεροκομείου.

Η τουρκική επίθεση αιφνιδίασε τους Έλληνες. Οι μαχόμενοι στη θέση Κυνηγού υποχώρησαν πιεζόμενοι και οι Τούρκοι έφτασαν στη μονή Γηροκομείου και την πολιόρκησαν. Επίσης το σώμα του Γενναίου υποχρεώθηκε σε υποχώρηση και κατέφυγε στον πύργο του Σαϊταγά. Το τουρκικό σχέδιο φάνηκε αρχικά να αποδίδει. Οι Τούρκοι πλήττοντας τους Έλληνες με το ισχυρό στο ισχυρό πέτυχαν, χάρη στην αριθμητική τους υπεροχή, να διασπάσουν, ουσιαστικά, την ελληνική διάταξη στο ισχυρότερό της σημείο.

Ο Κολοκοτρώνης αμέσως διέταξε τον Πλαπούτα και τον Ζαΐμη να σπεύσουν προς ενίσχυση των αποκλεισμένων στο μοναστήρι και στον πύργο Ελλήνων. Ωστόσο η παρουσία του τουρκικού ιππικού παρέλυε κάθε κίνηση. Έτσι φαινόταν πως η μάχη ήταν χαμένη οριστικά για τους Έλληνες. Ο Κολοκοτρώνης όμως είχε διαφορετική άποψη.

Μόνος του κινήθηκε έφιππος από το Σαραβάλι για να σταματήσει τον διαφαινόμενο πανικό και να ανασυντάξει τους Έλληνες. Σιγά – σιγά πάντως έπεφτε το σκοτάδι το οποίο αποτέλεσε σημαντικό σύμμαχο των καταπονημένων ελληνικών τμημάτων. Ο δε Κολοκοτρώνης πέραν από άξιος στρατηγός στο πεδίο της μάχης αποδείχθηκε και μαιτρ των ψυχολογικών επιχειρήσεων!

Ανεβαίνοντας σε ένα λοφίσκο κοντά στο χωριό Ρωμανού και καθώς είχε σκοτεινιάσει εντελώς, ο Κολοκοτρώνης άρχισε να φωνάζει: «Ετσάκισαν οι Τούρκοι»! Το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό. Οι Έλληνες εμψυχώθηκαν και οι Τούρκοι, πολλοί εκ των οποίων ήξεραν ελληνικά, πανικοβλήθηκαν και άρχισαν να φεύγουν άτακτα έναντι ενός ανύπαρκτου κινδύνου, ενώ ήταν ουσιαστικά νικητές!

Σε λίγο ο Γιουσούφ και ο Μεχμέτ είχαν χάσει εντελώς τον έλεγχο των ανδρών τους άλλοι εκ των οποίων υποχώρησαν πανικόβλητοι μέχρι το Ρίο ενώ οι περισσότεροι επέστρεψαν στην ασφάλεια των τειχών του φρουρίου της Πάτρας. Οι δύο Τούρκοι πασάδες μόλις σώθηκαν και κατέφυγαν επίσης στο φρούριο.

Η νίκη των Ελλήνων, οφειλόμενη αποκλειστικά στον Κολοκοτρώνη, ήταν μεγάλη. Οι συνολικές απώλειες των Τούρκων, υπολογίζονται σε 1.000 νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους. Η δύναμη των Γιουσούφ και Μεχμέτ ήταν πάντως μάλλον τυχερή τελικά διότι αν οι Έλληνες που βρισκόταν στη μονή του Γηροκομείου και στον πύργο του Σαϊταγά πραγματοποιούσαν έξοδο θα τους είχαν αφανίσει. Η ήττα καταρράκωσε το ηθικό των Τούρκων που δεν αποτόλμησαν νέα έξοδο, παρά το γεγονός ότι εξακολουθούσαν πάντα να υπερέχουν αριθμητικά των Ελλήνων.

Αισχρές ίντριγκες

Παρά τη μεγάλη αυτή νίκη όμως στη μάχη του Σαραβαλίου, όπως έμεινε γνωστή, ο Κωλέττης αποφάσισε να υπονομεύσει κάθε προσπάθεια του Κολοκοτρώνη. Ο Κωλέττης όχι μόνο δεν έλυνε τα προβλήματα που παρουσιάζονταν αλλά έφτασε στο σημείο να διατάξει τον Κολοκοτρώνη να εγκαταλείψει την πολιορκία της Πάτρας και να μεταβεί με τις δυνάμεις του στη δυτική Στερεά για να ενισχύσει τους επαναστάτες εκεί. Δηλαδή ούτε λίγο, ούτε πολύ, ο υπουργός Στρατιωτικών ζητούσε από τον Γέρο να διαγράψει όλες τις μέχρι τότε επιτυχίες του και να πάει στην Στερεά, αφήνοντας πίσω του περί τους 12.000 Τούρκους επί του άξονα επικοινωνιών του!

Η διαταγή του Κωλέττη δεν χρίζει καν ανάλυσης αλλά είναι ενδεικτική του άθλου πνεύματος του φατριασμού που κυριαρχούσε στους κόλπους των Ελλήνων, ώστε να μην ορρωδούν ακόμα και έναντι της σωτηρίας αυτής καθαυτής της πατρίδας προκειμένου να επιτύχουν την εξουδετέρωση του επίφοβου κατ’ αυτούς Γέρου.

Ο Κολοκοτρώνης, με ψυχραιμία, απάντησε στον Κωλέττη πως «πρέπει πρώτα να σβύσουμε την φωτιά που είναι μέσα και έπειτα να υπάγης και εις βοήθεια του γειτόνου σου». Ο Κωλέττης εξοργίστηκε με την επιστολή του Κολοκοτρώνη και του απεύθυνε νέα έγγραφη διαταγή κατηγορώντας τον μάλιστα για απείθεια έναντι της κυβέρνησης! Τότε ο Κολοκοτρώνης αφήνοντας επικεφαλής τον Πλαπούτα αποφάσισε να μεταβεί προσωπικά στην Κόρινθο για να «ίδη τι πράγμα είναι η Κυβέρνηση και τι μυαλό έχει», κατά τον Φωτάκο.

Ο Γέρος φοβούμενος για την προσωπική του ασφάλεια κινήθηκε συνοδευόμενος από 80 πιστούς του άνδρες. Πλησιάζοντας στην Κόρινθο ο Κωλέττης του έστειλε μήνυμα να μην εισέλθει στην πόλη με τη φρουρά του διαταγή που ο Κολοκοτρώνης αγνόησε.

Όταν ο στρατηγός εισήλθε στην πόλη τον οδήγησαν, με εντολή της κυβέρνησης, να καταλύσει σε ένα ερειπωμένο οίκημα με σκοπό να τον εξευτελίσουν. Η φιλοτιμία του Γέρου δεν άντεξε άλλο και αμέσως εγκατέλειψε την Κόρινθο και βάδισε προς την Τριπολιτσά. Στο Ζευγολατιό όμως τον πρόλαβε ο Κωλέττης και με δυσκολία τον έπεισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Τελικά επετράπη στον Κολοκοτρώνη να συνεχίσει την πολιορκία της Πάτρας όπου ο Πλαπούτας είχε καταφέρει, με δυσκολία, να αποκρούσει μια ακόμα απόπειρα εξόδου των Τούρκων, οι οποίοι επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν την απουσία του Γέρου του Μωριά.

Η κυβέρνηση όμως, αν και αποδέχτηκε, θεωρητικά, να επιτρέψει στον Κολοκοτρώνη να συνεχίσει την πολιορκία, στην πραγματικότητα άρχισε να τον υπονομεύει ακόμα χειρότερα από πριν αρνούμενη να τον ενισχύσει με άνδρες, χρήματα ή εφόδια. Ο Κολοκοτρώνης αυτοσχεδιάζοντας κατάφερε να παρατείνει την πολιορκία και μάλιστα επιχείρησε να έρθει σε συνεννόηση με τους πολιορκημένους επίσης Λαλαίους Τούρκους ώστε να αποχωρήσουν από την πόλη αποδυναμώνοντας τη φρουρά.

Αντίθετα η κυβέρνηση σχημάτισε μια νέα δύναμη υπό τον Κανέλο Δεληγιάννη στην οποία ανέθεσε την εκστρατεία στη δυτική Στερεά. Με τη δικαιολογία αυτή όλες οι ενισχύσεις και οι πόροι κατευθύνονταν προς τον Δεληγιάννη ενώ στον Κολοκοτρώνη δεν στέλνονταν τίποτα. Και σα να μην έφτανε αυτό στους καπετάνιους και τους στρατιώτες του έρχονταν διαταγές βάσει των οποίων έπρεπε να φύγουν από το «στρατόπεδο της Πάτρας» απειλούμενοι πως αν δεν υπάκουαν η κυβέρνηση θα δήμευε το 1/3 των περιουσιακών τους στοιχείων. Έτσι απέναντι στους 12.000 πολιορκημένους Τούρκους της Πάτρας απέμεινε ο πολιορκητής Κολοκοτρώνης με 600 μόλις άνδρες!

Αντιλαμβανόμενος το μάταιο της προσπάθειας διέλυσε επισήμως το στρατόπεδο του Σαραβλίου, στις 23 Ιουνίου 1822 και κινήθηκε προς την Τριπολιτσά. «Σκοπός τους ήταν να μην πάρω την Πάτρα και να μου σηκώσουν την δύναμη την στρατιωτική», αναφέρει στα απομνημονεύματά του. Μετά την αποχώρηση του Κολοκοτρώνη οι Τούρκοι εξήλθαν από το φρούριο και έκαψαν το ελληνικό στρατόπεδο, δεόμενοι στον Αλλάχ για την, ελέω ελληνικής αβελτηρίας, ανέλπιστη σωτηρίας τους.

Αυτή ήταν η κατάντια μερίδας Ελλήνων – και τότε – οι οποίοι έθεταν τα προσωπικά τους μικροσυμφέροντα πάνω από όλα, αδιαφορώντας για την πατρίδα. Οι συμπεριφορές αυτές θα οδηγούσαν λίγο αργότερα σε ανοικτή εμφύλια σύγκρουση η οποία παραλίγο θα κόστιζε την ελευθερία της Ελλάδας. Ο Κολοκοτρώνης πάντως θα καλείτο να αντιμετωπίσει μια ακόμα μεγαλύτερη για την επανάσταση απειλή, αυτή του Δράμαλη.