Πεδία του Κάτωνος… Βυζαντινό στρατήγημα και μεγάλη νίκη στην Αφρική

Την άνοιξη του 548 μ.Χ. η κατάσταση για τους Βυζαντινούς στη Βόρεια Αφρική δεν ήταν ευχάριστη.Οι μικρές βυζαντινές δυνάμεις είχαν ηττηθεί από από τους εξεγερμένους Νουμίδες. Ο στρατηγός Ιωάννης Τρωγλίτης όμως που στάλθηκε από τον Ιουστινιανό δεν ήταν από αυτούς που παραιτούνταν εύκολα.

Ο Ιωάννης κινήθηκε προς την πεδιάδα του Αρσούρις. Εκεί συναντήθηκε με τους Νουμίδες συμμάχους του οι δυνάμεις των οποίων αριθμούσαν 142.000 άνδρες.

Ο εν λόγω αριθμός που αναφέρουν κάποιες πηγές είναι προφανώς εξαιρετικά υπερεξογκωμένος ακόμα και σε αυτόν υπολογιζόταν το σύνολο του πληθυσμού των φυλών που συντάχθηκαν με τους Βυζαντινούς.  Ένας αριθμός 14-15.000 Νουμίδων πολεμιστών φαντάζει πιο κοντά στην πραγματικότητα και είναι ακόμα και έτσι μάλλον εξογκωμένος.

Οι ίδιες δυνάμεις του Ιωάννη από την άλλη δεν θα μπορούσαν να αριθμούν περισσότερους από 3-5.000 στρατιώτες, δηλαδή τα υπολείμματα των δυνάμεων που υπήρχαν στην περιοχή μαζί με φρουριακά στρατεύματα που του διατέθηκαν καθώς δεν υπάρχουν αναφορές ότι ενισχύθηκε με στρατεύματα από την Κωνσταντινούπολη.

Στο μεταξύ οι εξεγερμένοι υπό τους φυλάρχους Καρκασάν και Αντάλα είχαν στρατοπεδεύσει στην πεδιάδα των Μαμμών, στο κέντρο σχεδόν της επαρχίας του Βυζακίου, στην σημερινή κεντρική Τυνησία, η οποία ταυτίζεται με την εν λόγω βυζαντινή επαρχία. Στις τάξεις τους όμως επικρατούσε διχογνωμία.

Ο μεν Καρκασάν επιθυμούσε να συγκρουστεί άμεσα με τους Βυζαντινούς, ενώ ο πιο επιφυλακτικός Αντάλας, ο οποίος είχε στο παρελθόν πολλές φορές ηττηθεί, συνιστούσε πιο μετριοπαθή στάση. Τελικά επικράτησε η γνώμη του Αντάλα και οι Νουμίδες υποχώρησαν νοτιοανατολικά, εφαρμόζοντας την τακτική της καμένης γης, θέλοντας να υποχρεώσουν τους Βυζαντινούς να καταπονηθούν καταδιώκοντάς τους και να απομακρυνθούν από τις βάσεις ανεφοδιασμού τους.

Οι Νουμίδες υποχωρούσαν επί 10 συνεχείς ημέρες φτάνοντας τελικά στο Λούντσι, 45 χλμ. νότια της σημερινής Σφαξ της Τυνησίας. Σε όλο αυτό το διάστημα ο Ιωάννης ακολουθούσε με την εμπροσθοφυλακή του να συγκρούεται συχνά με τις εχθρικές οπισθοφυλακές.

Όταν οι Βυζαντινοί έφτασαν στο Λούντσι οι Νουμίδες υποχώρησαν και πάλι προς τα βουνά. Ενήμερος όμως για τα σχέδια των αντιπάλων του από πράκτορές του ο Ιωάννης δεν τους ακολούθησε αλλά στρατοπέδευσε κοντά στο μικρό λιμάνι του Λαρίσκου από όπου μπορούσε να ανεφοδιάζει ευχερώς τις δυνάμεις του. Ωστόσο οι στρατιώτες του που αδυνατίσουν να κατανοήσουν τις κινήσεις του επικεφαλής τους σχεδόν στασίασαν. Σύντομα όμως τα πνεύματα ηρέμησαν.

Πεδία του Κάτωνος

Μετά από αυτό ο Ιωάννης βάδισε κατά των αντιπάλων του που είχαν στρατοπεδεύσει στα λεγόμενα Πεδία του Κάτωνος. Οι Νουμίδες, μαζί με Βέρβερους συμμάχους τους είχαν δημιουργήσει οχυρό στρατόπεδο εναντίον του οποίου ο Ιωάννης δίσταζε να επιτεθεί, αφού δε διέθετε και πολιορκητικές μηχανές.

Έτσι προτίμησε να το αποκλείσει φιλοδοξώντας να εξαναγκάσει τους εχθρούς να κινηθούν λόγω της πείνας. Αφού για μερικές ημέρες διατήρησε τον αποκλεισμό ώστε να εξαντληθούν τα εχθρικά εφόδια, εφάρμοσε ένα άλλο στρατήγημα για να τους παρασύρει σε μάχη.

Σκηνοθέτησε επεισόδια μεταξύ των ανδρών του και διέσπειρε τη φήμη ότι οι άνδρες του ήταν έτοιμοι να στασιάσουν. Έτσι οι Νουμίδες και οι σύμμαχοί τους αποφάσισαν να επιτεθούν. Επέλεξαν μάλιστα να επιτεθούν ημέρα Κυριακή πιστεύοντας πως στο βυζαντινό στρατόπεδο θα επικρατούσε χαλαρότητα. Ενθαρρυμένοι και από τις θυσίες που οι σαμάνοι τους εκτέλεσαν για να ζητήσουν τη βοήθεια των θεών τους, οι Νουμίδες επιτέθηκαν.

Ο Ιωάννης όμως μόνο απροετοίμαστος δεν ήταν. Ωστόσο οι αντίπαλοι ήταν πολλοί. Η μάχη ξεκίνησε με τους Βυζαντινούς να βάλλουν με τα τόξα τους κατά των επιτιθέμενων αντιπάλων τους. Σύντομα όμως η κλαγγή των όπλων αντήχησε στην πεδιάδα. Ήταν μια σύγκρουση των αριθμών έναντι της ποιότητας. Σταδιακά οι Βυζαντινοί άρχισαν να κερδίζουν έδαφος.

Ο Κόρριπος αναφέρει πως ο Ιωάννης και πάλι οδήγησε τους άνδρες του μαχόμενος στην πρώτη γραμμή σκοτώνοντας με τα ίδια του τα χέρια τουλάχιστον τέσσερις αντιπάλους. Το παράδειγμά του ακολούθησαν και οι άνδρες του και οι Νουμίδες του Αντάλα και οι Νουμίδες και Βέρβεροι του Καρκασάν άρχισαν να υποχωρούν. Ο Καρκασάν όμως αναδιοργάνωσε τους άνδρες του και εκτέλεσε νέα επίθεση τιθέμενος προσωπικά επικεφαλής.

Τότε ενώπιον του στάθηκε ο Ιωάννης. Οι δύο στρατηγοί ενεπλάκησαν σε μια θανάσιμη μονομαχία που θα έλεγε κανείς πως ξεπήδησε από τις σελίδες του Ομήρου. Ο έμπειρος Ιωάννης όμως κατάφερε να σκοτώσει τον αντίπαλό του. Οι άνδρες του γενναίου Καρκασάν βλέποντας το κεφάλι του να πέφτει στο χώμα δείλιασαν και τράπηκαν σε φυγή.

Αμέσως το βυζαντινό ιππικό ρίχθηκε στην καταδίωξη των ηττημένων σφαγιάζοντας εκατοντάδες από τους φυγάδες που έτρεχαν πανικόβλητοι , ανίκανοι να υπερασπιστούν και τις ζωές τους ακόμα.  Οι έφιπποι Νουμίδες και Βέρβεροι, χάρη στην ταχύτητα των αλόγων τους εν πολλοίς ξέφυγαν. Δεν συνέβη το ίδιο όμως και τους πεζούς που κατακόπηκαν. Ο Αντάλας πάντως κατάφερε να σωθεί και παραδόθηκε στον Ιωάννη. Η νίκη αυτή έθεσε οριστικό τέλος στον πόλεμο και εμπέδωσε τη βυζαντινή κυριαρχία στη περιοχή.