Πιστοί ως τον θάνατο μισθοφόροι… Αυτοθυσία για χάρη ενός μεγάλου βασιλιά

Κατά τη διάρκεια του Επταετούς Πολέμου, ο Πρωσικός Στρατός παρέτασσε 49 συντάγματα πεζικού γραμμής κάθε τύπου (μουσκετοφόρων και φουζιλιέρων). Από τους στρατιώτες που συγκροτούσαν τα συντάγματα πεζικού το 1/3 τουλάχιστον ήταν ξένοι μισθοφόροι, προερχόμενοι κυρίως από τα γειτονικά της Πρωσίας μικρά γερμανικά κράτη.

Υπήρχαν όμως και άλλοι που προέρχονταν από τη Γαλλία , την Ελβετία, την Ιρλανδία, την Ιταλία, ακόμα και από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι περισσότεροι ξένοι υπηρετούσαν στα νεώτερα συντάγματα των φουζιλιέρων και υπήρξαν ολόκληρα σχεδόν συντάγματα που διέθεταν εξ’ ολοκλήρου μισθοφόρους. Ακόμα και ανώτατοι αξιωματικοί του Πρωσικού Στρατού ήταν ξένοι, ο γνωστότερος των οποίων ήταν ο Γάλλος Φουσέ, ή ο Ιρλανδός Κέιθ.

Όπως είναι φυσικό ο συνδετικός κρίκος της ετερόκλητης αυτής στρατιωτικής μηχανής δεν ήταν άλλος από τη σκληρή πειθαρχία. Σύμφωνα με τον Φρειδερίκο οι άνδρες όφειλαν να φοβούνται περισσότερο τους αξιωματικούς τους από τους εχθρούς. Παρά τα σκληρά μέτρα όμως οι λιποταξίες ήταν συχνές, ιδιαίτερα μεταξύ ορισμένων κατηγοριών μισθοφόρων.

Το περίεργο όμως ήταν ότι το σοβαρό αυτό παράπτωμα, το βαρύτερο του στρατιωτικού ποινικού κώδικα, δεν τιμωρούνταν με την εσχάτη των ποινών παρά σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η εξήγηση στο παράδοξο αυτό είναι εντούτοις απλή. Ο στρατός εκείνη την εποχή ήταν επαγγελματικός και κατά συνέπεια η συγκρότηση και η διατήρηση του στοίχιζε ακριβά.

Ο κάθε εκπαιδευμένος στρατιώτης αποτελούσε κρατικό κεφάλαιο που η απώλεια του άφηνε δυσαναπλήρωτο κενό. Ο χρόνος και τα χρήματα που είχαν δαπανηθεί για την εκπαίδευση του πήγαιναν χαμένα. Για αυτό λοιπόν αποφεύγονταν η λύση του εκτελεστικού αποσπάσματος. Έχει διασωθεί ο διάλογος του Φρειδερίκου με λιποτάκτη στρατιώτη που συλληφθεί.

Ο βασιλιάς ψύχραιμα ρώτησε τον στρατιώτη γιατί λιποτάκτησε και όταν αυτός δεν απάντησε, ο Φρειδερίκος του είπε: «Ξέρω. Έφυγες γιατί νόμιζες πως χάνουμε. Λοιπόν άκου τούτο, αύριο θα πάμε στη μάχη και αν ηττηθούμε τότε έλα να λιποτακτήσουμε μαζί»!

Αντί λοιπόν της θανατικής ποινής προτιμούσαν  μια άλλη, βάρβαρη τιμωρία, από την οποία όμως ο στρατιώτης έβγαινε συνήθως ζωντανός. Ανάλογα με τη βαρύτητα του παραπτώματος παρατάσσονταν ο λόχος ή το τάγμα του τιμωρημένου στρατιώτη, σε δύο ζυγούς, απέναντι ο ένας από τον άλλο.

Ο παραβάτης τότε υποχρεωνόταν να τρέξει ανάμεσα στους δύο ζυγούς των συναδέλφων του, οι οποίοι τον κτυπούσαν με ξύλινα ραβδιά. Αν ο παραβάτης έπεφτε από τα κτυπήματα, ήταν στη διακριτική ευχέρεια του επικεφαλής αξιωματικού να επιτρέψει στους άνδρες να τον ραβδίσουν μέχρι θανάτου ή – όπως συνήθως και γίνονταν – να διατάξει παύση των ραβδισμών.

Παρά τις απάνθρωπες αυτές μεθόδους, τις μεγάλες απώλειες και τις ελλείψεις τροφίμων και εφοδίων, οι γηγενείς Πρώσοι, σπάνια εγκατέλειπαν τις γραμμές. Ακόμα και οι μισθοφόροι όμως σε πολλές περιπτώσεις τίμησαν με το παραπάνω τις πρωσικές σημαίες.

Υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα τυφλής αφοσίωσης, μέχρι θανάτου στο καθήκον και κυρίως στον Φρειδερίκο τον ίδιο. Στη μάχη του Μόλβιτς (1741) ήταν ένας Γάλλος μισθοφόρος που με αυταπάρνηση, έσωσε τη ζωή του Φρειδερίκου.

Ήταν οι Ιρλανδοί του 19ου Συντάγματος που θυσιάστηκαν μέχρις ενός στη μάχη του Χόκιρχ (1758), για να επιτρέψουν στους συναδέλφους τους να απομακρυνθούν, μετά την αιφνιδιαστική επίθεση των Αυστριακών. Το 2/19 Τάγμα υπερασπίστηκε με πείσμα την εκκλησία του χωριού και όταν τελείωσαν τα πυρομαχικά του επιτέθηκε με τη λόγχη κατά των εχθρών!

Μόνο η πειθαρχία και το ισχυρό πνεύμα μονάδας αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο του στρατού και όμως ο κρίκος αυτός ήταν τόσο ισχυρός.