Προδοσία: “Οι Τούρκοι κτυπούν την Κύπρο, εμείς είμαστε Ελλάς”… ΜΕΡΟΣ 4ο

Από τον Κεφαλόβρυσο της Λαπήθου πορευτήκαμε δυτικά μέχρι που φτάσαμε μετά το χάραμα στην Βασίλεια όπου είχε ήδη φτάσει και το υπόλοιπο τάγμα. Σε απόσταση όχι περισσότερη από ένα χιλιόμετρο από την ακτή, πηγαινοερχόταν ένα τουρκικό αντιτορπιλικό (ίσως εκείνο που έβαλλε εναντίον μας την προηγούμενη μέρα;) και περιπολούσε με τα πυροβόλα του στραμμένα προς την ακτή για επιτήρηση του παραλιακού μετώπου από Βασίλεια μέχρι Κερύνεια.

Θυμάμαι πέρασα από ένα μικρό πέτρινο γεφυράκι όπου καθόταν ο στρατιώτης Αντρέας Φαντούσης από την Λάρνακα, γραφέας Διαχείρισης Υλικού και δεν με αναγνώρισε…. Είμασταν όλοι κατάμαυροι, μουτζουρωμένοι από τις στάχτες της πυρκαγιάς. Όταν του μίλησα με κοίταξε κατάπληκτος λέγοντας μου ότι καθόταν εκεί περιμένοντας να δει αν θε περάσω… Ήταν μια ωραία καλοκαιρινή μέρα, ήταν ακόμα πρωί και ήταν ακόμα δροσιά… ήμουν κατάκοπος και ξάπλωσα στο χώμα για να ξεκουραστώ… με πήρε αμέσως ο ύπνος…

Ξύπνησα αργότερα, πρέπει να ήταν κοντά στο μεσημέρι, και περιφερόμουν στους δρόμους και τα χωράφια, κοιτάζοντας να βρω γνωστούς – και κάτι να φάω. Τότε αντίκρισα από κάποια απόσταση τον πατέρα μου – ναι τον πατέρα μου – που περιφερόταν και ρωτούσε προφανώς για μένα… δεν πίστευα στα μάτια μου! Μέσα σε όλη αυτή την κόλαση, όπου κανένας δεν ήξερε με σιγουριά μέχρι ποιου σημείου είχαν φτάσει οι Τούρκοι, ποιοι δρόμοι ήταν ελεύθεροι, και που ήταν οι γραμμές μας, ο πατέρας μου τα ρίσκαρε όλα για να έρθει να με βρει!

Τον πλησίασα και αγκαλιαστήκαμε… Τα μάτια του δάκρυσαν και με κόπο μου είπε…. «εμείς για σας προσευχόμαστε» … τη στιγμή που το τουρκικό αντιτορπιλικό έκοβε πάλι τις βόλτες του στην θάλασσα… Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη στιγμή, και ακόμα και σήμερα συγκινούμαι όταν θυμάμαι τον δακρυσμένο μου πατέρα που αψήφησε μύριους τόσους κινδύνους για να ‘ρθει από τη Λεμεσό να με βρει και να μάθει νέα μου. Αν μου ζητούσε κάποιος να συγκρατήσω μια εικόνα από τον πατέρα μου, από όλη την ζωή μου, αυτήν ακριβώς την σκηνή θα φέρνω πάντα στο μυαλό μου.

Χρόνια μετά από τον πόλεμο έμαθα ότι εκείνη ήταν η δεύτερη απόπειρα του πατέρα μου να έρθει να με βρει…. Είχε δοκιμάσει ξανά την προηγούμενη μέρα, αλλά ένα δικό μας μπλόκο στον Γερόλακκο τον είχε στρέψει πίσω… και παρόλα αυτά δεν τα έβαλε κάτω, και ξαναδοκίμασε την επόμενη μέρα, αψηφώντας μύριους κινδύνους, φτάνοντας μέχρι την Βασίλεια όπου και με βρήκε! Το απόγευμα της ίδιας μέρας επιβιβαστήκαμε σε φορτηγά και βγήκαμε ξανά στον Πενταδάχτυλο, στον Λάρνακα της Λαπήθου αυτή τη φορά, στο δυτικότερο άκρο της κορυφογραμμής του Πενταδακτύλου, όπου και μείναμε μέχρι τη Δευτέρα 30/07.

Από τον Λάρνακα της Λαπήθου ξεκίνησε την επόμενη μέρα περίπολο αναγνώρισης προς το πέρασμα του Αγ. Παύλου, με κάποιους Λοκατζήδες και οδηγό λαντ-ρόβερ τον στρατιώτη Αρτεμίου Ανδρέα. Αργότερα μάθαμε ότι το περίπολο έπεσε σε ενέδρα και ότι ενώ οι Λοκατζήδες κατόρθωσαν να διαφύγουν, ο Αρτεμίου συνελήφθη ζωντανός από τους Τούρκους. Οι Λοκατζήδες είχαν πει ότι είδαν τον Αρτεμίου να συλλαμβάνεται και να βασανίζεται επι τόπου… Σαράντα – δύο χρόνια αργότερα τα οστά του δολοφονηθέντος Αρτεμίου Ανδρέα ταυτοποιήθηκαν και κηδεύτηκαν… επίσημα ο Αρτεμίου είχε καταχωρηθεί τότε σαν αγνοούμενος.

Επιβιβαστήκαμε στα «Μπέτφορντ» κατεβαίνοντας από την νότια πλευρά του Πενταδάκτυλου προς την Σκυλλούρα. Ήταν η τελευταία φορά που αγνάντευα ελεύθερη την ακτή της Κερύνειας (ή μάλλον μέρος αυτής), αφήνοντας πίσω μας τον πανέμορφο Λάρνακα της Λαπήθου, πνιγμένο στα πεύκα. Θυμάμαι στην κατάβασή μας προς την Σκυλλούρα, περάσαμε πάνω από το τουρκοκυπριακό χωριό Καμπυλή, και βλέπαμε ολοκάθαρα τέσσερα άσπρα τεθωρακισμένα των Οηέδων (ΟΗΕ) παρατεταγμένα στην είσοδο του χωριού. Δεν πήγαμε απευθείας στην έδρα του τάγματος στον Αγ. Βασίλειο αλλά στρατοπεδεύσαμε στο δημοτικό σχολείο του κοντινού Μαρωνίτικου χωριού της Αγίας Μαρίνας Σκυλλούρας… Μου έκανε εντύπωση που σε κάθε τάξη του σχολείου υπήρχε μια μεγάλη φωτογραφία του Πάπα…

Η παραμονή στην Αγ. Μαρίνα Σκυλλούρας

Η σκηνή που πιο έντονα θυμάμαι από την ολιγοήμερη παραμονή μας στην Αγ. Μαρίνα Σκυλλούρας, ήταν όταν ήρθαν η μάνα και τα αδέρφια (μια νεαρή κοπέλα 18 περίπου χρονών και ένα νεαρό αγόρι 10 περίπου χρονών) και ρωτούσαν για να μάθουν νέα του στρατιώτη – οδηγού λαντ-ρόβερ Αρτεμίου Ανδρέα… Ξέραμε όλοι ότι ο Αρτεμίου είχε συλληφθεί (και σκοτωθεί) στον Πενταδάκτυλο όταν η περίπολος αναγνώρισης με οδηγό τον Αρτεμίου, μαζί με τους Λοκατζήδες έπεσε σε ενέδρα πηγαίνοντας από τον Λάρνακα της Λαπήθου προς το πέρασμα Αγ. Παύλου…

Ο Διοικητής προτίμησε να πει στην μάνα του Αρτεμίου ότι θα έπρεπε να πάει στην 3η ΑΤΔ στην Λευκωσία για να μάθει νέα του γιου της… Ολοφάνερα γεμάτη ταραχή η μάνα έκανε στροφή για να φύγει και σε κάποια στιγμή ξέσπασε στα κλάματα και έπεσε κατάχαμα μπρούμυτα και οδυρόταν φωνάζοντας το όνομα του γιού της… Είχε προφανώς καταλάβει από τις υπεκφυγές του Διοικητή ότι γιός της δεν ήταν πια ζωντανός…

Η αδερφή του Αντρέα έβαλε κι εκείνη τα κλάματα, όπως και ο μικρός αδερφός της ο οποίος βλέποντας την μάνα του να σφαδάζει από τους οδυρμούς και να χτυπά με τα χέρια της το χώμα, έκλαιγε και ο ίδιος σπαρακτικά και φώναζε την μάνα του… ήμουν κοντά στο νεαρό αγόρι και τον αγκάλιασα αποστρέφοντας το πρόσωπο του από την μάνα του και προσπαθούσα να τον παρηγορήσω… δεν θυμάμαι τι του έλεγα – τι μπορούσα να πω για να τον παρηγορήσω από την μια για τον χαμό του αδερφού του, και από την άλλη για την μάνα του που σφαδάζοντας πάλευε με την γη που κράτησε τον γιό της;

Έτρεμα κι εγώ ολόκληρος μπροστά σε αυτή την σκηνή του ανείπωτου πόνου… Όταν φέρνω στο μυαλό μου εικόνες από τον ανθρώπινο πόνο του πολέμου, πάντα θυμάμαι την σκηνή εκείνης της χαροκαμένης μάνας που μαθαίνοντας για τον χαμό του γιου της ολοφύρεται κατάχαμα χτυπώντας τη γη με τα χέρια της, μέσα σε ανείπωτο πόνο…

Σαράντα δύο χρόνια μετά, το 2016, στην συγκέντρωση του Συνδέσμου Πολεμιστών του 231 ΤΠ για να τιμηθούν οι συγγενείς των πεσόντων του τάγματος στην παρουσίαση του βιβλίου «Οι Αετοί του Πενταδακτύλου», ξανασυνάντησα την αδερφή του Αντρέα Αρτεμίου, γυναίκα πια, και της είχα πει ότι ήμουν παρόν στην σκηνή εκείνη στην Αγ. Μαρίνα Σκυλλούρας όπου έμαθαν για την τύχη του Αντρέα και ότι ήμουν εγώ που αγκάλιασα τον μικρό αδερφό της…. Της έδωσα αντίγραφο από κάποιες φωτογραφίες στρατιωτών του τάγματος, σε μερικές από τις οποίες εικονιζόταν και ο μακαρίτης ο Αρτεμίου και την είδα να δακρύζει…

Δεν μπόρεσα να μην δακρύσω κι εγώ στην ανάμνηση εκείνης της τόσο πονεμένης σκηνής που ξαναζωντάνεψε στην μνήμη μου… Πιο πρόσφατα (Ιούνιος 2019) κατά την διάρκεια τελετής ονοματοδοσίας σε οδό του Δήμου Στροβόλου του ονόματος του Ανδρέα Αρτεμίου βρέθηκα ξανά τόσο με την Μαρία – αδερφή του Ανδρέα Αρτεμίου όσο και με τον αδερφό του Κυριάκο (το δεκάχρονο τότε αγόρι).

Πίσω στην έδρα του 231 ΤΠ στον Αγ. Βασίλειο

Μετά από ολιγοήμερη παραμονή στην Αγ. Μαρίνα της Σκυλλούρας, επιστρέψαμε πια στην έδρα του τάγματος στον Αγ. Βασίλειο, όπου και μας βρήκε η 2η φάση της Τουρκικής εισβολής, στις 14 Αυγούστου… Το πιο σημαντικό γεγονός που θυμάμαι από αυτή την περίοδο, είναι η επίσκεψη ενός αξιωματικού του 286 ΜΤΠ (Μηχανοκίνητο Τάγμα Πεζικού) ο οποίος είχε συνάντηση με τον Διοικητή μας, προφανώς για συντονισμό μεταξύ των δύο μονάδων αφού το 286 ΜΤΠ (μαυροσκούφηδες) είχε αναπτυγμένη μια ίλη από BTR στο χωριό Σκυλλούρα.

Τον αξιωματικό συνόδευε ο Λοχίας Μιχαηλίδης Αλέκος του 286 ΜΤΠ, παλιός συμμαθητής μου από το Δημοτικό (σημ. Ο Αλέκος Μιχαηλίδης διατέλεσε χρόνια αργότερα Γενικός Διευθυντής στο Υπ. Συγκοινωνιών). Τα είπαμε για λίγο με τον Αλέκο και μου διηγήθηκε το δράμα του 286 ΜΤΠ όταν η φάλαγγά τους χτυπήθηκε στις 20 Ιουλίου από την τουρκική αεροπορία στο χωριό Κοντεμένο όπου είχαν αρκετούς νεκρούς – μεταξύ των οποίων και τον Διοικητή τους, και μου είπε για την απέλπιδα και άκαρπη αντεπίθεση στο τουρκικό προγεφύρωμά το βράδυ της 20ης Ιουλίου.. Θυμάμαι τις μέρες εκείνες τις φήμες που κυκλοφορούσαν για την Ελληνική βοήθεια που τάχα έφτανε, για το ότι οι δρόμοι στο λιμάνι της Λεμεσού «σφάδαζαν» κάτω από τις ερπύστριες των Ελληνικών αρμάτων που δήθεν συνεχώς αποβιβάζονταν…

Παραμυθίες τις οποίες πρόθυμα δεχόμασταν σαν αλήθειες – που απεγνωσμένα γυρεύαμε ν΄ ακούσουμε … δεν είναι δυνατόν η Ελλάδα να μας άφηνε μόνους. Δεν ξέραμε τότε ούτε για το «Η Κύπρος κείται μακράν» του Καραμανλή, ούτε είχαμε ακούσει το επαίσχυντο «Οι Τούρκοι κτυπούν την Κύπρο, και εμείς είμαστε Ελλάς» του Μπονάνου (Αρχηγός Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων). Όλα αυτά τα μάθαμε πολύ αργότερα… Η Κύπρος κατάμονη, έρμαιο στις ορέξεις του «Αττίλα». Οι μέρες μέχρι την 14η Αυγούστου πέρασαν ήρεμα χωρίς κανένα επεισόδιο… Τρία μικρά τροχοφόρα τεθωρακισμένα των Οηέδων είχαν ταχθεί μεταξύ των δικών μας και των τουρκικών γραμμών μπροστά από την Σκυλλούρα.