Σασσανίδες Πέρσες: Οι Φανατικοί εχθροί της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 4 – 7ος αι.

Σύμφωνα με τον Αυτοκράτορα Μαυρίκιο το «Περσικόν έθνος μοχθηρόν και κρυψίνουν και δουλοπρεπές εστί… Καρτερικώς τους τε πόνους και τους υπέρ της πατρίδας πολέμους υφίστανται». Οι Σασσανίδες Πέρσες ήταν ο πλέον επίμονος και ο καλύτερα αντίπαλος του Βυζαντίου, από τον 4ο αιώνα μ.Χ. μέχρι και την κατάλυση του κράτους τους από τους Άραβες τον 7ο αιώνα.

Ο στρατός τους συγκροτείτο από τα τμήματα ιππικού , πεζικού και πολεμικών ελεφάντων. Δεν υπήρχε μόνιμος τακτικός στρατός, άλλος από τα τμήματα της βασιλικής φρουράς. Σε περίπτωση πολέμου ο βασιλιάς διέταζε τους σατράπες του να κινητοποιήσουν τους μάχιμους άνδρες της επαρχίας τους. Πολλά τέτοια αποσπάσματα συγκροτούσαν έναν στρατό.

Οι Πέρσες διέθεταν το πλεονέκτημα της αριθμητικής υπεροχής απέναντι στους Βυζαντινούς, αφού ήταν σε θέση να συγκεντρώσουν το σύνολο των δυνάμεων τους κατά των αντιπάλων τους, μιας και δεν απειλούντο από κάποιο άλλο έθνος, ως την εμφάνιση στο προσκήνιο των Αράβων. Αντίθετα οι Βυζαντινοί την ίδια περίοδο των πολέμων με τους Πέρσες ήταν υποχρεωμένοι να πολεμούν και κατά άλλων εχθρών στη Δύση, ή στη βόρεια Βαλκανική.

Οι Πέρσες τάσσονταν για μάχη, συνήθως σε δύο γραμμές, η καθεμιά των οποίων διακρίνονταν σε δεξιό , αριστερό και κέντρο. Το βάθος, σε ζυγούς, των τμημάτων που συγκροτούσαν την κάθε γραμμή δεν ήταν προκαθορισμένο και εξαρτάτο από την εκάστοτε τακτική κατάσταση. Το κύριο όργανο κρίσης του αγώνα ήταν το ιππικό. Διακρινόταν σε υπέρ βαρύ, βαρύ και ελαφρό.

Το βαρύ ιππικό, οι Κατάφρακτοι, τάσσονταν σε πολύ πυκνή τάξη και ενεργούσαν ως κινούμενος τείχος, έτοιμος να σαρώσει οτιδήποτε έβρισκε μπροστά του. Οι Πέρσες Κατάφρακτοι ήταν εξοπλισμένοι με μακριά λόγχη, μήκους 3 τουλάχιστον μέτρων και με σπάθη. Έφεραν βαρύτατο αλυσιδωτό θώρακα, που τους κάλυπτε από το κεφάλι ως τους αστραγάλους και ίππευαν επίσης βαριά θωρακισμένα άλογα. Το βυζαντινό ιππικό ήτα αδύνατο να αντέξει την κατά μέτωπο έφοδο τους και για να τους αντιμετωπίσει αξιοποιούσε την μεγαλύτερη ευκινησία και ευελιξία του και τον συνδυασμό των όπλων.

Οι Πέρσες Κατάφρακτοι λόγω του βάρους του εξοπλισμού του δικού τους και των αλόγων τους, κινούνταν μάλλον αργά. Έτσι οι Βυζαντινοί ιππείς ήταν σε θέση να τους πλησιάζουν, να τους τοξεύουν από μικρή απόσταση και να απομακρύνονται με ασφάλεια. Ο όγκος ωστόσο του περσικού ιππικού αποτελείτο από τους κλιβανοφόρους. Οι κλιβανοφόροι έφεραν οπλισμό ανάλογο με των Βυζαντινών βουκελαρίων , δηλαδή λόγχη, τόξο και σπάθη.

Ήταν εκπαιδευμένοι να βάλλουν ταχείες ομοβροντίες βελών και να εφορμούν κατά του αντιπάλου τους μόλις ο τελευταίος έδειχνε σημεία αποδιοργάνωσης και αταξίας. Ο μεγάλος όγκος πυρός όμως δεν εξασφάλιζε και την ευστοχία. Απέναντι τους οι Βυζαντινοί ιππείς έβαλλαν πολύ πιο αργά σκοπευμένες ομοβροντίες βελών. Τα ισχυρά δε , σύνθετα τόξα που διέθεταν εκτόξευαν το βέλος με τέτοια ορμή, ώστε να είναι ικανό να διαπεράσει το αλυσιδωτό θώρακα των Περσών.

Οι Πέρσες διέθεταν επίσης σύνθετα τόξα αλλά ήταν «ησκημένον την σύντομον τοξία, αλλ’ ούκ ισχυράν». Τα άλογα των Περσών κλιβαναρίων ήταν επίσης κατά το ήμισυ θωρακισμένα. Ο τρίτος τύπος ιππέων, οι ελαφροί ιππείς, δεν έφεραν θωράκιση. Ήταν οπλισμένοι με τόξο, σπάθη, ακόντιο και μικρή ασπίδα. Οι άνδρες αυτοί δεν αποτελούσαν πραγματική απειλή για τους Βυζαντινούς. Δεν ήταν εκπαιδευμένοι να πολεμούν εκ του συστάδην και τρέπονταν άμεσα σε φυγή όταν δεχόταν την έφοδο των Βυζαντινών κουρσόρων, οι οποίοι πολεμούσαν σε διάταξη ακροβολισμού.

Η μεγάλη τραγωδία για τους Πέρσες ήταν η έλλειψη αξιόλογου πεζικού. Οι δορυφόροι τους ήταν εντελώς ανεκπαίδευτοι και όποτε επιτύγχαναν κάτι θετικό αυτό οφειλόταν στους μεγάλους τους αριθμούς. Πριν την μάχη στο Δάρας ο Βελισάριος μιλώντας στους άνδρες του σχετικά με το περσικό πεζικό τους έλεγε : «Το πεζικό του όλο δεν είναι παρά ένας όμιλος ταλαίπωρων χωρικών , οι οποίοι είναι χρήσιμοι μόνο στις πολιορκίες, στο να σκυλεύουν τους νεκρούς και να υπηρετούν τους άλλους στρατιώτες –τους ιππείς”.

Υπήρχαν και κάποια τμήματα άτακτων ορεσίβιων ελαφρών πεζών, οι οποίοι πολεμούσαν ως πελταστές. Τέλος υπήρχαν σώματα ψιλών σφενδονητών και τοξοτών. Όλοι αυτοί δεν ήταν σε θέση να προκαλέσουν σοβαρή ενόχληση στο βυζαντινό πεζικό. Όπως και στους Μηδικούς Πολέμους (490-479 π.Χ.). το περσικό πεζικό συντρίβει από το αντίπαλο.

Στο Δάρας , αναφέρει ο Προκόπιος, οι Βυζαντινοί σφαγίασαν τους Πέρσες πεζούς σε ελάχιστο χρόνο και με ελάχιστο κόπο! Ένα όπλο όμως που διέθεταν οι Πέρσες φαινόταν εξαιρετικά επίφοβο για τον Βυζαντινό Στρατό και ιδίως για το βυζαντινό ιππικό. Δεν ήταν άλλο από τους πολεμικούς ελέφαντες. Οι ελέφαντες τρομοκρατούσαν τα άλογα των αντιπάλων και έσπερναν τον πανικό.

Στις ράχες τους μετέφεραν κουβούκλια εντός των οποίων βρίσκονταν δύο-  τρεις πολεμιστές, οπλισμένοι με ακόντια και τόξα. Απέναντι σε αυτά τα παχύδερμα οι Βυζαντινοί έριχναν το επίλεκτο ελαφρύ πεζικό τους. Ο σκοπός δεν ήταν να σκοτώσουν απαραίτητα το ζώο, αλλά να το πληγώσουν, να το τρομάξουν και να το αναγκάσουν να στραφεί προς τις φίλιες γραμμές διασπώντας τις και προκαλώντας τους αταξία.