Σχέδιο Τράχενμπεργκ – Ράιχενμπαχ και 1η εφαρμογή… Γαλλική καταστροφή

Μετά την συντριβή του στη Ρωσία, το 1813, ο Ναπολέων επέστρεψε στη Γαλλία και προσπάθησε να ξαναδημιουργήσει έναν νέο στρατό. Αριθμητικά το κατόρθωσε. Ποιοτικά όμως ο στρατός αυτός υστερούσε δραματικά. Στο μεταξύ η πολιτική κατάσταση επιδεινώθηκε, με την Αυστρία να κλίνει προς τον αντιγαλλικό συνασπισμό, εντασσόμενη τελικά ως μέλος του στα τέλη του καλοκαιριού.

Τώρα ο Ναπολέων θα είχε να αντιπαλέψει, επί του ευρωπαϊκού εδάφους τους στρατούς τριών αυτοκρατοριών, ενισχυμένους από το βρετανικό χρυσάφι και τον Σουηδικό Στρατό, του οποίου ηγείτο ο πρώην στρατάρχης του Μπερναντότ.

Ο Ναπολέων απέρριψε τις γενναιόδωρες για τις περιστάσεις συμμαχικές προτάσεις ειρήνης – τον άφηναν βασιλιά της Γαλλίας – και επικεφαλής 130.000 περίπου ανδρών κίνησε για Γερμανία, προς συνάντηση των ήδη υπαρχόντων εκεί δυνάμεων του. Στη Γερμανία και στην Πολωνία υπήρχαν περικυκλωμένοι περί τους 25-30.000 Γάλλους στρατιώτες. Αλλά και οι σύμμαχοι προετοιμάζονταν.

Η Πρωσία διέθεσε περί τους 160.000 άνδρες, Η Αυστρία 200.000 άνδρες, ενταγμένους στην Στρατιά της Βοημίας, υπό τον στρατάρχη Σβάρτσενμπεργκ και η Ρωσία 180.000 άνδρες. Η Σουηδία προσέφερε 26.000 περίπου άνδρες, τα μικρά γερμανικά κράτη περί τους 15.000 και η Βρετανία 6.000. Ο Ναπολέων παρά την υπεροχή των αντιπάλων του ήταν αισιόδοξος.

Στα τέλη του καλοκαιριού του 1813 προέλασε μέχρι την κεντρική Γερμανία, φτάνοντας στην Σαξωνία και καθιστώντας την Δρέσδη ως βάση επιχειρήσεων. Πίστευε ο Γάλλος δικτάτωρ ότι οι σύμμαχοι, μη διαθέτοντας κοινή ηγεσία, θα ήταν εύκολη λεία στα συγκεντρωτικά του πλήγματα. Αποφάσισε λοιπόν ο Ναπολέων να πλήξει την κάθε συμμαχική στρατιά κεχωρισμένα, εκμεταλλευόμενος την ανάπτυξή του επί εσωτερικές γραμμές.

Ο ελιγμός επί εσωτερικών γραμμών υπήρξε πάντα το αποκορύφωμα της ναπολεόντειας στρατηγικής και ο Ναπολέων τον είχε εφαρμόσει με απίστευτη επιτυχία σε πλείστες όσες περιπτώσεις από το 1796 στην Ιταλία και εντεύθεν. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι και οι σύμμαχοι στρατηγοί γνώριζαν πια καλά τον ναπολεόντειο τρόπο μάχης και ακριβώς με βάσει τη γνώση αυτή αποφάσισαν να αντιδράσουν ανάλογα.

Οι σύμμαχοι ηγέτες, ο Αυστριακός Σβάρτσενμπεργκ, με τον επιτελάρχη του Ραντέτσκι, οι Πρώσοι Μπλύχερ και Γιορκ, ο Ρώσος ντε Τόλι και ο νυν Σουηδός Μπέρναντοτ συναντήθηκαν δύο φορές στις μικρές πόλεις Τράχενμπεργκ και Ράιχενμπαχ όπου αποφάσισαν την στρατηγική τους.

Κατ’ αρχήν συγκροτήθηκαν τρεις στρατιές, η Στρατιά της Βοημίας, υπό τον Σβάρτσενμπεργκ, που περιλάμβανε το σύνολο των αυστριακών δυνάμεων, με την οποία ενώθηκαν και ρωσικά τμήματα, την Στρατιά της Σιλεσίας, υπό τον Μπλύχερ, με το πρωσικό Σώμα Στρατού του στρατηγού Γιορκ και τρία ρωσικά σώματα στρατού και η Στρατιά του Βορρά, υπό τον Μπερναντότ με τους Σουηδούς του και με Ρώσους.

Τα υπόλοιπα συμμαχικά τμήματα ανέλαβαν αποστολές επιτήρησης των πολιορκημένων γαλλικών φρουρών και ασφαλείας των γραμμών συγκοινωνιών. Στις συσκέψεις αυτές οι σύμμαχοι διοικητές κατέληξαν στο λεγόμενο σχέδιο Τράχενμπεργκ – Ράιχενμπαχ, εμπνευστής του οποίου ήταν ο Αυστριακός στρατηγός Ραντέτσκι. Το σχέδιο του ήταν απλό και προέβλεπε την εξουδετέρωση των ελιγμών επί εσωτερικών γραμμών που θα εφάρμοζε ο Ναπολέων.

Βάσει λοιπόν του σχεδίου οι τρεις συμμαχικές στρατιές θα τάσσονταν βόρεια (Στρατιά Βορρά), ανατολικά (Στρατιά Σιλεσίας) και νότια (Στρατιά Βοημίας) των γαλλικών γραμμών, απειλώντας συνεχώς τις υπερεκτεταμένες γραμμές των γαλλικών συγκοινωνιών. Με τον τρόπο αυτό ο Ναπολέων δεν θα μπορούσε ποτέ να συγκεντρώσει τις δυνάμεις και να επιφέρει συντριπτικό πλήγμα κατά μιας από τις αντίπαλες στρατιές.

Αλλά ακόμα και αν το διακινδύνευε η συμμαχική στρατιά που θα δεχόταν την επίθεση δεν θα δεχόταν την εμπλοκή και θα υποχωρούσε. Ο Ναπολέων υστερώντας των συμμάχων σε ιππικό λίγα θα μπορούσε να πράξει για να την καταδιώξει.

Παράλληλα οι άλλες δύο συμμαχικές στρατιές θα πίεζαν συντριπτικά τις απέναντί τους γαλλικές δυνάμεις, απειλώντας το γαλλικό μέτωπο με διάσπαση και τον όγκο του Γαλλικού Στρατού με περικύκλωση και εξόντωση. Σε απάντηση ο Ναπολέων χώρισε και αυτός τις δυνάμεις του σε τρεις στρατιές, τη Στρατιά του Βερολίνου, στον Βορρά, την Στρατιά του Μπόμπερ, ανατολικά και τον ίδιο των αυτοκράτορα στο κέντρο.

Με βάσει το σχέδιο αυτό κινήθηκαν οι σύμμαχοι και φάνηκε ότι πράγματι το σχέδιο αποδίδει. Η πρώτη σύγκρουση σημειώθηκε στο Γκροσμπέερεν, κοντά στο Βερολίνο, όταν ο Ναπολέων διέταξε τον στρατάρχη Ουντινό με την Στρατιά του Βερολίνου να καταλάβει την Πρωσική πρωτεύουσα. Οι Γάλλοι ηττήθηκαν όμως και υποχώρησαν χάνοντας 3.000 άνδρες και 13 πυροβόλα.

Η νίκη αυτή ενθάρρυνε τους συμμάχους, οι οποίοι ξεχνώντας το σχέδιο τους αποφάσισαν να πλήξουν το θηρίο στην ίδια του τη φωλιά, τη Δρέσδη. Εκεί όμως βρέθηκαν τελικά απέναντι στον όγκο του Γαλλικού Στρατού και στον ίδιο τον Ναπολέοντα και υπέστησαν βαριά ήττα. Σώθηκαν χάρις στην έγκαιρη τους υποχώρηση. Ωστόσο αυτή έμελε να είναι η μόνη τους ήττα και η μόνη νίκη του Ναπολέοντα, αντίστοιχα.

Κάτσμπαχ, Κουλμ, Ντένεβιτς

Όταν ο Ναπολέων άφησε τον στρατάρχη ΜακΝτόναλντ με την Στρατιά του Μπόμπερ για να σπεύσει με τον όγκο των δυνάμεών του στην απειλούμενη Δρέσδη, πίστευε ότι ο έμπειρος στρατάρχης, διαθέτοντας τρία σώματα στρατού, ήταν σε θέση να καλύψει τα νώτα της αυτοκρατορικής στρατιάς, λαμβάνοντας θέσεις επί του ποταμού Μπόμπερ.

Η Στρατιά του Μπόμπερ αποτελούνταν από τμήματα Γάλλων, Γερμανών και Ιταλών συμμάχων. Αμέσως εναντίον κινήθηκε ο Μπλύχερ με 95.000 άνδρες. Η μάχη συναντήσεως που ακολούθησε έλαβε χώρα γύρω από το χωριό Κάτσμπαχ. Η ορμητική έφοδος των Πρώσων του στρατηγού Γιορκ διέλυσε τις γαλλικές γραμμές. Ο Μακ Ντόναλντ υποχρεώθηκε σε υποχώρηση αφήνοντας πίσω πάνω από 7.500 αιχμαλώτους, 58 πυροβόλα και εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες.

Στο μεταξύ, ο Ναπολέων μετά τη νίκη του στη Δρέσδη, είχε διατάξει το σώμα στρατού του στρατηγού Βαντάμ να καταδιώξει τους ηττημένους Αυστριακούς, Πρώσους και Ρώσους. Ωστόσο οι συμμαχικές δυνάμεις, με μια απόλυτα επιτυχημένη επιθετική επιστροφή, κατάφεραν να περικυκλώσουν ολόκληρο το γαλλικό σώμα στρατού και να το διαλύσουν, κοντά στην πολίχνη του Κουλμ.

Πάνω από 10.000 Γάλλοι χάθηκαν στη μάχη, μαζί με 82 πυροβόλα, δύο “Αετούς” και πέντε σημαίες. Ο ίδιος ο Βαντάμ αιχμαλωτίστηκε από Ρώσους έφιππους κυνηγούς και Κοζάκους. Η ήττα αυτή εξουδετέρωνε με τον καλύτερο για τους συμμάχους τρόπο την δική τους ήττα στη Δρέσδη και τα όποια πλεονεκτήματα ο Ναπολέων είχε αποκομίσει από τη νίκη του αυτή.

Οι ήττες αυτές υποχρέωσαν τον Ναπολέοντα να μεταβάλει τα σχέδια του. Αποφάσισε να παραμείνει ο ίδιος με τη Φρουρά και τον όγκο των δυνάμεων του στη Δρέσδη, αφήνοντας τον Μακ Ντόναλντ να ελέγχει τις ποτάμιες γραμμές ανατολικά και στέλνοντας τον Νέι βόρεια, προς το Βερολίνο, επικεφαλής της Στρατιάς του Βερολίνου. Ο Νέι συναντήθηκε με το πρωσικό σώμα της εθνοφρουράς του στρατηγού Τάουεντσιεν και το απώθησε. Οι Πρώσοι εθνοφρουροί όμως δεν το έβαλαν στα πόδια. Ανασυγκροτήθηκαν από τον γενναίο διοικητή τους και υπερασπίστηκαν το έδαφος σπιθαμή προς σπιθαμή, αναμένοντας το σώμα στρατού του στρατηγού φον Μπύλοφ να έρθει σε βοήθειά τους.

Έτσι και έγινε. Ο Μπύλοφ αφίχθη την κατάλληλη ώρα, την ώρα δηλαδή οι Γάλλοι είχαν την ψευδαίσθηση, ότι νικούσαν. Ακολούθησε ιδιαίτερα άγρια μάχη. Το Ντένεβιτς και τα γύρω χωριά καταλήφθηκαν και ανακαταλήφθηκαν πολλές φορές, με τη λόγχη. Σε λίγο η μάχη γενικεύτηκε καθώς έφτασαν γαλλικές ενισχύσεις με επικεφαλής τον στρατάρχη Ουντινό, αλλά και συμμαχικές, πρωσικές και σουηδικές της Στρατιάς του Βορρά. Οι Γάλλοι τελικά τσάκισαν και άρχισαν να υποχωρούν άτακτα από το πεδίο της μάχης, αφήνοντας πίσω τους πάνω από 22.000 άνδρες και 53 πυροβόλα.

Οι σύμμαχοι ήταν εξαντλημένοι επίσης, έχοντας απώλειες της τάξης των 10.000 ανδρών και έτσι δεν καταδίωξαν τους ηττημένους. Παρόλα αυτά η ήττα στο Ντένεβιτς ήταν εξίσου σοβαρή με αυτή του Κουλμ. Ήταν πλέον φανερό ότι οι σύμμαχοι έπαιζαν μαζί του το παιχνίδι της γάτας και του ποντικού, αποσκοπώντας να τον εξαντλήσουν με μια σειρά συγκεντρωτικών πληγμάτων κατά των στραταρχών και στραταρχών του.