Σεβαστούπολη 1941- 42: Η άγρια “μάχη των οχυρών” της Κριμαίας (vid.)

Η πολιορκία της Σεβαστούπολης αποτελεί την σημαντικότερη και πιο μακροχρόνια πολιορκητική επιχείρηση κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στους έξι περίπου μήνες που διήρκεσε η πολιορκία της Σεβαστούπολης, η οποία κλιμακώθηκε με την επιχείρηση «Störfang» (σε ελεύθερη απόδοση «το ψάρεμα του Οξύρυγχου»), οι Γερμανοί χρειάστηκε να επιστρατεύσουν ένα μεγάλο στρατηγό τους, τον Έριχ φον Μάνσταϊν, μια επίλεκτη στρατιά τους, την 11η και το σύνολο σχεδόν των βαρέων πυροβόλων που διέθεταν, για να καταβάλουν την φανατισμένη αντίσταση των Σοβιετικών.

Η Σεβαστούπολη βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο της κριμαϊκής χερσονήσου. Υπήρξε αρχαία ελληνική αποικία. Δυτικά της σημερινής πόλης είχε κτιστεί τον 8ο αιώνα π. Χ. η πόλη Χερσόνησος Ηρακλεωτική. Επί αιώνες παρέμεινε υπό βυζαντινό έλεγχο, ενταγμένη στο Θέμα Χερσώνας, για να πέσει κατόπιν τα χέρια των Τατάρων.

Η πόλη, μέχρι και τον Οκτώβριο του 1941, δεν διέθετε σοβαρές οχυρώσεις που να την καλύπτουν από ξηράς. Μόνο το λιμάνι της ήταν προστατευμένο με επάκτια πυροβολεία και οχυρώσεις. Το ισχυρότερο φρούριο του λιμανιού ήταν το περιβόητο Μαξίμ Γκόργκι. Το παράκτιο αυτό οχυρό είχε ξεκινήσει να κατασκευάζεται το 1912.

Αργότερα κατασκευάστηκε και ένα άλλο οχυρό (Μαξίμ Γκόργκι ΙΙ) που κάλυπτε τις νότιες προσβάσεις προς το λιμάνι. Τα δύο οχυρά ήταν εξοπλισμένα με ναυτικά πυροβόλα των 305 mm. με μέγιστο βεληνεκές 42 χλμ. Τα πυροβόλα ήταν τοποθετημένα σε πύργους με μέγιστη θωράκιση 406 mm. Τα οχυρά κάλυπταν σειρές πολυβολείων, αντιαεροπορικών πυροβολείων και θέσεων πεζικού.

Το βόρειο οχυρό υπαγόταν στην 30η Πυροβολαρχία Ναυτικού Πυροβολικού και το νότιο στην 35η. Κύριο ρόλο στη μάχη διαδραμάτισε η 30η Πυροβολαρχία, η φρουρά της οποίας έγινε πραγματικό ολοκαύτωμα. Υπήρχαν άλλες 10 παράκτιες πυροβολαρχίες γύρω από την πόλη που την κάλυπταν από θαλάσσης.

Ωστόσο από την ξηρά η πόλη ήταν ακάλυπτη. Μόνο ενώπιον του γερμανικού κινδύνου αποφασίστηκε η ταχεία οχύρωσή της. Δημιουργήθηκαν τρεις γραμμές άμυνας, η εξωτερική, η κύρια και εσωτερική. Όταν οι εργασίες οχύρωσης ολοκληρώθηκαν είχαν κατασκευαστεί 82 οχυρές θέσεις από ενισχυμένο σκυροκονίαμα και 220 οχυρά από χώμα και κορμούς δέντρων.

Είχαν ανασκαφεί 33 χλμ. αντιαρματικών τάφρων και είχαν τοποθετηθεί ζώνες συρματοπλεγμάτων συνολικού μήκους 56 χλμ. Επίσης είχαν στρωθεί ναρκοπέδια με χιλιάδες νάρκες, αντιαρματικές και κατά προσωπικού. Η ψυχή της προσπάθειας αυτής αποδείχτηκε ο διοικητής της Ανεξάρτητης Στρατιάς Παράκτιας Άμυνας, υποστράτηγος Ιβάν Πετρόφ.

Στις 25 Σεπτεμβρίου η 11η γερμανική Στρατιά εισέβαλε στην Κριμαία και πίεσε τους Σοβιετικούς. Σταδιακά μόνο η Σεβαστούπολη ήταν ακόμα υπό τον έλεγχό τους. Ο Μανστάιν σχεδίαζε να επιτεθεί άμεσα κατά της Σεβαστούπολης, ώστε να μη δώσει χρόνο στους Σοβιετικούς να οργανώσουν την άμυνά τους, αλλά σφοδρή κακοκαιρία που ξέσπασε δεν του το επέτρεψε.

Οι Σοβιετικοί εκμεταλλεύτηκαν τον χρόνο που τους δόθηκε και μετέφεραν σημαντικές δυνάμεις στην Σεβαστούπολη. Έτσι κατέστη δυνατή η έγκαιρη οργάνωση των αμυντικών περιμέτρων, πριν την εκδήλωση της γερμανικής επίθεσης. Τη γερμανική επίθεση θα υποστήριζε από αέρος το 8ο Αεροπορικό Σώμα του Βόλφραμ φον Ριχτχόφεν (εξαδέλφου του μεγάλου άσσου του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου) και από θαλάσσης μια ιταλική ναυτική μοίρα, υπό τον ναύαρχο Φραντζίσκο Μιμπέλι.

Ο καιρός βελτιώθηκε μόλις στα μέσα Δεκεμβρίου και μια πρώτη απόπειρα κατά της πόλης πραγματοποιήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 1941, αλλά αποκρούστηκε ευχερώς από τους αμυνόμενους, που είχαν ισχυροποιηθεί πλέον ιδιαίτερα. Ήταν φανερό ότι χρειάζονταν άλλα μέσα για να επιτευχθεί η πτώση της οχυρωμένης πόλης.

Η συνολική δύναμη της φρουράς έφτανε πλέον τους 55.000 άνδρες. Αργότερα η φρουρά ενισχύθηκε και άλλο και στην τελική φάση της πολιορκίας η δύναμή της ξεπερνούσε τους 100.000 άνδρες και γυναίκες. Οι περισσότεροι όμως από αυτούς, ακόμα και στις μεραρχίες τυφεκιοφόρων προέρχονταν από το ναυτικό .

Στο μεταξύ οι Σοβιετικοί παράλληλα εκτόξευσαν μαζική αντεπίθεση μέσω του Κερτς, αλλά ηττήθηκαν κατά κράτος. Παρά τη μεγάλη του νίκη ο Μάνστάϊν ενισχύθηκε με ότι ισχυρότερο είχε να επιδείξει το γερμανικό οπλοστάσιο. Η 11η Στρατιά ενισχύθηκε με δύο διοικήσεις πυροβολικού, ώστε την παραμονή της μάχης να παρατάσσει 785 γερμανικά και 112 ρουμανικά πυροβόλα κάθε διαμετρήματος.

Φυσικά ανάμεσα στον όγκο αυτό πυροβολικού ξεχώριζαν τα «αστέρια» της 833ης Βαρέας Ολμαρχίας, εξοπλισμένης με τους υπερόλμους «Thor» και «Odin» των 600mm, τύπου Karl  που μπορούσαν να βάλουν βλήμα διατρητικό σκυροδέματος, βάρους 2,4 τόνων. σε απόσταση μέχρι 4 χλμ. και της 672ης Μοίρας Πυροβολικού, με το υπερπυροβόλο «Dora», διαμετρήματος 800mm. Το  «Dora» ήταν ικανό να βάλει διατρητικό βλήμα βάρους 7,1 τόνων. σε απόσταση μέχρι 37 χλμ. ή εκρηκτικό βάρους 4,8 τόνων σε απόσταση μέχρι 47 χλμ.

Υπήρχαν όμως και άλλοι παραστάτες των γιγάντων αυτών, εξίσου εντυπωσιακοί. Επρόκειτο για πυροβόλα, ολμοβόλα και οβιδοβόλα των 420, 355, 305, 283, 150 και 105mm. Είχαν επίσης διατεθεί με 126 συνολικά εκτοξευτές ρουκετών.

Στο πεζικό η κατάσταση ήταν λιγότερο λαμπρή για τον φον Μάνσταϊν. Οι μεραρχίες του ήταν ιδιαίτερα καταπονημένες από τον συνεχή αγώνα επί έξι σχεδόν συνεχείς μήνες. Τα τάγματα πεζικού δεν είχαν δύναμη πάνω από 350 άνδρες. Το ισχυρότερο σώμα του Μάνσταϊν, το LIV Σώμα Στρατού (ΣΣ), διέθετε μόλις 15.000 μάχιμους στρατιώτες στις τέσσερις μεραρχίες του. Όσον αφορά τα τεθωρακισμένα παραχωρήθηκαν 65 πυροβόλων εφόδου Stug III.

Η στρατιά επίσης ενισχύθηκε με επιπλέον τάγματα Μηχανικού. Στην τελική μάχη διέθετε οκτώ τάγματα Μηχανικού Εφόδου. Κάθε τάγμα Μηχανικού είχε δύναμη περί τους 400 άνδρες, ενώ ήταν εξοπλισμένο με 10-12 φλογοβόλα, εκρηκτικά γεμίσματα (3.000 κιλά ανά τάγμα), 2.200 χειροβομβίδες, 500 καπνογόνες χειροβομβίδες και τηλεκατευθυνόμενα αρματίδια τοποθέτησης εκρηκτικών τύπου «Γολιάθ».

Βομβαρδισμός

Η γενική επίθεση ορίστηκε για τις 7 Ιουνίου. Η Luftwaffe όμως και το πυροβολικό θα ξεκινούσε δύο μέρες νωρίτερα, ανοίγοντας τον δρόμο. Ο Μάνσταϊν είχε τάξει το LIV ΣΣ στο απέναντι από το βόρειο τμήμα της σοβιετικής περιμέτρου και το ΧΧΧ ΣΣ νότια. Το Ρουμανικό Ορεινό Σώμα Στρατού (ΟΣΣ) τάχθηκε στο κέντρο με αποστολή να απασχολήσει  τις απέναντί τους σοβιετικές δυνάμεις. Το κέντρο βάρους της επίθεσης ήταν στον Βορρά, όπου το LIV ΣΣ είχε την δύσκολη αποστολή να διασχίσει τον μικρό ποταμό Μπέλμπεκ, που έρρεε κατά μήκος της σοβιετικής αμυντικής τοποθεσίας, υπό τα πυρά του εχθρού.

Στις 2 Ιουνίου οι αμυντικές θέσεις, η πόλη ολόκληρη καλύφθηκε μέσα στον καπνό τη φωτιά και τον θάνατο. Ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, το λιμάνι, τα πλοία, τα οχυρά βομβαρδίζονταν άγρια. Μόνο την πρώτη μέρα η Luftwaffe εκτέλεσε 723 εξόδους και έριξε 525 τόνους βομβών με μοναδική απώλεια ένα Stuka. Ο Μάνσταϊν δεν θα έριχνε το πεζικό του στη μάχη πριν η αεροπορία και το πυροβολικό προκαλέσουν θανατηφόρες πληγές στη σοβιετική άμυνα.

Σε λίγο στον μακάβριο χορό μπήκε και το γερμανικό πυροβολικό, συντρίβοντας τις ρωσικές θέσεις. Οι Γερμανοί απέκτησαν την απόλυτη αεροπορική υπεροχή και τα αεροσκάφη τους έφτασαν να εκτελούν μέχρι και 2.000 εξόδους ημερησίως, στις πέντε αυτές μέρες του εντατικού βομβαρδισμού. Αλλά και το γερμανικό πυροβολικό έπληττε 24 ώρες το 24ωρο τις σοβιετικές θέσεις χωρίς έλεος.

Ο Μάνσταϊν γνώριζε ότι οι Σοβιετικοί είχαν δημιουργήσει μια οχυρωμένη τοποθεσία απίστευτου βάθους και ισχύος. Μόνο το συνολικό μήκος των χαρακωμάτων που είχαν ανασκάψει ξεπερνούσε τα 350 χλμ. Όσον αφορά το υπερπυροβόλο Dora τα βλήματά του διέλυαν τα πάντα εκεί που έπεφταν. Το πυροβόλο αυτό έβαλε τρία βλήματα την ώρα, υπηρετούμενο από 4.120 άνδρες!

Μια άλλη δυσάρεστη έκπληξη για τους Σοβιετικούς ήταν τα περίφημα γερμανικά πυροβόλα των 88mm. Ο Μάνσταϊν ανέθεσε στα αντιαεροπορικά πυροβόλα των 88mm. την καταστροφή των σοβιετικών ενεργών σκεπάστρων με άμεσες βολές. Μόνο τα πυροβόλα των 88mm. έβαλαν 181.787 βλήματα κατά των σοβιετικών θέσεων στο έδαφος, στη διάρκεια της τελικής μάχης για τη Σεβαστούπολη.

Ο σχολαστικός Μάνσταϊν παρατηρούσε τις τρεις αμυντικές ζώνες του εχθρού, η κάθε μια των οποίων εκτείνονταν σε σημαντικό βάθος. Η πρώτη είχε βάθος 3χλμ. και τέσσερις σειρές χαρακωμάτων, με πολυβολεία από σκυρόδεμα ή κορμούς δέντρων, ανά τακτά διαστήματα. Κάθε σειρά χαρακωμάτων προστατεύονταν από ζώνες συρματοπλεγμάτων και ναρκοπέδια.

Η δεύτερη ζώνη είχε βάθος 1,5χλμ. αλλά περιλάμβανε, ειδικά στον βόρειο τομέα του μετώπου, μια σειρά οχυρών, τα Στάλιν, Μολότοφ, Βόλγας, Σιβηρία, GPU, Τσέκα, Ουράλια και το περίφημο Μαξίμ Γκόργκι Ι, με τα 4 ναυτικά πυροβόλα των 305mm. σε δύο δίδυμους πύργους. Η τρίτη αμυντική ζώνη περιέβαλε αυτή καθαυτή την πόλη.

Έφοδος πεζικού

Η νύχτα της 6ης προς 7η Ιουνίου ήταν ζεστή και πνιγηρή. Οι γερμανοί περίμεναν ιδρωμένοι στα χαρακώματα της πρώτης γραμμής έτοιμοι να εξορμήσουν. Καθώς ο βομβαρδισμός από το πυροβολικό συνεχιζόταν οι πρώτες γερμανικές ομάδες εφόδου άφηναν τα χαρακώματά τους και κινούνταν προς τη πρώτη εχθρική γραμμή άμυνας. Η ώρα ήταν 03.50.

Στον βόρειο τομέα, όπου και το κέντρο βάρους της επίθεσης, οι σκαπανείς εφόδου άρχισαν να ανοίγουν ζώνες ανάμεσα στα εχθρικά ναρκοπέδια στην κοιλάδα του Μπέλμπεκ και στο φαράγγι του Καμισλί. Από τις ζώνες αυτές πέρασαν οι ομάδες εφόδου του πεζικού, συνοδευόμενες από πυροβόλα εφόδου. Αν και το γερμανικό πυροβολικό είχε κάνει καλή δουλειά, οι Σοβιετικοί υπερασπιστές των μισδιαλυμένων χαρακωμάτων της πρώτης γραμμής δεν σταματούσαν τον αγώνα παρά μόνο όταν μια χειροβομβίδα ανατιναζόταν μπροστά τους.

Έστω και υπ’ αυτές τις συνθήκες οι Γερμανοί προχώρησαν και έφτασαν στο οχυρό Στάλιν. Μια πρώτη απόπειρα εναντίον του απέτυχε. Το βαρύ γερμανικό πυροβολικό συγκέντρωσε τότε τα πυρά του στο οχυρό, μετατρέποντάς το σε σωρό ερειπίων.

Μέσα από τα ερείπια όμως οι Σοβιετικοί ξεπετάγονταν από παντού και πολεμούσαν μανιασμένα. Η φρουρά του οχυρού αποτελούνταν από μέλη της Κομμουνιστικής Νεολαίας και μέλη του σοβιετικού ΚΚ. Σε ένα πολυβολείο του οχυρού που είχε δεχτεί απευθείας πλήγμα από βαρύ πυροβόλο και είχε διαλυθεί, οι Γερμανοί μπόρεσαν να μετρήσουν τουλάχιστον 30 νεκρούς εχθρούς γύρω.

Παρόλα αυτά οι δέκα περίπου επιζώντας εξακολουθούσαν να πολεμούν, δημιουργώντας με τα πτώματα των συμπολεμιστών τους ένα πρόχειρο οχύρωμα. Οι Γερμανοί σκαπανείς κατάφεραν να πλησιάσουν και με τα φλογοβόλα πυρπόλησαν το χώρο. Παρόλα αυτά οι επιζώντες συνέχισαν να βάλουν. Μόλις αργά το απόγευμα κατάφεραν οι Γερμανοί να κυριεύσουν το πολυβολείο, βρίσκονταν μέσα τέσσερις μόνο, βαριά τραυματισμένους, Σοβιετικούς ζωντανούς. Ένας πολιτικός επίτροπος που βρισκόταν μαζί τους πρόλαβε και αυτοκτόνησε.

Ενδεικτικό της έντασης είναι και το γεγονός ότι όλοι οι αξιωματικοί των δύο ταγμάτων του γερμανικού 16ου Συντάγματος Πεζικού (ΣΠ) που επιτέθηκαν στο οχυρό Στάλιν σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν. Ένας υπολοχαγός από το επιτελείο της μεραρχίας στάλθηκε να αναλάβει τη διοίκηση και των δύο ταγμάτων!

Με μεγάλες θυσίες οι Γερμανοί κατάφεραν πάντως να αλώσουν την πρώτη εχθρική αμυντική γραμμή και να διεισδύσουν, κατά τόπους και στη δεύτερη. Στις 17 Ιουνίου συνεχίστηκε η επίθεση στον βόρειο τομέα. Αυτή τη φορά οι Γερμανοί προώθησαν δυο οβιδοβόλα των 355mm. σε απόσταση μόλις 4χλμ. από τις σοβιετικές θέσεις, ώστε να εξουδετερώσουν τα πυροβόλα του Μαξίμ Γκόργκι Ι.

Μετά και την τρίτη ομοβροντία όμως, οι παρατηρητές πυροβολικού ανέφεραν με απογοήτευση ότι τα βλήματα των οβιδοβόλων δεν είχαν προκαλέσει την παραμικρή ζημιά στους θωρακισμένους πύργους των πυροβόλων του οχυρού. Ο διοικητής της πυροβολαρχίας των οβιδοβόλων διέταξε τότε τη χρήση των ειδικών διατρητικών – εκρηκτικών βλημάτων «Ρέσλινγκ».

Το μήκους 3,6μ. και βάρους 1.000 κιλών αυτό βλήμα ήταν σχεδιασμένο να εκρήγνυται αφού πρώτα είχε επιτύχει διάτρηση του στόχου. Με δύο μόνο ομοβροντίες οι θωρακισμένοι πύργοι του οχυρού καταστράφηκαν. Το Μαξίμ Γκόργκι σίγησε, αλλά η φρουρά του, αποτελούμενη από 1.000 άνδρες και γυναίκες, συνέχισε να αποκρούει κάθε απόπειρα των Γερμανών να διεισδύσουν τα υπόγεια του διαμερίσματα.

Το 24ο Τάγμα Μηχανικού ανέλαβε την αποστολή να εκκαθαρίσει στις υπόγειες στοές. Χρησιμοποιώντας τεράστιες ποσότητες εκρηκτικών, οι Γερμανοί σκαπανείς κατόρθωσαν σε πρώτη φάση να ανοίξουν μια οπή στην επιφάνεια του οχυρού. Το οχυρό συγκρότημα εκτεινόταν σε βάθος τριών ορόφων μέσα στο έδαφος, σε μήκος 300 και πλάτος 40 μ. Το κύριο συγκρότημα χωριζόταν σε πολλά μικρότερα, με διπλές ατσάλινες πόρτες.

Διέθετε δε αυτόνομο σύστημα παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, αποθήκες, ακόμα και νοσοκομείο. Κάθε πόρτα έπρεπε να ανατιναχθεί με τη σειρά. Οι Σοβιετικοί φορούσαν αντιασφυξιογόνες μάσκες και πολεμούσαν από ειδικές θυρίδες που βρίσκονταν παντού. Πάντως οι Γερμανοί προχώρησαν μεθοδικά, βήμα – βήμα προς το κέντρο διοίκησης του οχυρού.

Στο σοβιετικό στρατηγείο έφτασε το τελευταίο μήνυμα των υπερασπιστών: «Έχουμε μείνει 22. Ετοιμαζόμαστε να ανατιναχτούμε. Είναι το τελευταίο μας μήνυμα. Αντίο». Το κέντρο διοίκησης του οχυρού ανατινάχτηκε από τους υπερασπιστές του. Από τους 1.000 υπερασπιστές οι Γερμανοί συνέλαβαν μόνο 40 αιχμαλώτους και αυτούς βαριά τραυματισμένους.

Ευκολότερα οι Γερμανοί κατέλαβαν τα οχυρά Μολότοφ, Τσέκα και GPU, Σιβηρία, Ουράλια και Βόλγας. Στο κέντρο επίσης γερμανικά και ρουμανικά ορεινά τμήματα κατάφεραν να διασπάσουν την σοβιετική άμυνα και στενά υποστηριζόμενοι από το πυροβολικό, να φτάσουν μέχρι σχεδόν τον κόλπο της Σεβερνάγια.

Στον νότιο τομέα η γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε στις 11 Ιουνίου, όπως είχε σχεδιαστεί. Με σκληρό αγώνα τα γερμανικά τμήματα κατόρθωσαν να καταλάβουν μια σειρά από οχυρωμένους λόφους που κάλυπταν την πόλη από τα νότια. Η Σεβαστούπολη τώρα βρισκόταν μπροστά τους. Μετά την άλωση των δύο κύριων γραμμών άμυνας η σοβιετική άμυνα άρχισε να καταρρέει.

Παρόλα αυτά η σοβιετική ηγεσία έστειλε ακόμα μια ταξιαρχία στην πόλη, το βράδυ της 26ης Ιουνίου, μόνο και μόνο για να θυσιαστεί άσκοπα, σε μια χαμένη πλέον υπόθεση. Το βράδυ της 27ης οι Γερμανοί κατάφεραν να περάσουν με σχεδίες ομάδες μάχης από την μια πλευρά του κόλπου της Σεβερνάγια στην άλλη, περικυκλώνοντας ουσιαστικά τις τελευταίες νησίδες αντίστασης των Σοβιετικών.

Ενώπιον αυτής της εξέλιξης απέμενε μόνη η παράδοση. Ωστόσο υπήρξαν παραδείγματα φανατισμού, όπως ενός κομισάριου που ανατίναξε ένα υπόγειο καταφύγιο, λίγο πριν μπουν οι Γερμανοί, σκοτώνοντας και 1.000 περίπου γυναικόπαιδα που είχαν καταφύγει εκεί. Το Σοβιετικό Ναυτικό προσπάθησε να απομακρύνει από την καταδικασμένη πόλη τους επικεφαλής της φρουράς και το κατόρθωσε.

Στις 3 Ιουλίου τα όπλα είχαν σιγήσει στην άλλοτε όμορφη παραθαλάσσια πολιτεία. Η 11η Στρατιά συνέλαβε 97.000 αιχμαλώτους. Οι Σοβιετικοί νεκροί ξεπέρασαν τους 18.000. Οι Γερμανικές απώλειες ήταν επίσης βαριές. Οι νεκροί και οι αγνοούμενοι – προφανώς νεκροί που απλώς δεν βρέθηκαν τα πτώματά τους – ξεπέρασαν τους 6.000 και οι τραυματίες τους 18.000.

Οι απώλειες των Ρουμάνων έφτασαν τους 2.500 νεκρούς, αγνοούμενους και τραυματίες. Το ποσοστό των απωλειών είναι πολύ υψηλό, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι δυνάμεις του Μάνσταϊν μόλις ξεπερνούσαν τους 60.000 άνδρες.
Η μάχη της Σεβαστούπολης σηματοδότησε και το πέρας του αγώνα για τη Κριμαία. Οι Γερμανοί κράτησαν τη χερσόνησο μέχρι το 1944, όταν εκδιώχθηκαν από τους Σοβιετικούς.

https://www.youtube.com/watch?v=RFdGE3zBRSI

Γερμανικό ολμοβόλο τύπου Karl.

Ο Χίτλερ επιθεωρεί ένα  υπερεπυροβόλο, το Gustavή το Dora των 800mm.