Σφαγή – Μι Λάι 1968: Η επιτομή του “βρώμικου” πολέμου στο Βιετνάμ…

Ο πόλεμος στο Βιετνάμ έχει λάβει το προσωνύμιο «ο βρώμικος πόλεμος», λες και υπήρξε ποτέ στη διάρκεια της ιστορίας κάποιος «καθαρός» πόλεμος. Ωστόσο στο Βιετνάμ ήταν η φύση του αγώνα – ανταρτοπόλεμος – που εξ’ αρχής τον κατέστησε έναν αγώνα σκληρό, άγριο, πέραν των κανόνων του πολέμου.

Και οι δύο πλευρές, όπως σχεδόν πάντα συμβαίνει σε έναν πόλεμο, διέπραξαν εγκλήματα, με τους Βορειοβιετναμέζους να κερδίζουν καθαρά την πρωτοκαθεδρία. Ένας από τους λόγους της νίκης τους ήταν και η επιρροή που είχαν ανάμεσα στον πληθυσμό, όχι λόγω των κοινωνικών τους εξαγγελιών, αλλά λόγω της σκληρής τρομοκρατίας που επέβαλαν. Κάθε «αντιδραστικός» εκτελείτο. Στη Χουέ, μόνο, κατά την επίθεση του Τετ, περί τους 5.000 «αντιφρονούντες» εκτελέστηκαν.

Οι Αμερικάνοι αντέδρασαν με το πρόγραμμα «Φοίνιξ», η αποκάλυψη του οποίου προκάλεσε σάλο στην αμερικανική κοινή γνώμη, απαντώντας με το ίδιο νόμισμα στην κομμουνιστική τρομοκρατία. Αλλά και οι Νοτιοβιετναμέζοι άσκησαν συστηματική τρομοκρατία σε πληθυσμούς αμφιβόλου πίστης προς το καθεστώς της Σαϊγκόν.

Επίσης και οι δύο πλευρές δεν φαίνεται να συμπαθούσαν ιδιαιτέρως τους αντιπάλους αιχμαλώτους, εκτός και αν τους ήταν χρήσιμοι, για λόγους προπαγάνδας ή για συλλογή πληροφοριών – όπως οι Αμερικανοί αιχμάλωτοι πιλότοι που έπεφταν στα χέρια των Βορείων, ή οι Βορειοβιετναμέζοι αυτόμολοι που παραδίδονταν στους Αμερικανούς.

Η σφαγή

Δεν πρέπει να είναι τυχαίο το γεγονός ότι κατά την επιχείρηση Junction City, οι Αμερικάνοι ανέφεραν ότι ο εχθρός είχε 2.728 νεκρούς και μόλις 34 αιχμαλώτους. Ωστόσο το γεγονός που σημάδεψε για πάντα τον πόλεμο στο Βιετνάμ δεν είναι άλλο από τη σφαγή στο Μι Λάι.

Στις 16 Μαρτίου 1968 ο 3ος Λόχος του 1ου Τάγματος του 20ου Συντάγματος Πεζικού είχε μόλις αποβιβασθεί από ελικόπτερα κοντά στο άγνωστο έως τότε βιετναμικό χωριό, Μι Λάι. Επικεφαλής του λόχου ήταν ένας νεαρός έφεδρος υπολοχαγός, ο Γουίλιαμ Κάλεϊ.

Οι απόψεις για τον συγκεκριμένο αξιωματικό είναι αντικρουόμενες. Οι στρατιώτες του τον θεωρούσαν «έναν ανίκανο, που δεν μπορούσε να διαβάσει ούτε έναν χάρτη». Οι ανώτεροί του πάντως τον έκριναν επαρκή για να του αναθέσουν μάχιμη διοίκηση.

Ο Κάλεϊ και οι άνδρες του κινήθηκαν προς το χωριό όπου, σύμφωνα με τις πληροφορίες που τους δόθηκαν, βρίσκονταν αντάρτες Βιέτ Κονγκ. Η πληροφορία μάλλον ήταν σωστή γιατί κατά την κίνησή του ο λόχος δέχθηκε πυρά από ελεύθερους σκοπευτές, υφιστάμενος απώλειες, ενώ αρκετοί άνδρες τραυματίσθηκαν από παγίδες. Έτσι όταν τελικά εισήλθε στο χωριό τα νεύρα όλων ήταν τεντωμένα και το ηθικό χαμηλό.

Ωστόσο η έρευνα για Βιέτ Κονγκ δεν απέδωσε – προφανώς εάν τελικά υπήρχαν, είχαν διαφύγει. Τότε ο Κάλεϊ διέταξε τους άνδρες του να εκτελέσουν όλους τους Βιετναμέζους που υπήρχαν στο χωρίο, συνολικά 347 ψυχές, γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Οι στρατιώτες, μερικοί έστω απρόθυμα, υπάκουσαν και ένα όργιο αίματος ξεκίνησε. Αρκετοί πολίτες σφαγιάσθηκαν με τις ξιφολόγχες.

Νεαρές γυναίκες βιάστηκαν και κατόπιν εκτελέστηκαν. Όπου οι στρατιώτες δεν άντεχαν να βλέπουν κατάματα τα θύματά τους, τα έκλειναν σε καλύβες και έριχναν μέσα δέσμες χειροβομβίδων. Η περιγραφή ενός στρατιώτη συγκλονίζει: «Τους συγκεντρώσαμε όλους και τους υποχρεώσαμε να καθίσουν στο χώμα. Τότε ήρθε ο Κάλεϊ και μας είπε : «γνωρίζεται τι πρέπει να κάνετε».

“Απαντήσαμε καταφατικά, πιστεύοντας ότι εννοούσε ότι πρέπει απλώς να τους προσέχουμε. Σε λίγο όμως ήρθε ξανά και μα ρώτησε γιατί δεν τους είχαμε σκοτώσει ακόμα. «Τους θέλω νεκρούς», είπε. Τότε άρχισα να πυροβολώ. Άδειασα τέσσερις γεμιστήρες πάνω στους καθισμένους ανθρώπους». Η σφαγή ωστόσο καλύφθηκε από τον Αμερικανικό Στρατό.

Αποκάλυψη

Περίπου ένα έτος μετά, τον Απρίλιο του 1969, ένας από τους στρατιώτες του Κάλεϊ, ο Ρόναλντ Ράιντενχουρ, μη αντέχοντας τις τύψεις, άρχισε, μετά την επιστροφή του στην πατρίδα, να απευθύνει ανοικτές επιστολές τόσο στον πρόεδρο Νίξον, όσο και σε κορυφαίους Αμερικανούς αξιωματούχους, αλλά και στον τύπο. Οι επιστολές προκάλεσαν νέο σάλο στην αμερικανική κοινωνία.

Υπό την πίεση της κοινής γνώμης, ο Αμερικανικός Στρατός αναγκάσθηκε να συγκροτήσει επιτροπή έρευνας για το γεγονός. Οι ανακρίσεις συνεχίστηκαν μέχρι τον Μάρτιο του 1970 και περισσότεροι από 400 μάρτυρες εξετάστηκαν. Τελικά απαγγέλθηκαν κατηγορίες εναντίον 15 αξιωματικών, προϊσταμένων του Κάλεϊ και φυσικά του ιδίου. Τελικά όμως όλοι οι «μεγάλοι» απαλλάχθηκαν, χωρίς καν να προσαχθούν σε δίκη.

Μόνο ο Κάλεϊ δικάστηκε και καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά, αλλά σύντομα απελευθερώθηκε. Μάλιστα σύμφωνα με μερικούς ήταν ήρωας, συγκρινόμενος ακόμα και με τον Χριστό! Η περίπτωση Κάλεϊ πάντως δεν ήταν, όπως αναφέρθηκε η μοναδική. Την ίδια μέρα, λίγα χιλιόμετρα δυτικά του Μι Λάι, 50 Βιετναμέζοι πολίτες εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από Αμερικανούς στρατιώτες.

Το εκπληκτικότερο όλων όμως ήταν αναμφισβήτητα η αναφορά του προϊσταμένου διοικητή του Κάλεϊ στο αμερικανικό αρχηγείο στη Σαϊγκόν. Η αναφορά έκανε λόγο για τη «μάχη του Μι Λάι», κατά τη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκαν 128 Βιέτ Κονγκ, αλλά βρέθηκαν μόνο 3 όπλα. Παρόμοια αναφορά είχε υποβάλει ο στρατηγός των SS φον Ντεμ Μπαχ Τσελέφσκι στον Χίτλερ, το 1942, όταν έσφαξε κυριολεκτικά, περί τους 4.000 Ουκρανούς αμάχους, αλλά ανακάλυψε μόνο 82 όπλα.

Συνέπειες

Η σφαγή του Μι Λάι, προκάλεσε τεράστια εντύπωση στην γενικά απαίδευτη, «χολιγουντιανής» επιμόρφωσης αμερικανική κοινωνία, η οποία είχε συνηθίσει να βλέπει τα πράγματα άσπρα ή μαύρα, ή επί το αμερικανικότερο σε καλούς Καουμπόηδες και κακούς Ινδιάνους.

Ο μέσος Αμερικάνος αδυνατούσε να κατανοήσει πως οι «καλοί» συμπατριώτες του συμπεριφέρθηκαν με έναν τέτοιο τρόπο. Και όμως δεν ήταν ούτε η πρώτη, ούτε, δυστυχώς, η τελευταία φορά που ο Αμερικανικός Στρατός διέπραττε εγκλήματα πολέμου.

Αυτό φυσικά δεν πρέπει να οδηγήσει σε αντίστροφα συμπεράσματα, ότι δηλαδή οι Αμερικάνοι ήταν οι «κακοί» και οι Βορειοβιετναμέζοι οι «άγιοι». Σε κανέναν πόλεμο δεν υπήρξαν, δεν υπάρχουν και δεν πρόκειται να υπάρξουν άγιοι. Εξάλλου και οι Βόρειοι διέπραξαν τρομερά εγκλήματα, τόσο κατά τη διάρκεια, όσο και μετά το πέρας του πολέμου. Δεκάδες Αμερικανοί αιχμάλωτοι κρατήθηκαν στο Βόρειο Βιετνάμ για πολύ καιρό μετά τη λήξη του πολέμου, δημιουργώντας έναν νέο θρύλο, αυτό των Αμερικανών αγνοουμένων.