Σκρα 1946: Αντάρτες, ΝΟΦίτες, γιουγκοσλαβικές στολές & θάνατος

Το Σκρα είναι γνωστό από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι ένα μικρό χωριό στον νομό Κιλκίς κτισμένο σε υψόμετρο 520 μ. στο Πάικο, σε απόσταση 4 χλμ. περίπου από το κρατίδιο των Σκοπίων. Το βράδυ της 12ης Νοεμβρίου 1946 στο χωριό στάθμευαν δύο διμοιρίες του 1ου Λόχου του 564 Τάγματος Πεζικού (ΤΠ).

Η συνολική τους δύναμη ήταν 55 άνδρες. Η τρίτη διμοιρία του λόχου επάνδρωνε το 85ο μεθοριακό φυλάκιο. Στο χωριό βρισκόταν ο διοικητής του λόχου, λοχαγός Γεώργιος Ταβουλάρης, αλλά και ο διοικητής του τάγματος ταγματάρχης Κωνσταντίνος Πάστρας. Όσον αφορά τον οπλισμό ο λόχος διέθετε επτά οπλοπολυβόλα Bren, 10 υποπολυβόλα, δύο ολμίσκους των 2in, δύο αντιαρματικούς εκτοξευτές PIAT και τον ατομικό οπλισμό των ανδρών. Επίσης στο χωριό υπήρχαν και τέσσερις χωροφύλακες.

Οι αξιωματικοί και 6-8 στρατιώτες διέμεναν σε οίκημα που χρησιμοποιείτο και ως αποθήκη πυρομαχικών. Οι λοιποί άνδρες διέμεναν σε άλλα τρία οικήματα. Οι χωροφύλακες επάνδρωναν τον τοπικό σταθμό. Υπήρχαν πέντε θέσεις σκοπών και ισάριθμα οπλοπολυβολεία και ένα πρόχειρο σημείο στηρίγματος σε πολύ μικρή όμως απόσταση από το χωριό. Σύνδεσμο μεταξύ των θέσεων αποτελούσε κινητή περίπολος.

Η επίθεση

Στις 04.00 τα ξημερώματα της 13ης Νοεμβρίου δύναμη 300 κομμουνιστών ανταρτών επιτέθηκε αιφνιδιαστικά κατά του λόχου με την υποστήριξη συνοδοιπόρων κατοίκων του χωριού. Ισάριθμοι αντάρτες απέκλεισαν τις οδεύσεις προς το χωριό για να αποτρέψουν την άφιξη ενισχύσεων.

Οι αντάρτες προέρχονταν από τα συγκροτήματα του Πάικου ενισχυθέντα με σημαντική δυνάμεως ΝΟΦιτών (Σλαβομακεδόνων). Επίσης στα συγκροτήματα αυτά υπήρχαν και 25 εκπαιδευμένοι στο Μπούλκες αξιωματικοί. Επίσης στην επιχείρηση συμμετείχε το συγκρότημα Βερμίου και πιθανώς το συγκρότημα Καϊμακτσαλάν.

Οι αντάρτες είχαν πλησιάσει αθόρυβα το χωριό υπό την κάλυψη της νύκτας από πολλές κατευθύνσεις κατορθώνοντας να διεισδύσουν στο χωριό. Οι αντάρτες πληροφορημένοι προφανώς σχετικά, κατευθύνθηκαν προς το οίκημα όπου διέμεναν οι αξιωματικοί. Κατόπιν, έχοντας κυκλώσει το χωριό, άνοιξαν πυρ με όλμους, αντιαρματικούς εκτοξευτές, πολυβόλα, οπλοπολυβόλα και ελαφρά όπλα.

Τρεις θέσεις οπλοπολυβόλων της φρουράς εξουδετερώθηκαν σχεδόν αμέσως. Στο μεταξύ οι στρατιώτες άρχισαν να μάχονται όπως – όπως από τα οικήματα όπου διέμεναν. Οι αξιωματικοί προσπάθησαν να αναπτύξουν τους στρατιώτες στις προβλεπόμενες θέσεις αλλά εξερχόμενοι του οικήματος όπου διέμεναν σκοτώθηκαν όλοι πλην του λοχαγού Ταβουλάρη και ενός ανθυπολοχαγού.

Ο επικεφαλής των ημιονηγών έφεδρος ανθυπολοχαγός Μούτσιος παραδόθηκε, χωρίς μάχη, παρασύροντας και τους στρατιώτες του να πράξουν το ίδιο. Παρόλα αυτά οι λοιποί στρατιώτες και οι χωροφύλακες συνέχισαν να μάχονται επί 9 ώρες! Περί τις 13.00 όμως, με τα πυρομαχικά να εξαντλούνται, ο λοχαγός Ταβουλάρης διέταξε τους άνδρες του να διασπάσουν τον κλοιό και να επιχειρήσουν να φτάσουν στο φυλάκιο 85 όπου ήταν η 3η Διμοιρία.

Ο ίδιος με ένα Bren στα χέρια, μαζί με δύο στρατιώτες και δύο χωροφύλακες, κάλυπτε την κίνηση των ανδρών του. Αφού αρκετοί στρατιώτες διέρρευσαν κινήθηκε και ο ίδιος με τους άλλους τέσσερις άνδρες προς διαφυγή. Τότε όμως ο Ταβουλάρης τραυματίσθηκε και στιγμές μετά δέχτηκε νέο πλήγμα και σκοτώθηκε. Τελικά μόνο ο ανθυπολοχαγός Κουρής, τραυματίας και αυτός, με 20 περίπου άνδρες κατάφεραν να διασωθούν.

Μετά τη «νίκη» οι αντάρτες εισήλθαν στο χωρίο και το λεηλάτησαν, πυρπολώντας σπίτια και σκοτώνοντας, σύμφωνα με τα στοιχειά του Στρατού, 50 πολίτες. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και η ηρωική δασκάλα του χωριού Βασιλική Παπαθανασίου, η οποία βασανίστηκε αγρίως, αλλά πέθανε φωνάζοντας «Ζήτω η Ελλάς».

Το απόγευμα της 14ης Νοεμβρίου οι αντάρτες αποχώρησαν με τα λάφυρά τους προς τα γιουγκοσλαβικά σύνορα. Πολλοί αντάρτες μιλούσαν πέραν από σλαβομακεδονικά, σέρβικα και βουλγάρικα, ενώ ορισμένοι φορούσαν στολές του γιουγκοσλαβικού στρατού.