Τα “εκπαιδευτικά τέλη” στη Μέση Εκπαίδευση, στην Ελλάδα του 19ο αιώνα

Το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα στο ελληνικό κράτος του 19ου αι. θεμελιώθηκε την εποχή της οθωνικής μοναρχίας με μια σειρά διαταγμάτων της αντιβασιλείας(1833-1837). Εφαρμόστηκε χωρίς σοβαρές δομικές μεταβολές περίπου για έναν αιώνα. Ουσιαστικά ήταν αυτούσια μεταφύτευση του βαυαρικού προτύπου. Γι’ αυτό η εφαρμογή του στην ελληνική κοινωνική πραγματικότητα, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια, υπήρξε αναπόφευκτα δυσχερέστατη.

Ήταν οργανωμένο εν γένει σε τρεις βαθμίδες:

Α. Η Στοιχειώδης-Δημοτική Εκπαίδευση, δηλαδή το Δημοτικό Σχολείο, στο οποίο εισάγονταν παιδιά ηλικίας 5-6 ετών. Η κυρίαρχη γλώσσα ήταν η λόγια ελληνική. Η φοίτηση ήταν υποχρεωτική και δωρεάν για αγόρια και κορίτσια. Μέχρι τη δύση του 19ου αιώνα το τετραετές Δημοτικό Σχολείο λειτουργούσε κυρίως ως προπαρασκευαστικός προθάλαμος για τη Μέση Εκπαίδευση, χωρίς ουσιαστικά αυτοτελή σκοπό.

Β. Η Μέση Εκπαίδευση περιλάμβανε δύο στάδια:

α) το τριτάξιο Ελληνικό Σχολείο(Σχολαρχείο), που κάλυπτε τις δύο τελευταίες τάξεις του σημερινού Δημοτικού και την πρώτη τάξη του σημερινού Γυμνασίου. Σ’ αυτό εισάγονταν οι μαθητές που είχαν περατώσει την τετάρτη τάξη του Δημοτικού. Ηλικιακά κινούνταν από 8-9 έως 11-12 ετών. Ελληνικά Σχολεία ιδρύονταν σε αστικά και ημιαστικά κέντρα αλλά και σε κοινότητες.

β) το τετρατάξιο Γυμνάσιο, στο οποίο εισάγονταν οι απόφοιτοι του Ελληνικού Σχολείου. Η ηλικία τους κυμαινόταν από 12-13 έως 18-19 χρόνων, χωρίς να αποκλείονται και μεγαλύτεροι. Τα Γυμνάσια ήταν σχετικά ολιγάριθμα και μόνο σε αστικά κέντρα. Η επίσημη γλώσσα και της Β/θμιας Εκπαίδευσης ήταν η καθαρεύουσα. Η πρόσβαση τυπικά δεν ήταν εφικτή για τα κορίτσια.

Γ. Η Ανώτατη Εκπαίδευση, δηλαδή το Πανεπιστήμιο Αθηνών(1837). Σ΄ αυτό εισάγονταν ελεύθερα μέχρι το 1927 οι απόφοιτοι του Γυμνασίου.

Η είσοδος στο Ελληνικό Σχολείο από το 1867 γίνεται μόνο με εξετάσεις. Στο Γυμνάσιο εισιτήριες εξετάσεις καθιερώθηκαν εξαρχής. Οι προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις μέχρι τη δεκαετία του 1880 δεν είχαν τύχει ουσιαστικής κρατικής μέριμνας.

Το ζήτημα της επιβολής εκπαιδευτικών τελών στους μαθητές του Ελληνικού Σχολείου και του Γυμνασίου απασχολούσε την Πολιτεία από τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους έως την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, όταν ρυθμίστηκε οριστικά.

Το συναφές διάταγμα του 1836 προέβλεπε τέλος εγγραφής των μαθητών τριών δραχμών για το Ελληνικό σχολείο και πέντε δραχμών για το Γυμνάσιο. Επίσης είχε καθιερώσει μία (Ελληνικό) και τρεις (Γυμνάσιο) δραχμές ως δικαίωμα του «αποδεικτικού της αποπερατώσεως των μαθημάτων».

Ο νόμος αυτός δεν είναι γνωστό αν εφαρμόστηκε ποτέ. Υποθέτω ότι η γενικευμένη πενία του πληθυσμού και η κυριαρχία της ιδεολογίας του «φωτισμού» του γένους τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του αιώνα, με την παιδεία να θεωρείται «το διανοητικόν μάννα το τρέφον τον ελπίζοντα λαόν εν τη εξορία του», λειτούργησαν ανασταλτικά.

Εξάλλου, για τον ίδιο λόγο δεν εφαρμόστηκε η καταβολή τελών- διδάκτρων στο Πανεπιστήμιο, που προβλεπόταν από τον Κανονισμό του. Κατά την περίοδο, όμως, της διακυβέρνησης Τρικούπη στο πλαίσιο της διαρκούς επιδείνωσης των δημοσιονομικών μεγεθών η φορολογική λαίλαπα δεν ήταν δυνατό να μην επηρεάσει και την εκπαίδευση.

Με τον τρικουπικό νόμο ΑΧΚΕ,/ 1887 «περί τελών χαρτοσήμου» το ποσό του τέλους που επιβαλλόταν στους δημόσιους τίτλους σπουδών της Μέσης Εκπαίδευσης αναπροσαρμόστηκε ως εξής: Μία δραχμή για τα ενδεικτικά Ελληνικού Σχολείου και Γυμνασίου, δύο δραχμές για το απολυτήριο Ελληνικού Σχολείου, πέντε δραχμές για το απολυτήριο Γυμνασίου. Το 1887, επομένως, η επιβολή εκπαιδευτικών τελών, υπό μορφή χαρτοσήμου, περιορίζεται σε δημόσιους τίτλους σπουδών που προσκομίζονται ενώπιον ανώτερων εκπαιδευτηρίων ή άλλης αρχής.

Η έβδομη κυβέρνηση Τρικούπη, λίγο αργότερα, θα επιφέρει τομή στο εν λόγω ζήτημα. Συγκεκριμένα, κατέθεσε στη Βουλή νομοσχέδιο αναπροσαρμογής των εκπαιδευτικών τελών σε δυσβάστακτα επίπεδα για τα κατώτερα λαϊκά στρώματα. Οι μαθητές πλήρωναν για εγγραφή, μετεγγραφή, πρόσθετο τέλος, χαρτόσημο για το απολυτήριο και τους υπόλοιπους τίτλους.

Αναλυτικότερα, με τον νόμο ΒΝΔ/1892 πολλαπλασιάζεται το τέλος για τους τίτλους της Μέσης Εκπαίδευσης σε σχέση με το 1887. Ακόμα, ορίζονται υψηλά τέλη εγγραφής, ασκήσεων κ.λπ. Για παράδειγμα, η εγγραφή στο Ελληνικό Σχολείο για το α΄ εξάμηνο κόστιζε 20 δραχμές και για το β΄ 15 δραχμές. Το τέλος του ενδεικτικού του ίδιου σχολείου από μία δραχμή αυξήθηκε σε πέντε.

Συγκριτικά, μόνο η εγγραφή και το ενδεικτικό για το Ελληνικό Σχολείο απαιτούσαν δαπάνη ίση περίπου με τον μισό μισθό ενός δασκάλου της εποχής. Επίσης, στην εκπνοή του 19ου αιώνα το ανδρικό, ευκαιριακό συνήθως, ημερομίσθιο κυμαινόταν στις 2 δραχμές περίπου.

Κατά το 1892 οι μαθητές των Ελληνικών Σχολείων ανέρχονταν περίπου στους 20.000, ενώ των Γυμνασίων μόλις στους 5.000. Με το δεδομένο αυτό η φορολόγηση των πρώτων, κατά τους υπολογισμούς του Τρικούπη, θα απέδιδε το ήμισυ του ποσού που προσδοκούσε να εισπράξει το κράτος από τη συγκεκριμένη πρόταση.

Η κοινοβουλευτική συζήτηση υπήρξε έντονη. Σύσσωμη η ολιγάριθμη αντιπολίτευση κατέδειξε τον αντισυνταγματικό, αντεθνικό, πλουτοκρατικό και φωτοσβεστικό χαρακτήρα του νομοσχεδίου. Ειδικό βάρος έδωσε στην κοινωνική ανισότητα που επρόκειτο να επιφέρει η εφαρμογή του.

Ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, ενδεικτικά, καυτηρίασε την επιβολή για πρώτη φορά τελών εγγραφής και επανεγγραφής στους μαθητές του Ελληνικού Σχολείου. Αντίθετα, ο Σπ. Στάης, βουλευτής Κυθήρων της συμπολιτεύσεως, ως βασικό επιχείρημα για την ψήφιση του νομοσχεδίου απερίφραστα προέβαλε την ελάττωση «του πλήθους των σπουδαζόντων εν τοις Γυμνασίοις και τοις Ελληνικοίς σχολείοις».

Υπήρχαν μαθητές, υποστήριξε, που εγγράφονταν για τέταρτη συνεχή χρονιά στην ίδια τάξη και οι οποίοι θ’ αναγκάζονταν να διακόψουν τις σπουδές τους. Κανένας γονιός δε θα είναι πλέον τόσο ανόητος, μετά την επιψήφιση του νομοσχεδίου, ώστε να επιμένει να καταβάλλει τέλη «δια τέκνον ανεπίδεκτον μαθήσεως», που για τον αγορητή ήταν «το μόλυσμα της όλης τάξεως».

Τον Δεκέμβριο του 1892 η ίδια κυβέρνηση Τρικούπη θα καταθέσει στη Βουλή νέο νομοσχέδιο για επέκταση των υπό του νόμου ΒΝΔ/1892 οριζομένων εκπαιδευτικών τελών και τελών χαρτοσήμου. Η ρύθμιση αφορούσε τους μαθητές των δημοσυντήρητων Γυμνασίων που επιχορηγούνταν και από το δημόσιο και τα αποδεικτικά και απολυτήρια των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων των εξομοιουμένων προς τα δημόσια εν τη δοκιμασία των μαθητών.

Τεκμήριο προχειρότητας του εν λόγω νομοσχεδίου αποτελεί και το επόμενο ζήτημα ερμηνείας που προέκυψε και αφορούσε το Γυμνάσιο Γυθείου. Συγκεκριμένα, με αφορμή επερώτηση Μεσσήνιου βουλευτή, διεξήχθη μακρά συζήτηση στη Βουλή σχετικά με το εάν έπρεπε ο νόμος της επέκτασης των τελών να εϕαρμοστεί και στο Γυμνάσιο Γυθείου, γενέτειρας του υπουργού Παιδείας Κ. Κοσονάκου.

Μεταξύ άλλων ο υπουργός ανέφερε ότι το Γυμνάσιο Γυθείου συντηρούνταν από χορηγία του λιμενικού ταμείου που ανερχόταν σε 16.000 δραχμές και από συνδρομή 8.000 δραχμών του Δήμου. Γι΄αυτό, κατά τον ισχυρισμό του, δεν έπρεπε να εισπράξει ο γυμνασιάρχης τέλη από τους μαθητές. Αντίθετη, όμως, φαίνεται ότι ήταν η ερμηνεία του τελευταίου αλλά και του Νομάρχη Λακωνίας που είχε εκδώσει σχετική εγκύκλιο.

Ωστόσο, προκαλεί προβληματισμό η προκείμενη μεροληπτική στάση του υπουργού Παιδείας, όταν κατά προηγούμενη δήλωσή του το μέτρο αφορούσε όλα ανεξαιρέτως τα Γυμνάσια της κατηγορίας αυτής. Η καταβολή των τελών σε συνδυασμό με την αγορά των βιβλίων λειτούργησαν αποτρεπτικά για τη μόρφωση σημαντικού μέρους των παιδιών που ανήκαν σε οικονομικά ασθενείς οικογένειες. 16.000 μαθητές, κατά τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το 1894 τις τάξεις των σχολείων, λόγω δυσπραγίας.

Τα τέλη θα τα περιορίσει σημαντικά, αλλά δε θα τα καταργήσει η κυβέρνηση του Δηλιγιάννη μετά το 1895. Δικαιολογώντας την επιλογή του αυτή δήλωσε στη Βουλή: «Δεν φρονώ ότι τα εκπαιδευτικά τέλη δεν ήσαν συντελεστικά, φρονώ όμως ότι η ώρα κατά την οποία επεβάλλοντο ήτο ήκιστα κατάλληλος, διότι ήμεθα κατά τας παραμονάς της πτωχεύσεως, οι ϕόροι είχον εμβάλει εις κάματον όλας τας παραγωγικάς εργασίας του τόπου, είχον εξαντλήσει όλα τα αποταμιεύματα, επομένως οι άνθρωποι δεν είχον πάντες τα αναγκαία χρήματα καταβολής των φόρων τούτων».

Ασκώντας κριτική στην τότε κυβέρνηση, ο Δηλιγιάννης θ’ αναφέρει ότι πρωτεύων στόχος της επιβολής εκπαιδευτικών τελών ήταν η παρεμπόδιση «των εϕιεμένων γραμμάτων» να προχωρήσουν στις ανώτερες βαθμίδες και η καθοδήγησή τους σε «βιωτικά έργα», χωρίς όμως παράλληλα να φροντίσει να τους προετοιμάσει, μέσω της Δημοτικής Εκπαίδευσης, για τον σκοπό αυτόν. Η Δημοτική Εκπαίδευση έπρεπε «να περιέχη αύτη πάσας τας γνώσεις, τας οποίας ο απλούς εργάτης, ο απλούς αγρότης απαιτείται να έχη».

Ο σχετικός νόμος, επιπρόσθετα, προέβλεπε ότι τα έσοδα από τα τέλη δε θα κατατίθενται στο δημόσιο ταμείο για την κάλυψη δημοσιονομικών ελλειμμάτων, αλλά θα διατίθενται για την ανέγερση σχολικών κτιρίων και τη βελτίωση της σχολικής υποδομής. Συνεπώς, για πρώτη φορά κατοχυρώθηκε νομικά η αξιοποίησή τους υπέρ της εκπαίδευσης.

Στα ανωτέρω νομοθετήματα, παρά τις εισηγήσεις από βουλευτές, δεν υπήρξαν προβλέψεις απαλλαγής μερικής ή ολικής για ειδικές κατηγορίες μαθητών. Τον επόμενο αιώνα εμφανίζεται, όμως, μία ανθρωπιστική πρόνοια με υπουργικές αποφάσεις. Έτσι, εγγράφονται ατελώς παιδιά προσφύγων στο μεσοπόλεμο και τα δεύτερα αδέρφια.

Επιπλέον, άποροι μαθητές – σε ποσοστό 10% των εγγραφέντων- απαλλάσσονται από τα εκπαιδευτικά τέλη με απόφαση του συλλόγου των διδασκόντων. Προβλεπόταν, ακόμη, και έκπτωση 50% για τα παιδιά των εκπαιδευτικών.

Κοντολογίς, διαπιστώνουμε μια ευρεία πολιτική συναίνεση στην καταβολή των εκπαιδευτικών τελών, που θα παραμείνουν αυξομειούμενα μέχρι τα μέσα του 20ού αι. Καθοριστικοί παράγοντες της διατήρησής τους υπήρξαν η αδυναμία παροχής της δωρεάν εκπαίδευσης στον αυξανόμενο μαθητικό πληθυσμό, η ανάγκη προσανατολισμού της νεολαίας προς πρακτικές κατευθύνσεις και η διοχέτευση των αντίστοιχων ποσών αποκλειστικά στην εκπαίδευση.

Περαιτέρω, το ελληνικό δευτεροβάθμιο εκπαιδευτικό σύστημα από το δεύτερο μισό του 19ου τείνει στον αποκλεισμό ενός σημαντικού μέρους της νεολαίας. Με άλλα λόγια, η εκπαίδευση ενσωματώνει μια έντονη ταξική διάσταση με τη δεδηλωμένη ή σιωπηλή συναίνεση της πλειονότητας των πολιτικών κομμάτων.

Ως θεσμικός μηχανισμός της κοινωνικής επιλογής μπορούν να χαρακτηριστούν τα εκπαιδευτικά τέλη αλλά και οι εξετάσεις, που από τη δεκαετία του 1880 με νομοθετική ρύθμιση γίνονται εξαντλητικές, εξαιρετικά αυστηρές και σχολαστικές. Παράγοντες, επιπλέον, που συντελούσαν στον αποκλεισμό ήταν η γεωγραφική απόσταση από το σχολείο, το «πολιτισμικό κεφάλαιο» της οικογένειας του μαθητή, το μέγεθος του οικισμού διαμονής κλπ.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
>Κάτσικας, Χρ & Θεριανός, Κ. (2004) «Ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης. Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι το 2004», Αθήνα: Σαββάλας.
>Κουδούνης, Β. «σχολική επίδοση και ”πολιτισμικό κεφάλαιο”. Η περίπτωση του τετρατάξιου Γυμνασίου αρρένων Σπάρτης στο μεσοπόλεμο (1919-1929)», υπό έκδοση.
>Μυλωνάς, Θ. (2004) «Κοινωνιολογία της Ελληνικής Εκπαίδευσης», Αθήνα: Guteberg.
>Σκούρα, Λ. (2013) «Η επιβολή εκπαιδευτικών τελών στη δημόσια γενική και πανεπιστημιακή εκπαίδευση(1887-1895): εκπαιδευτικές, οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές διαστάσεις» στο >”ΘΕΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ”, τεύχος 11, σελ. 129-156, Αθήνα: ΕΛ.Ε.Ι.Ε.
>Τσουκαλάς, Κ. (1987) «Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα ( 1830-1922)», Αθήνα: Θεμέλιο.